Home / Κοινωνια / Η “ΑΠΟΣΤΡΑΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ” ΛΗΜΝΟΥ ΚΑΙ ΣΑΜΟΘΡΑΚΗΣ

Η “ΑΠΟΣΤΡΑΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ” ΛΗΜΝΟΥ ΚΑΙ ΣΑΜΟΘΡΑΚΗΣ

Ας αφήσει τα “κούφια” η Άγκυρα – Η Στρατικοποίηση των Στενών του Βοσπόρου το 1936 για την Τουρκία, επέφερε αυτόματα και την Στρατικοποίηση των νησιών Λήμνου και Σαμοθράκης, για την Ελλάδα

  Στις  20 Ιουλίου 1936, η Τουρκία επιχείρησε μιά διπλωματική κίνηση που βελτίωσε ακόμη περισσότερο τη στρατηγική θέση της στη διεθνή πολιτική σκηνή και αύξησε τα κέρδη που είχε εξασφαλίσει στη Λωζάννη, με την ομώνυμη Συνθήκη αλλά και τη Σύμβαση της 24ης Ιουλίου 1923.

Έτσι, η ηττημένη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου ‘Οθωμανική Τουρκία, 18 χρόνια μετά την ήττα της, αποκτούσε τη δυνατότητα ανάδειξης σε μεγάλη περιφερειακή δύναμη.

Η διπλωματική κίνηση τής τουρκικής κυβέρνησης του 1936 αφορούσε την αναθεώρηση, όχι κυβέρνησης άλλα τής Σύμβασης της Λωζάννης του 1923, που  αναφερόταν στα Στενά.

Με τη Σύμβαση της Λωζάννης, η Τουρκία συμφώνησε στην αποστρατικοποίηση των Στενών από τον Βόσπορο μέχρι της εξόδου τους στο Αιγαίο, όπως και για τα δύο νησιά, Ίμβρο και Τένεδο που με τη συμπαράσταση των… νικητών της (κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο) απέσπασε από την Ελλάδα, παρότι η τελευταία τα είχε απελευθερώσει το 1912.

Έναντι της αποστρατικοποίησης Στενών και Ίμβρου και Τενέδου, επεβλήθη στην Ελλάδα η αποστρατικοποίηση της Λήμνου και της Σαμοθράκης.

Έκτοτε, το στρατιωτικό καθεστώς των δύο ελληνικών νησιών συνδέθηκε από νομική άποψη  με το καθεστώς των Στενών.

Αποστρατικοποιημένα Σχτενά συνεπαγόταν και αποστρατικοποιημένες Λήμνο και Σαμοθράκη.

Ενώ στρατικοποιημένα Στενά θα είχαν ως συνέπεια και την στρατικοποίηση των δύο ελληνικών νησιών.

Το 1936, λοιπόν, η Τουρκία πέτυχε να άρει τη ρύθμιση της αποστρατικοποίησης των Στενών και εξασφάλισε την εκ μέρους της οχύρωση, στρατικοποίηση και εξοπλισμό τους.

Η αποδοχή της αλλαγής του καθεστώτος των Στενών από τις Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής αποτελούσε στροφή 180 μοιρών στην πολιτική τους έναντι της Τουρκίας.

Πρωταγωνίστρια της ευνοϊκής για την Τουρκία ρύθμισης ήταν η Μεγάλη Βρετανία, προκειμένου, όπως αναφέρει ο Ιστορικός-ακαδημαϊκός Κ. Εβελόπουλος, στο βιβλίο του για την ελληνική εξωτερική πολιτική 1900-1945 (Έκδοση του βιβλιοπωλείου της «Εστίας»), να αποκαταστήσει την διαταραγμένη επί εικοσαετία σχέση της μ’ αυτήν.

Στην αναθεώρηση της Σύμβασης της Λωζάννης, όσον αφορά τα Στενά, δεν δόθηκε από τους διάφορους συγγραφείς η διάσταση που έπρεπε, αφού οι Μεγάλες Δυνάμεις παρουσιάστηκαν στο Μοντρέ να ικανοποιούν το αίτημα μιας από τις ηττημένες χώρες του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ενώ αντιδρούσαν σε παρεμφερή αιτήματα (αναθεώρησης της Συνθήκης Ειρήνης) της Γερμανίας και της Ιταλίας.

Απλούστατα, έγινε το χατίρι της Τουρκίας, διότι η πολιτική του Κεμάλ ήταν φιλοδυτική και οι Δυτικοευρωπαϊκές Δυνάμεις ήλπιζαν να παρασύρουν στο πλευρό τους την κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο αντίπαλο τους και να αποκλείσουν μία νέα συνεργασία της με τη Γερμανία.

