
Ένα τσιγάρο κράτησε η κουβέντα.
Ήταν αυθόρμητη, χωρίς πατέντα
όταν κατάλαβε ότι πια δεν την αγαπάς
και πως νιώθει δε ρωτάς.
Ένα τσιγάρο που της έκαψε τα χείλη.
Κάτι έκρυβες μέσα σου σαν κλειστό κοχύλι
και τώρα βγήκες στον αφρό
και ό,τι αισθάνεσαι κάνεις φανερό.
Ένα τσιγάρο που έβαλε φωτιά
σε μια αγνή καρδιά
που έπεσε άδικο θύμα
με ένα απρόσεκτο βήμα.
Δεν αργεί να γίνει το κακό
αν χάσει τη λογική το μυαλό
και δεν ξέρει τι ζητάει
κι αν κάποιος δυστυχώς πονάει.
Δεν μπόρεσες να δώσεις χαρά
μην τη στερείς από καμιά καρδιά.
Έχει δικαίωμα ο καθένας να πει έζησα
και τις δυσκολίες της ζωής ξεπέρασα.
Τώρα το στόμα της μένει βουβό.
Το βλέμμα της πληγωμένο, θαμπό.
Ο ουρανός βαρύς, συννεφιασμένος
κι εσύ τραγουδάς αδιάφορα πλανεμένος.
Όποιο τραγούδι πόνο βγάζει
την ψυχή της αναταράζει
Φοβάται κάθε αγάπη
να μην πέσει πάλι σε αυταπάτη.
Μα μέσα της πάλι κάτι της λέει
έστω κι αν πονά και κλαίει,
να παλέψει να μην παραιτηθεί
και ίσως κάποτε να δικαιωθεί.
Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία
έστω κι αν δεν έρθουν όλα σύντομα ωραία.
Ελπίδα και υπομονή
και η αχτίδα του ήλιου θα βγει.
Να αναζωογονηθούν τα κύτταρά της.
Να ποτιστούν τα ριζικά της.
Να ανθοφορήσει, να καρποφορήσει
και να μπορέσει να ξαναζήσει.
Πόσο ψεύτικος είσαι ντουνιά,
ενός τσιγάρου ρουφηξιά
και πάλι όμως βάζει πλώρη
για νέο ταξίδι, με νέο βαπόρι.
Τάνια Στεφάνου Τσαβδάρη






