Γράφει ο ΣΧΟΛ-ιαστής
Ζητείται παραλία στην ευρύτερη περιοχή της Αλεξ/πολης όπου να μπορούμε να κάνουμε μπάνιο.
Δεν ζητάμε πολλά πράγματα. Πόνο να απαγορεύεται η είσοδος σε παίκτες ρακετών, σε λουόμενους με μαγνητόφωνα και ράδιο – γκέϊμ, σε γονείς που έχουν μάθει στα παιδάκια τους ότι η παραλία είναι αποκλειστικά δική τους, σε μαντράχαλους που παίζουν τα μήλα – πιο βάρβαρο παραθαλάσσιο παιχνίδι δεν υπάρχει, που ενέσκηψε τελευταία στις δικές μας πλαζ – αφήνοντας ανάπηρους όσους άτυχους βρεθούν στην πορεία της μπάλας τους, σε οικογένειες που μόλις δουν ένα σκυλάκι δίπλα τους κάνουν σαν να τους επισκέφθηκε ο ιός της ευλογιάς αυτοπροσώπως, σε λυσσασμένα ζευγάρια που θεωρούν ότι αν δεν τεκνοποιήσουν ακριβώς δίπλα σου δεν πρόκειται να κάνουν παιδιά ποτέ, σε ταμπεραμεντόζες ανδροπαρέες εφήβων.
Επίσης θα θέλαμε στο νερό να μην επιπλέουν σακούλες, οι κάδοι να μην είναι υπερχειλισμένοι, οι γόπες στην άμμο τουλάχιστον να μην είναι αναμμένες μετατρέποντάς μας σε αναστενάρηδες τύπου Λαγκαδά.
Δεν ζητάμε πολλά πράγματα είπαμε. Ένα μπάνιο σαν άνθρωποι θέλουμε να κάνουμε.
Τώρα, καταγράφω τις σκέψεις μου, όχι για να μην τις ξεχάσω, αλλά για να τις ξορκίσω.
Πάμε, λοιπόν, στις ξεχωριστές στιγμές ενός θεσπέσιου καύσωνα που ενέσκηψε σε γειτονιά της Αλεξ/πολης.
Γιαγιάδες με πολυθρόνες έξω από τις πόρτες των σπιτιών τους, τις σπαστές πολυθρόνες με το καραβόπανο, που τόσο πρόστυχα εκτόπισαν οι πλαστικές πολυθρόνες που πουλάνε οι γύφτοι.
Βεντάλιες, περιοδικά πολύφυλλα, διπλωμένες εφημερίδες, κομμάτια διαφόρων σχημάτων από στραπατσαρισμένο χαρτόνι, που και που ανεμιστήρες, όλα προσπαθούν να αναδεύσουν, μπας και φιλοτιμηθεί και δροσίσει, ένα αέρα πηκτό σαν το σιρόπι για τα γλυκά.
Γυναίκες των σαράντα και των πενήντα χρόνων με φτηνά συνθετικά, λουλουδάτα φουστάνια φυσάνε και ξεφυσάνε πάνω από την κατσαρόλα με το καθημερινό φαγητό.
Κάποιες βρέχουν κάθε λίγο και λογάκι ένα πετσετάκι με νερό από το ψυγείο και το περνάνε από το πρόσωπο και από το ντεκολτέ τους. Οι άνδρες με το δικό τους τριχωτό φάτσα φόρα παλεύουν την όλη κατάσταση με τη συνδρομή της παγωμένης μπύρας.
– “Ρε Κατίνα, πάλι ζεστές είναι οι μπύρες, γαμώ την παρακόλα μου”,
– “Φυσικά και είναι ζεστές. Πριν από μισή ώρα τις έβαλα. Όσες είχα βάλει μέσα χθες το βράδυ τις ήπιες όλες, δεν σε προφταίνω, αλκοολικός έχει καταντήσει”,
– “Έλα εδώ μικρέ, πετάξου μια στιγμή στον Μήτσο και πάρε πέντε κομμάτια, καλά παγωμένες, πες του το, αλλιώς μην πάρεις”.
Πεταγόταν ο μικρός, έπαιρνε στη ζούλα από τα ρέστα και ένα παγωτό χωνάκι που το έτρωγε στον δρόμο, ώσπου να φτάσει στο σπίτι, φέρνοντας λίγο αργότερα τη μάνα του στα πρόθυρα νευρικής κρίσης.
– “Γιατί δεν τρως το φαΐ σου, παιδάκι μου; αφού δεν έχει φάει τίποτε από το πρωί”, ότι και τίποτε, αλλά αυτά δεν λέγονται. Έτσι και αλλιώς, ο παππούς έπαιρνε πάντα το μέρος του και η ενδοοικογενειακή ένταση αμέσως υποχωρούσε.
“Μα τι θες και εσύ να φάει με τέτοια ζέστη; Με τι όρεξη; Νερά να του δίνεις, νερά να μην πάθει αφυδάτωση το παιδί”.
Και τον έπαιρναν όλοι στο κατόπι με το θερμός.
– “Πιες, πιες, πιες”. Πόσο να πιει ο άμοιρος.
Σε μεσαιωνικό βασανιστήριο τον υπέβαλε τώρα η μαμά με το θερμός. Και πως να το γλυτώσει που όπου και αν κρυβόταν τον ξετρύπωνε για να πιει και άλλο, και άλλο και άλλο. Δεν το γλίτωνε.
Δεκάδες λίτρα νερού τον πότιζε από το πρωί που ξυπνούσε, ώσπου να ξαναπάει για ύπνο.
Και κατουρούσε μετά, στον ύπνο του, το κρεβάτι και απορούσαν “ολόκληρος γάιδαρος, να τα κάνει πάνω του; Ψυχολογικό θα είναι”. Όχι, δεν ήταν ψυχολογικό, οργανικό ήταν. Πως να μην τα κάνει πάνω του με τόσο νερό που είχε αναγκασθεί να πιει.
Αν και αυτό το καυτό καλοκαίρι, κανείς δεν καταλάβαινε τίποτε. Αποχαυνωμένοι όλοι από τη ζέστη λειτουργούσαν μηχανικά, όπως το πουλί του παιδιού που μούσκευε τα σεντόνια.
Λειτουργούσαν ή μάλλον υπολειτουργούσαν μόνο με μερικές παγωμένες μπύρες παραπάνω, με λίγες σταγόνες ανθόνερο στο ντεκολτέ, με τάβλι κάτω από την ακακία, αφού προηγουμένως ήταν καταβρεγμένα τα πλακάκια, με γεμιστά που τρώγονται κρύα, ποτέ ζεστά, με λεμονάδες και παγωτά ξυλάκι, με κανένα θορυβώδη ανεμιστήρα, με διαρκή γδουπώδη ροχαλητά και άλλους περίεργους θορύβους μέσα από τα παράθυρα τα μεσημέρια ή αρά το βράδυ.
– “Ακούς; Πάλι αερίζεται ο κύριος Αντώνης. Σιχασιά έχει καταντήσει πια”.
Ο ΣΧΟΛ-ιαστής






