9.4 C
Alexandroupoli
Wednesday, February 11, 2026

Το ιστορικό της Αλεξ/πολης με χαμόγελο

Ένα χρονικό της πόλεώς μας, με την γλαφυρή και σκωπτική πέννα του «ΣΧΟΛ-ιαστή», που μας το άφησε παρακαταθήκη για τα 100 χρόνια απελευθέρωσης της Θράκης (14 Μαΐου 1920)

Έγραφε ο αείμνηστος φίλος και Συνεργάτης της «ΕΛΕΥΘΕΡΗΣ ΘΡΑΚΗΣ», Γιώργος Σχολάκης (ΣΧΟΛ-ιαστής)

* * * 

Μια απαραίτητη παρένθεση, καθαρά προσωπική, ας μου επιτραπεί από τους αγαπητούς αναγνώστες της Ε.Θ.

- Advertisement -

Πολλές φορές, τελευταία, με συναντούν στους δρόμους της πόλης είτε σε μαγαζιά ή στο καφενείο όπου τακτικά συχνάζω, κάποιοι συμπολίτες μας, ιδίως γεροντότεροι (παλιούς αυτόχθονες Αλεξ-πολίτες) που μου κάνουν μερικά παράπονα.

Ένα τέτοιο παράπονο είναι ότι για προσωπικούς τους λόγους έλειπαν από την πόλη ή είχαν άλλα διαφορετικά ιδιωτικά προβλήματα τον καιρό τότε που η εφημερίδα (Ε.Θ.) δημοσίευε τις συνέχειες από τη σειρά «Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΛΕΞ-ΠΟΛΗΣ ΜΕ ΧΑΜΟΓΕΛΟ» και έτσι στερήθηκαν την ανάγνωση των κειμένων αυτών.

Επιθυμούν, λοιπόν, αν γίνεται, να προτείνω στη διεύθυνση να την αναδημοσιεύσουν τη σειρά του «ΧΑΜΟΓΕΛΟΥ».

Ευελπιστώ, απόλυτα, ότι η Ε.Θ. θα τους κάνει το χατήρι.

Κλείνοντας την εισαγωγή αυτή θα υπενθυμίσω τους αναγνώστες μου, ότι η ιστορία της πόλης μας όπως περιγράφεται στα κείμενά μου, είναι με  μορφή σατιρική, πικάντικη και ελαφριά, έτσι για να γίνεται ευχάριστη, κατανοητική και ιστορικά αντικειμενική από πολλές διασταυρώσεις που ‘κανα από ιστορικά έντυπα.

Το κωμικό στοιχείο της αφήγησης που εμπεριέχεται στο γραπτό ιστορικό δεν αποτελεί νομίζω ασέβεια και αυθαιρεσία, γιατί όλο το νόημα των κειμένων δεν ξεφεύγει από την πραγματική ιστορία του τόπου.

Το σκηνικό στο έμπα του μικρού προς τα ντοκ του μεγάλου λιμανιού της Αλεξ-πολης.

Ήτανε Κυριακή, Απρίλης, θυμάμαι και συννεφιά.

Απόγευμα αργά.

Και λοιπόν ένας -ας πούμε τούτος που τα γράφει αυτά- βρισκόταν χαζεύοντας, ακουμπισμένος στα προστατευτικά κάγκελα του Λιμεναρχείου, που σκοπό είχαν τη τάξη για την αχταρματζήδικη επιβίβαση των επιβατών στο δρομολόγιο προς Σαμοθράκη (πλοίο το Σάος).

Χάζευε, λοιπόν, τη θάλασσα, τα καΐκια, τις ψαρόβαρκες και πιο πέρα από τις δύο σπίθες τον Γλαύκο.

Και Γλαύκος, να πούμε για τους αδαείς είναι ακριβώς τούτο το γαλάζιο κύμα που το ‘βλεπε αναπολών ηλιθίως ο γράφων με ματιά που έφθανε μέχρι τουρκικά παράλια.

Τούτο το γαλάζιο κύμα, ήταν το δικά μας, το γλυκό, το σμαραγδένιο, το Θρακιώτικο.

