Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (Σκιάθος 1851-1911) ο σημαντικότερος νεοέλληνας διηγηματογράφος (180 διηγήματα, νουβέλες) εκτός από τα Χριστούγεννα έγραψε επίσης διηγήματα και για το Πάσχα.
Αναγράφω τους τίτλους διηγημάτων του με αναφορά στο Πάσχα και το έτος πρώτης δημοσίευσης:
1) Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΒΑΠΤΙΣΤΙΚΗ (1888)
2) ΕΞΟΧΙΚΗ ΛΑΜΠΡΗ (1890)
3) ΠΑΙΔΙΚΗ ΠΑΣΧΑΛΙΑ (1891)
4) ΠΑΣΧΑ ΡΩΜΕΪΚΟ (1891)
5) ΘΕΡΟΣ – ΕΡΩΣ (1891)
6) ΦΤΩΧΟΣ ΑΓΙΟΣ (1891)
7) ΣΤΗΝ ΑΓΙ’ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ (1892)
8) Η ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΑ (1892)
ΛΑΜΠΡΙΑΤΙΚΟΣ ΨΑΛΤΗΣ (1893)
10) ΕΡΩΣ – ΗΡΩΣ (1896)
11) ΚΟΚΚΩΝΑ ΘΑΛΑΣΣΑ (ΤΟ ΠΑΣΧΑ ΤΟΥ ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΥ) (1900)
12) ΥΠΟ ΤΗΝ ΒΑΣΙΛΙΚΗΝ ΔΡΥΝ (1901)
13) Τ’ ΑΕΡΙΚΟ ΣΤΟ ΔΕΝΤΡΟ (1907)
14) ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ (1908)
15) ΤΟ ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ (1909)
Αναγράφω επίσης τους τίτλους άρθρων του Παπαδιαμάντη που αναφέρονται στο Πάσχα.
16) Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ (1887)
17) ΤΟ ΠΑΣΧΑ (1888)
18) ΑΗ ΜΟΥ ΓΙΩΡΓΗ (23 ΑΠΡΙΛΙΟΥ) (1892)
19) ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑΙ ΕΟΡΤΑΙ ΜΕΤΑ ΤΟ ΠΑΣΧΑ (1891)
20) ΕΠ’ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΤΗΣ Μ. ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ (1906)

Σημείωση: Η σειρά των τίτλων προέρχεται από την πεντάτομη έκδοση των απάντων του Παπαδιαμάντη Εκδοτικός Οίκος ΒΙΒΛΟΣ – Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΥ, με γενική Επιστασία και πρόλογο ΣΠΥΡΟΥ ΜΕΛΑ, επιμέλεια Γ. ΒΑΛΕΤΑ, ΑΘΗΝΑ (1956 – 1960).
Τα διηγήματα του εντάσσονται ειδολογικά στην ηθογραφία. Οι ήρωες του είναι απλοί ταπεινοί άνθρωποι των οποίων τα πάθη, ίσως, να μην είναι πολυσύνθετα και ποικιλόμορφα, να μην εκδηλώνονται με βίαιες εκρήξεις και να δημιουργούν αληθινά δραματικές θέσεις, αλλά είναι πάντοτε ανθρώπινα πάθη, γεμάτα από την αλήθεια της πραγματικότητας, απαλλαγμένα κάθε προσπάθειας πλαστογράφησής τους.
Παραθέτω απόσπασμα από το διήγημα του Παπαδιαμάντη στην «Αγ’ Αναστασιά» όπου περιγράφει τη φύση, την ανατολή του ηλίου και το πασχαλινό γεύμα μετά την αναστάσιμη λειτουργία στην Αγία Αναστασία της Σκιάθου.
Δρ. Πασχάλης Χριστοδούλου
Στην Αγι-Αναστασά
Περί το λυκαυγές, έληξεν η λειτουργία, και ο ουρανός πορφυρίζων εκεί προς ανατολάς έσμιγε με την θάλασσαν κυανήν απλουμένην κάτω, η δε σελήνη ωχρίασε και τα ολίγα άστρα ανά έν έσβηναν τρέμοντα εις τον αιθέρα. Και η Ηώς ανέτειλε με όλην την πορφυράν αίγλην καλλωπίζουσα με γλυκύ ερύθημα βουνά, κοιλάδας και δάση. Εφάνη δε τότε, αποβαλούσα την μυστηριώδη της νυκτός περιβολήν, εν όλη τη καλλονή της, η μαγευτική θέσις της Παναγίας Δομάν. Δεξιά το υψηλόν, βραχώδες και τεμνόμενον από ευθαλείς χαράδρας βουνόν, το απολήγον εις την κρημνώση ακτήν του Κουρούπη. Αριστερά λόφοι, κοιλάδες, και δάση γραφικώς εναλλάσσονται εις το βλέμμα. Αντικρύ ο γυμνός και άγριον μεγαλείον αποπνέων βράχος του Κάστρου, με τα δύο προ αυτού πετρώδη νησίδια, και πέραν πέλαγος αχανές, φωσφορίζον εις τας πρώτας ακτίνας του υποφώσκοντος ηλίου· και εις το βάθος του ορίζοντος, προς βορράν η Χαλκιδική με τους τρεις λαιμούς της, υπέρ ους εξέχει ως βαθμίς κεραυνωθείσης τιτανείου κλίμακος προς ανάβασιν εις τον ουρανόν, ο λευκόφαιος κώνος του Άθω με την κορυφήν εις τα σύννεφα· προς δυσμάς το Πήλιον με τας αναριθμήτους κοιλάδας του και με την θεσπεσίαν του βλάστην, και πέραν αυτού η κορυφή του Κισσάβου, ως κεφαλή εμπηγμένη επί κορμού ξένου. Και το ρεύμα της Παναγίας Δομάν δεν κατεφέρετο πλέον ως πριν μετά βαθέος παφλασμού εις την βραχώδη κοιλάδα, αλλ’ άμα τη ανατολή της ημέρας το νερόν έρρεε μορμυρίζον, μαλακώς κυλιόμενον επάνω εις τα βρύα και εις τα αγριοσέλινα, διότι εξύπνησαν της ημέρας οι πολλοί και προσφιλείς κρότοι.
