Οι προεδρικές εκλογές θα διεξαχθούν σε δύο γύρους στις 10 και 24 Αυγούστου 2014 – Επικρατέστερη θεωρείται η υποψηφιότητα του Ταγίπ Ερντογάν
Την 1η τρέχοντος αναγγέλθηκε, επισήμως πλέον, η υποψηφιότητα του πρωθυπουργού κ. Ερντογάν για το ύπατο αξίωμα της χώρας.
Η αναγγελία έγινε στην Άγκυρα υπό τις ζητωκραυγές πολλών θερμών οπαδών του, οι οποίοι παρακολούθησαν και την προβολή κινηματογραφικού υλικού που κάλυπτε στιγμές από τη ζωή του.
Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ για την υποβολή της υποψηφιότητας αρκούσαν 20 υπογραφές, την υποψηφιότητα τελικά συνυπέγραψαν όλοι οι βουλευτές του κόμματός του, δηλαδή του κυβερνώντος ΑΚΡ.
Οι εκλογές θα διεξαχθούν σε δύο γύρους, που έχουν προσδιοριστεί για τις 10 και 24 του προσεχούς Αυγούστου αντιστοίχως.
Είναι, δε, η πρώτη φορά που ο νέος Πρόεδρος θα εκλεγεί απευθείας από τον λαό και όχι από τη Μεγάλη Τουρκική Εθνοσυνέλευση (Βουλή), όπως γινόταν μέχρι σήμερα.
Οι συνυποψήφιοι του κ. Ερντογάν είναι δύο. Ο κ. Εκμελεντίν Ιχσάνογλου, πρώην γενικός γραμματέας του Οργανισμού Ισλαμικής Συνεργασίας, που υποστηρίζεται από δύο κόμματα της αντιπολίτευσης, δηλαδή το κεμαλικό Σοσιαλδημοκρατικό Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα (CHP) και το Κόμμα Εθνικιστικού Κινήματος (MHP) και ο κ. Σελαχατίν Ντεμιρτάς, συναρχηγός του φιλοκουρδικού Λαϊκού Δημοκρατικού Κόμματος (HDP).
Ο νικητής της αναμέτρησης θα αναδειχθεί 12ος Πρόεδρος της τουρκικής Δημοκρατίας από την εποχή του Κεμάλ.
Σύμφωνα με τα μέχρι σήμερα προγνωστικά, επικρατέστερος υποψήφιος είναι ο κ. Ερντογάν, ο οποίος λέγεται ότι μπορεί να κερδίσει τις εκλογές από τον πρώτο γύρο, αφού τα μέχρι στιγμής δημοσκοπικά ευρήματα του δίνουν περί το 55% της πρόθεσης ψήφου.
Παρ’ όλα αυτά, οι δύο ανθυποψήφιοι του κ. Ερντογάν θα προσπαθήσουν να τον κρατήσουν κάτω από το 50% στον πρώτο γύρο, για να εξασφαλίσουν έτσι τη συμμετοχή τους στον δεύτερο, όπου, ως ελπίζουν, μπορούν να συμβούν ανατροπές.
Ο υποψήφιος του φιλοκουρδικού κόμματος θα προσπαθήσει πάντως να συγκεντρώσει το ποσοστό του 10% των ψήφων, όχι για πρακτικούς λόγους, αφού ούτως ή άλλως αποκλείεται να εκλεγεί, αλλά θα μπορέσει έτσι να εξασφαλίσει ένα ψυχολογικό πλεονέκτημα, ανταλλάξιμο στις επόμενες βουλευτικές εκλογές, όπου το ελάχιστο ποσοστό ψήφων που απαιτείται για την είσοδο στη Βουλή είναι το 10%.
Όσον αφορά τον άλλο συνυποψήφιο του κ. Ερντογάν, τον κ. Εκμελεντίν Ιχσάνογλου, ακαδημαϊκό, διπλωμάτη και μέχρι τον παρελθόντα Ιανουάριο γενικό γραμματέα του Οργανισμού Ισλαμικής Συνεργασίας, υπενθυμίζουμε ότι πρόκειται για τον γενικό γραμματέα εκείνο, κατά τη θητεία του οποίου, δύο σύνοδοι του Συμβουλίου των υπουργών Εξωτερικών του οργανισμού, τον Νοέμβριο του 2012 και τον τρέχοντα μήνα, υιοθέτησαν τις γνωστές απαράδεκτες αποφάσεις περί «κατάστασης της τουρκικής μουσουλμανικής μειονότητας της Δυτ. Θράκης και του μουσουλμανικού πληθυσμού της Δωδεκανήσου» (sic), τις οποίες έχουμε ήδη αναλύσει σε σχετική μας πρόσφατη αρθρογραφία.
Ο προεδρικός υποψήφιος κ. Ερντογάν είναι 60 ετών και αποτελεί έναν από τους μακροβιότερους ηγέτες, από την ίδρυση της τουρκικής Δημοκρατίας, που κυβέρνησαν τη χώρα.
Παρά τα μεγάλα προβλήματα που η χώρα αντιμετωπίζει στο εσωτερικό, ο κ. Ερντογάν επεβλήθη όλων των αντιπάλων του.
Οι διαδηλώσεις της πλατείας Γκεζί, τα σκάνδαλα και οι υποκλοπές που καταγγέλθηκαν δεν επτόησαν τους ψηφοφόρους του, που στην κυριολεξία «έκλεισαν τα αυτιά και τα μάτια τους» και έδωσαν τη νίκη στο κόμμα του στις τελευταίες δημοτικές εκλογές της 30ής Μαρτίου.
Οι οικονομικά ασθενείς τάξεις, ο αγροτικός πληθυσμός της Τουρκίας τον εμπιστεύονται, με αποτέλεσμα τη διατήρησή του στην εξουσία, χωρίς να έχει μέχρι στιγμής σοβαρό αντίπαλο να τον αμφισβητήσει.
Άλλος πολιτικός πάντως στη θέση του κ. Ερντογάν δεν θα είχε αντέξει μετά τις τόσο βίαιες κριτικές και επικρίσεις εις βάρος του, που τελικά λειτούργησαν συσπειρωτικά για τους οπαδούς του.
Ο τούρκος πρωθυπουργός λέγεται ότι επιθυμεί, μετά την προεδρική του εκλογή, να παραμείνει στην εξουσία μέχρι το 2023, συμβολική ημερομηνία για τη σύγχρονη Τουρκία, αφού τότε συμπληρώνεται ένας αιώνας από την ίδρυση της τουρκικής Δημοκρατίας.
Το ερώτημα, βέβαια, που προκύπτει είναι πώς θα μπορέσει να παραμείνει τόσα χρόνια στην εξουσία και να εκπληρώσει τη διακαή επιθυμία του να διευρύνει τις προεδρικές εξουσίες.
-Π-