Τη νεότερη ιστορία της Αλεξ-πολης που αρχίζει από τη δεκαετία του 1850, όταν λίγοι ψαράδες από την Αίνο, Μάκρη και Μαρώνεια, δημιούργησαν ένα μικρό οικισμό σε τούτο το μέρος, την ξέρουν λίγο πολύ οι περισσότεροι γηγενείς Αλεξ-πολίτες.

Εκείνη όμως την παλιά, αρχαία ιστορία της που δεν τη γνωρίζουν σχεδόν καθόλου, μ’ αυτή θ’ αρχίσουμε, διανθισμένη με την πικάντικη και σατιρική πλευρά, όπως υπόσχεται η τωρινή επιφυλλίδα, και θα φθάσουμε μέχρι τη νεωτέρα.

Στην αρχαία εποχή λοιπόν, ΣΑΛΗ και αργότερα ΔΡΥΣ, λέγανε τούτο τον τόπο που στην θέση τους είναι κτισμένη η σημερινή Αλεξ-πολη.

Μια περιοχή πλούσια με λιβάδια, όμορφη στη χλωρίδα με πολλές καστανιές, ελαιόδεντρα και δρυς και αξιόλογη πανίδα, ήρεμα θαλάσσια νερά πλούσια με είδη του βυθού.

Οι Θεοί του Ολύμπου, Απόλλων, Ορφέα και Φαέθων μαζί με τον σαρδανάπαλο Ποσειδώνα, μετακόμισαν εδώ στα Θρακικά παράλια, γιατί είχε ο τόπος ησυχία και το κολατσιό ήταν μπόλικο, τα κρασιά γνήσια και ο ποδόγυρος εύκολος.

Καλοκαιρινή μέρα ήτανε που ο Ποσειδώνας την είχε αράξει πάνω σε κάτι μπλόκια και βράχους που ήταν αραδιασμένοι κάτω από το σημερινό κρηπίδωμα του Φάρου, ενώ τα άλλα κακαντάσια του ο Ορφέας, Απόλλωνας και Φαέθωνας, λείπανε στο κουσερβατονάρ, προπονούμενοι για το θερμό ρεσιτάλ μουσικής του διαγωνισμού.

Ο Ποσειδώνας, λοιπόν, καθότανε ζωχαδιασμένος να κοιτάζει από κάτω προς τα [πάνω τις καρίνες των ψαρόβαρκων και τους κοκοβιούς που γαργαλούσαν τις πατούσες του.

Στα μάτια του, αντί για φρύδια είχε παχιά κιτρινόφικια και δραγάνα του Φλοίσβου.

Αφού θύμωσε ξαφνικά μια στιγμή, κάνει έτσι φυσώντας και φτιάχνει ένα μικρό χώρο στη θάλασσα μπροστά του, ένα όμορφοι, κιμπάρικο μικρό λιμανάκι, που αργότερα τον 190 αιώνα θα μεγαλώσει και θα γίνει το διαμετακομιστικό κέντρο εμπορίου θαλασσίου δρομολογίου της Αλεξ-πολης.

Από τότε στη Θρακική θάλασσα τρέχουνε τα εμπορικά καράβια και αρμενίζουνε καλάροντας κάθε λογής ψαρόβαρκες, άσε που οι όμορφες παραλιακές ακτές σηματοδοτούν καλοκαιρινές διακοπές.

Γιατί φθάνοντας μέχρι των σημερινών μερών από τις όχθες του τωρινού Ταρσανά μέχρι τα Δίκελλα, ευχές και προτροπές των ενήλικων θεών Ορφέα και Απόλλωνα, ήταν για τους ρομαντικούς, σεξιστικούς Αλεξ-πολίτες τους μετέποντα κατοίκους να ξεδίδουν ερωτικώς.

Λέγανε: – Τι ωραία που είναι το πέλαγος, τα ξώβαθα, οι αμμουδιές που τα φωτίζει ολούθε ο Φάρος.

– Θέλετε να πάμε μια βόλτα με τη λέμβο μου Κατινίτσα; (και σας βολεύω εγώ σούμπιτο).

Η Κατινίτσα θα ήθελε και ας κάμωνεται ότι δεν θέλει.

