Home / Κοινωνια / ΒΑΔΙΖΟΥΜΕ ΣΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΤΗΣ… ΒΕΝΕΖΟΥΕΛΑΣ !!!

ΒΑΔΙΖΟΥΜΕ ΣΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΤΗΣ… ΒΕΝΕΖΟΥΕΛΑΣ !!!

Η πολιτική των Κοινωνικών Επιδομάτων μπορεί να εξυπηρετεί τους ψηφοθηρικούς στόχους μιας Κυβέρνησης, αλλά ούτε μειώνει την φτώχεια, ούτε δημιουργεί προϋποθέσεις Ανάπτυξης   

Οι Γιανομάμι είναι μία από τις πιο γνωστές φυλές ιθαγενών του Αμαζόνιου στη Βενεζουέλα.

Μέχρι τις αρχές του 2000 οι περισσότεροι από αυτούς έφτιαχναν χειροποίητα κεντήματα, σουβενίρ και παραδοσιακά είδη για να τα πουλήσουν κυρίως στους τουρίστες και να ενισχύσουν με αυτόν τον τρόπο την κοινότητά τους.

Όταν όμως η τότε κυβέρνηση του Ούγκο Τσάβες άρχισε να δίνει επιδόματα σε όλες τις κοινότητες αυτοχθόνων στη Βενεζουέλα, οι περισσότεροι ιθαγενείς σταμάτησαν να δουλεύουν και ζούσαν από τα κρατικά επιδόματα.

Σήμερα, πολλά σουβενίρ εισάγονται πλέον από το εξωτερικό, όπως άλλωστε και τα περισσότερα είδη πρώτης ανάγκης.

Η Κυβέρνηση της Βενεζουέλας συνειδητά βασίστηκε στην πολιτική των επιδομάτων.

Ο Τσάβες εμφανίστηκε στο πολιτικό προσκήνιο ως ο Μεσαίας που θα σώσει τους φτωχούς και ίσως ήταν ο μοναδικός πολιτικός ηγέτης στη Βενεζουέλα, τις τελευταίες δεκαετίες, που ανέδειξε το θέμα των φτωχών και των αποκλεισμένων, κάτι που του αναγνωρίζουν και οι πολιτικοί του αντίπαλοι.

Η συνέχεια, όμως, υπήρξε καταστροφική για τη χώρα.

Μεγάλα τμήματα του πληθυσμού ζούσαν (και εξακολουθούν να ζουν) από τα κρατικά επιδόματα, από τις κάρτες για δωρεάν αγορές από τα σούπερ μάρκετ («σοσιαλιστικές κάρτες»), από τα συσσίτια, πολλοί φτωχοί ακτήμονες έκαναν κατάληψη σε ιδιωτικές εκτάσεις, ενώ άστεγοι κατελάμβαναν ξενοίκιαστα διαμερίσματα. Την περιουσία του διπλανού τους δηλαδή.

Η ιδιωτική πρωτοβουλία, που θα μπορούσε να ενισχύσει τους φτωχούς ανθρώπους, ανοίγοντας δουλειές και δημιουργώντας θέσεις εργασίας, ισοπεδώθηκε πλήρως, αφού ο ίδιος ο Τσάβες «απαλλοτρίωνε» μεγάλες ιδιωτικές επιχειρήσεις μετατρέποντάς τις σε κρατικές, οι οποίες τελικά χρεοκόπησαν.

Στην πραγματικότητα, η κυβέρνηση της Βενεζουέλας ίσως δεν θέλησε ποτέ να μειώσει τον αριθμό των φτωχών.

Ήθελε απλά να τους κάνει να εξαρτώνται από αυτήν.

Είναι πιο εύκολο για μια κυβέρνηση να συντηρεί τους φτωχούς με επιδόματα και να εξαρτώνται από αυτήν (για προφανείς ψηφοθηρικούς λόγους), παρά να τους βοηθήσει να βρουν δουλειά και να ξεφύγουν από τη φτώχεια.

Αυτό δεν είναι ελληνικό φαινόμενο, αλλά παγκόσμιο.

Στην Ελλάδα, οι προηγούμενες κυβερνήσεις αντιμετώπισαν μάλλον με αμηχανία το φαινόμενο των νεόπτωχων, πιθανότατα για να μην αναγνωρίσουν ότι έχουν μερίδιοευθύνης για το φαινόμενο αυτό.

Ωστόσο, έγιναν κάποια σημαντικά βήματα για την ενίσχυσή τους.

Η σημερινή κυβέρνηση επέκτεινε τα προηγούμενα προγράμματα για την αντιμετώπιση της φτώχειας και ουσιαστικά αναγνώρισε κάτι που οι προηγούμενες κυβερνήσεις δίσταζαν:

Ότι υπάρχει ανθρωπιστική κρίση, η οποία προφανώς προκλήθηκε από την οικονομική κρίση. Ο ΣΥΡΙΖΑ επένδυσε πολιτικά σε αυτό το επιχείρημα.

Η επέκταση αυτών των προγραμμάτων, η διεύρυνση του αριθμού των δικαιούχων του Επιδόματος Κοινωνικής Αλληλεγγύης σε όλο και περισσότερους πολίτες, αλλά και η ανακοίνωση από τον πρωθυπουργό ότι το κοινωνικό μέρισμα φέτος θα δοθεί σε 3,4 εκατομμύρια Έλληνες αποδεικνύουν ότι η φτώχεια δεν μειώθηκε.

Απλά οι φτωχοί εξαρτώνται ολοένα και περισσότερο από την κυβέρνηση.

Σε αρκετές περιπτώσεις, δε, τα επιδόματα και οι κρατικές παροχές ξεπερνούν τα χρήματα που θα έπαιρνε κάποιος αν εργαζόταν, αφού οι μισθοί πολλές φορές φθάνουν μόλις τα 250 ευρώ.

Η πολιτική των επιδομάτων μπορεί να εξυπηρετεί τους ψηφοθηρικούς στόχους μιας κυβέρνησης, αλλά ούτε μειώνει τη φτώχεια ούτε δημιουργεί προϋποθέσεις ανάπτυξης για τη χώρα.

Ιάσων Πιπίνης