Τέλος εφάνη του ηλίου η πρώτη ακτίς, και ανέθορεν από της θαλάσσης μία πυρίνη παμφαής γραμμή του πανεκλάμπρου φωστήρος. Και την ιδίαν στιγμήν ηκούσθη πρώτη μεγάλη κι επιβλητική φωνή, ο κλαγγασμός του αετού, χαιρετίσαντος την ανατολήν του ηλίου επάνω εις το βουνόν, από της αφθάστου και απατήτου επί των απορρώγων βράχων καλιάς του. Και δευτέρα χαιρετιστήριος φωνή ηκούσθη †ο κακκαβισμός του ιέρακος,† ο κρωγμός του ιέρακος επάνω εις τον βουνόν, εις μίαν υψηλήν χαράδραν του ιλιγγιώδους βουνού του Κουρούπη, εκεί επάνω. Και τρίτη φωνή κλιμακηδόν εχαιρέτισε το παμφαές άστρον της ημέρας, ο τιτυβισμός της πέρδικος και της τρυγόνος εις το μεσοϋψές της κοιλάδος. Και τελευταία αμέσως εχαιρέτισε διά του μινυρισμού της την ανατολήν του ηλίου η γλυκεία χελιδών, η επανευρούσα κι εφέτος την φωλέαν της άθικτον εις τα ιερά σκηνώματα, εις τον οίκον του Κυρίου, ως και εις τα καλύβια των χωρικών, και εις τας οικίας των αγαθών ανδρών της πόλεως. Και ακροτελεύτιοι δειλοί μινυρισμοί ηκούσθησαν των μικρών στρουθίων επί των θάμνων, ων το έν, μόλις υποψελλίζον, ίστατο αποφασιστικώς προσκολλημένον με τους λεπτούς πόδας του επί του κλαδίου, ενώ το άλλο, ψάλλον προς αυτό τον έρωτά του, επέτα ολόγυρά του, ίστατο προς στιγμήν επί του κλαδίου, ώρμα προς αυτό, το εφίλει, το παρεκάλει, κελαδούν, εκλιπαρούν και πάλιν κελαδούν.
Τότε και τα κατσικάκια, αισθανθέντα το θάλπος της ημέρας, ήρχισαν τα σκιρτήματά των, ευφραινόμενα εις την επαφήν του χόρτου, προσπαίζοντα περί τας μητέρας των, υποβάλλοντα το μικκύλον ρύγχος εις τον μαστόν – και δεν ήξευρον, ότι η λεπίς του σφαγέως έστιλβε και αυτή προς τον ανατέλλοντα ήλιον…
Εκεί, υπό τα υψηλά δένδρα των οποίων οι κλώνοι, με βόμβυκας και με θυσάνους τριχοειδών φύλλων κοσμούμενοι, εσείοντο υπό πρωινής αύρας, άνω του ρεύματος, του κυλίοντος μετά ψιθύρου το διαυγές νάμα του κάτω εις την κοιλάδα, εκάθισαν ηδονικώς όλοι οι βοσκοί με τας ποιμενίδας και τας βοσκοπούλας των, στρώσαντες αφθόνους πτέρεις και παχείας φυλλάδας, και ήρχισαν να διαμελίζωσι τα ευωδιάζοντα επί της σούβλας αρνία και τα ερίφια. Έφαγον και ηυφράνθησαν όλοι και αφού ο <παπ’> Αγγελής ευλόγησεν, ως έδει, την φλάσκαν, την μετεβίβασε, μεγάλην, υπόχλωρον ακόμη, δι’ ερυθράς δερματίνης λωρίδος κρατουμένην, κλώζουσαν και φυσώσαν ακαταλήπτους ήχους ένδοθεν, εις χείρας του εκ δεξιών του καθημένου προεστώτος της ομάδος, του Γιώργη τ’ Παναγιώτ’, όστις εγερθείς προσηγόρευσε διά μακρών την ομήγυριν:
– Κ’στος ανέστ’, βρε παιδιά! Αληθ’νός ου Κύριους! Ζη κι βασιλεύει! – Γεια μας!
καλή γεια! διάφουρου! καλή καρδιά! καλή γερουσύνη, όλοι μας! Χρόνους πολλούς! Κι τ’ χρόν’ νά ’μαστι καλά. Καλή χρονιά σας! Πολλά τα έτ’! Παπά μ’! να χαίρισι το πετραχήλι σ’!
Είτα, στραφείς προς τον Κούτρην:
– Γιάννη, πάντα καλώς να σας βρίσκου!