Ωραία την έφτιαξα την ακροθαλασσιά της πόλης ο άτιμος μπερμπάντης Ποσειδώνας.

Μύδια, στρείδια, κοχύλια, γαρίδες, κοτσομούρες, καλαμάρια και πολλά άλλα ψαροφάγωτα γέμιζαν τις ακροθαλασσιές μέχρι βαθιά στον πόντο τον θαλασσινό και μέχρι την σημερινή Αμφιτρίτη που τότε αρχαία ήταν παραθαλάσσια.

Εξάλλου Αμφιτρίτη θα πει «γύρω-γύρω η ακτή». Αμφί και τρι λέγεται η ακροθαλασσιά στα σανσκριτικά.

Αλλά τώρα, θα μου επιτραπεί νομίζω, να κάνω μια απαραίτητη παρένθεση, προσωπική.

Καμιά φορά βρίσκω στο δρόμο και στο καφενείο που συχνάζω, τίποτε συμπολίτες μου, παλιοί Αλεξ-πολίτες που με παραπονούνται. όπως καλή ώρα, ένας φίλος αναγνώστης μου, ο κ. Γιώργος του Λάιφ έμπορος νεωτερισμών που με κάνει φιλική κριτική.

Λέει.

– «Πολλές φορές στα κείμενά σου Σχολ-ιαστή, μας δίνει χύμα πολλαπλή μπαταρέλα, σατιρική αφέλεια και κουραστικές αναμνήσεις από τα παλιά».

Αναγκάζομαι, λοιπόν, να εξηγήσω τα πράγματα όπως έχουνε.

Τούτη δω η στήλη, που στο σημερινό μεγάλο κομμάτι θα αφορά την ιστορία της Αλεξ-πολης με σατιρική μορφή, πικάντικη και ελαφριά, αλλά στην ουσία πραγματική και ντουκουμενταρισμένη δεν μπορεί να δίνεται χρονολογικά στατικά μόνο με νούμερα και απλή ιστορική αφήγηση.

Ούτε όμως και μ’ ακράτητο καλαμπούρι.

Θα ‘ταν ασέβεια.

Πρέπει να ‘χει και μια γραμμή σωστή. Οι περισσότεροι ντόπιοι, την ιστορία της πόλης τους, δεν τη μάθανε καθόλου, ούτε στο Σχολείο. Ή τη μάθανε πάρα πολύ αχνά.

Κι ακόμα ένα ενδιαφέρον, γιατί πολλοί από εμάς κρατάμε σήμερα από παππούδες μας την πρώτη από τη νεότερη ιστορία.

Δεν σημαίνει λοιπόν, να χασκογελάει μόνα κανένας διαβάζοντας τούτο το κείμενο, αλλά να μαθαίνει και εκείνα που δεν ξέρει, έστω και με σάτιρα.    

Τα ιστορικά γεγονότα, αντικειμενικά και σοβαρά δεν γίνεται να τα παραλείψεις, γιατί τότε δεν είναι ιστορία, είναι αυθαιρεσία.

Έτσι έγινε τούτο το κομμάτι και μ’ αστείο και με σοβαρό, για να δώσει την εποχή που θέλει να δώσει.

Κι αυτό κάνει να μπει μέσα στην ιστορία, σαν ιστορία, αφού τα γεγονότα δένονται το ένα με το άλλο, και παρουσιάζονται τα πρόσωπά της μόνο διαδοχικά.

και επί τέλους, έστω και στην ευθυμογραφική του γραμμή, ιστορικό είναι εκείνο που γράφεις και δεν μπορείς να ξεφύγεις την ιστορία.

Κλείνει η παρένθεση.

Πάμε πίσω τώρα.

Ο ΣΧΟΛ-ιαστής

spot_img
Wednesday, February 11, 2026

Latest News

Ο Ελληνισμός και οι απαιτήσεις από την Τουρκία!

του Θεοφάνη Μαλκίδη «Αν πρόκειται να έχουμε εξωτερική πολιτική (τώρα δεν έχουμε καμιά) θα βγει από τη συνείδηση αυτού του...
spot_img
spot_img

More Articles Like This