Με δεδομένο, όμως, ότι το ζήτημα της αναθεώρησης του καθεστώτος των Στενών συνεζητείτο από το φθινόπωρο του 1935, με την προοπτική βέβαια της επαναστρατικοποιησής τους, ο Χίτλερ αξιοποίησε την περίσταση και με αφορμή μία κίνηση των Γάλλων εναντίον των γερμανικών συμφερόντων, όπως τα εννοούσαν οι ναζιστές, επαναστρατικοποίησε την αποστρατικοποιημένη από τη Συνθήκη των Βερσαλλιών, Ρηνανία.

Τη Συνθήκη του Μοντρέ, έκτος από την Αγγλία και την Τουρκία υπέγραψαν, η Σοβιετική Ένωση, η Ρουμανία, η Βουλγαρία, η Γαλλία, η Ιαπωνία, η Γιουγκοσλαβία και η Ελλάδα.

Είναι προφανές ότι η Ελλάδα, στην οποία είχε επιστρέψει ό βασιλεύς Γεώργιος Β’, ακολουθούσε έντονα φιλοβρεταννική πολιτική, παρότι στην εξουσία βρισκόταν ο άλλοτε φιλογερμανικών αισθημάτων Ιωάννης Μεταξάς.

Εξ ου και η σπουδή της να υπογραφεί η Συνθήκη του Μοντρέ..

Μερικοί υποστηρίζουν ότι στο Μοντρέ η Ελλάδα επεδείκνυε διεθνώς ότι οι φιλικές σχέσεις της με την Τουρκία, που εγκαινιάστηκαν το 1930, από τους Βενιζέλο και Ατατούρκ, ήταν ειλικρινείς.

Η στρατικοποίηση των Στενών, το 1936, συνεπαγόταν αυτόματα και την στρατικοποίηση των ελληνικών νησιών Λήμνου και Σαμοθράκης.

Κατά τη σύνταξη, όμως, της Συνθήκης του Μοντρέ, η ελληνική αντιπροσωπεία, υπό τον καθηγητή και άλλοτε υπουργό Νικόλαο Πολίτη, παρέλειψε να αναφέρει ονομαστικά τα δύο ελληνικά νησιά, επειδή ίσως θεωρούσε περιττή τη σχετική αναφορά, αφού με την αναθεώρηση του στρατιωτικού καθεστώτος των Στενών, αναθεωρείται αυτόματα και επί τω αυτώ, το στρατιωτικό καθεστώς της Λήμνου και Σαμοθράκης.

Σαράντα χρόνια όμως αργότερα, στα μέσα της δεκαετίας του 1970, η Τουρκία δημιούργησε θέμα με τη Λήμνο και Σαμοθράκη, ισχυριζόμενη ότι η στρατικοποίηση τους ήταν παράνομη, διότι η Συνθήκη του Μοντρέ, ενώ αναφερόταν ρητά στα Στενά, σιωπούσε για τα δύο ελληνικά νησιά.

Οι Τούρκοι πολιτικοί της μεταπολεμικής εποχής (της μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο) αποδείκνυαν έτσι πόσο κακόπιστοι ήταν, συγκρινόμενοι με τους προπολεμικούς πολιτικούς συμπατριώτες τους.

το λάθος, πάντως, της ελληνικής αντιπροσωπείας στο Μοντρέ και η κακοπιστία των μετά το 1945 Τούρκων πολιτικών, είχαν εξουδετερωθεί εν τη γενέσει τους από ορισμένα γεγονότα, όπως:

– Η κατά Μάιο μήνα του 1936 παροχή προς την ελληνική κυβέρνηση διαβεβαίωσης, από τον τότε Τούρκο πρεσβευτή στην Αθήνα, ότι η προτεινόμενη από τη χώρα του στρατικοποίηση των Στενών περιελάμβανε και την στρατικοποίηση της Λήμνου και της Σαμοθράκης.

– Η κατά Ιούνιο του 1936 ενημέρωση της κυβέρνησης Αγγλίας και Γαλλίας, από την τουρκική κυβέρνηση, ότι η κατάργηση της αποστρατικοποίησης των Στενών επέφερε και κατάργηση της αποστρατικοποίησης της Λήμνου και της Σαμοθράκης.

– Η κατά Ιούλιο 1936 δήλωση του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών, Ρουστού Αράς, στην Τουρκική Εθνοσυνέλευση (31 Ιουλίου), σύμφωνα με την οποία η κατάργηση της αποστρατικοποίησης των Στενών καταργεί και την αποστρατικοποίηση τής Λήμνου και της Σαμοθράκης.

Πρόσθεσε, μάλιστα, τότε, ο Ρουστού Αράς:

«Χαρακτηριστικό της πολιτικής της Νέας Τουρκίας, είναι να ευχόμαστε για τους φίλους αυτό που ευχόμαστε και για, και να μην ευχόμαστε για τους φίλους μας, όπως για κάθε άλλη Δύναμη, αυτό που εμείς θεωρούσαμε άδικο (για μας)».

Τίτος Αθανασιάδης