Σε δυσκολία βρίσκεται, ο Ελληνικός λαός,
οι δανειστές μας έγιναν, ο πιο σκληρός εχθρός.
Με τόκους απλησίαστους μας απειλούνε τώρα,
στα δάχτυλά τους παίζουνε, ολόκληρη τη χώρα,
και προσπαθεί η κυβέρνηση, μήνυμα για να στείλει,
κάθε Ρωμιός στο ύψος του, πρέπει να αρθεί, το οφείλει.
Νόμους και διατάγματα, ψηφίζουν κάθε ώρα,
μήπως και σώσουν τελικά, την δύστυχη, την χώρα,
και να μας βάλουν προσπαθούν, όλους σ’ ένα καλούπι,
μα απ’ τις συνήθειες του ο Ρωμιός, δεν φεύγει ούτε ρούπι.
Σαν τι θα γίνει τελικά, ο δανειστής το ορίζει,
αν θα σωθούμε ή όχι, μον’ ο Θεός γνωρίζει.
Και απορούνε άπαντες, σ’ όλη την οικουμένη,
πως ο Ρωμιός ατάραχος, σε ίδιες συνήθειες μένει,
μα οφείλω εγώ να σας το ειπώ, το θέμα ειν’ απλό.
Όλα έχουν την ρίζα τους, σ’ έναν κατακλυσμό,
μα όχι σ’ αυτόν του Νώε, που ειν’ ο πιο γνωστός μας,
είναι του Δευκαλίωνα, που είναι ο δικός μας.
Ξεφύγανε οι άνθρωποι, στην τότε κοινωνία,
και να τους πνίξει όλους, απόφαση ειν’ του Δία,
κι όμως σαν δείγμα άφησε, μόνο ένα ζευγάρι,
στ’ ανθρώπινο το γένος, έκανε αυτή τη χάρη.
Ήταν ο Δευκαλίωνας, κι η σύντροφος του Πύρρα,
αυτοί σωθήκαν τελικά, έτσι τό ‘θελε η μοίρα.
Σαν όλα καταλάγιασαν, πλησίασαν τον Δία,
για να τους δώσει συμβουλή, για νέα δημιουργία.
Θα περπατάτε ταιριαστά, δίπλα ο ένας στον άλλο,
πέτρες πετώντας πίσω σας, αυτό σας επιβάλλω,
κι όσες ο Δευκαλίωνας, θε να γίνουνε άντρες,
κι όσες θα ρίξει η Πύρρα, γυναίκες σαν γαλιάντρες.
Λοιπόν φίλοι μας και εχθροί, διόλου μην απορείτε,
στα λόγια μου, σ’ ότι κι αν πω, θαρρώ θα συμφωνείτε.
Δεν γίνεται πιστεύω εγώ, κι ας περάσουν αιώνες,
να μπούνε σε καλούπι, τόσο σκληρές κοτρώνες.
Αλεξανδρούπολη







