Δεν υπήρχαν τα πολυκαταστήματα, οι διαφημίσεις, όλη αυτή η καταναλωτική μανία, με τα κινητά και τα σόσιαλ– Υπήρχε όμως, δυνατή οικογένεια

Είχαμε, που λέτε, μια φορά κι έναν καιρό, την Μεγάλη Εβδομάδα. Ήταν η “Εβδομάς των Παθών”, η οποία, όμως, για εμάς, σήμαινε εβδομάδα αγάπης, ειρήνης, φιλίας και περισυλλογής.
Ήταν η εβδομάδα της φιλαλληλίας, της φιλανθρωπίας, της προσαρμογής στο πνεύμα του Θείου Πάθους. Ήταν η εβδομάδα του εκκλησιασμού, του Νυμφίου, της Κασσιανής, του Μεγάλου Ευχελαίου, των Δώδεκα Ευαγγελίων, της Αποκαθηλώσεως, του Επιταφίου, των Εγκωμίων, της Αναστάσως, της Αγάπης.
Ακόμη και για εμάς, τα παιδια, που βρισκόμασταν εμπρός σε δυο εβδομάδων διακοπές, ήταν μια πολύ διαφορετική εβδομάδα. Δεν είχε παιγνίδι, δεν είχε φωνές, δεν είχε αντεγκλήσεις.
Ακόμη και οι πολιτικοί, ξεχνούσαν τους καυγάδες τους, εξ άλλου ήταν κλειστή και η Βουλή.
Τότε, δεν υπήρχε η σημερινή αφθονία επιλογών. Δεν υπήρχαν τα πολυκαταστήματα, οι διαφημίσεις, όλη αυτή η καταναλωτική μανία, με τα κινητά και τα σόσιαλ. Υπήρχε, όμως, δυνατή οικογένεια, δυνατές κοινωνικές σχέσεις. Υπήρχε κοινωνικότης, υπήρχε επικοινωνία.
Κάθε απόγευμα -έτσι αισθανόμασταν- υπήρχε ο δρόμος προς την εκκλησία. Ακολουθούσαμε συνήθως την μητέρα ή την γιαγιά μας στις ακολουθίες. Ήταν πολύ περισσότερες οι γυναίκες στους ναούς, καθώς οι άνδρες εργάζονταν μέχρι και την Μεγάλη Πέμπτη. Στις οικογένειες εργάζονταν συνήθως μόνον οι άνδρες. Σήμερα, διερωτάται κανείς “πώς τα έβγαζαν πέρα” με έναν μόνο μισθό να μπαίνει στο σπίτι. Μα, ήταν και οι απαιτήσεις πολύ λιγότερες.
Πώς, αλήθεια τα καταφέρναμε να βρίσκουμε και αρνάκι και κρασί και αυγά και τσουρέκια και ό,τι χρειαζόταν για να περάσουμε ένα χαρούμενο Πάσχα; Κυρίως τα καταφέρναμε γιατί λειτουργούσαν οι θεσμοί της οικογένειας και της γειτονιάς.
Εμείς, που είχαμε μεγαλύτερη άνεση, με πατέρα γιατρό και μητέρα ιδιοκτήτρια σχολείου, ζούσαμε πολύ έντονα εκείνες τις άγιες μέρες.
Η μητέρα μάς έδινε κάποια δέματα, τα οποία πηγαίναμε, εμείς, τα παιδιά, σε συγκεκριμένες οικογένειες, που είχαν ανάγκη. Σε οικογένειες που αντιμετώπιζαν προβλήματα με ανεργία, με ασθένειες, με εξορίες (τα είχαμε και αυτά).
Θυμάμαι την μητέρα μου να με παίρνει μαζί στο κηροπλαστείο του Σιαδήμα κι αγοράζαμε καμιά εικοσαριά λαμπάδες, που τις πηγαίναμε μαζί με τα δέματα. Επίσης, λειτουργούσε, χωρίς τυμπανοκρουσίες, και το τμήμα αλληλοβοηθείας στις Ενορίες. Όχι όπως σήμερα, που όλα γίνονται επιδεικτικά, με αναφορές, μάλιστα στα ονόματα των χορηγών. Τότε, γινόταν πράξη το “μη γνώτω η δεξιά τί ποιεί η αριστερά”. Ούτε κομπορρημοσύνες, ούτε κορδωμένοι τοπικοί άρχοντες και χορηγοί να μοιράζουν δέματα σε αναξιοπαθούντες.
Οι εφημερίδες κυκλοφορούσαν πάντα με αναφορές στην ιερότητα της κάθε ημέρας, ίσως και με κάποια απεικόνιση του Θείου Δράματος. Το ραδιόφωνο (είχαμε μόνο τα κρατικά) προσήρμοζε τα προγράμματά του στο κλίμα της Μεγάλης Εβδομάδος. Και ο πατέρας μας, απολάμβανε -επί τέλους- Μπαχ και Χέντελ στο ραδιόφωνό μας, ένα “Βέγκα” με ένα πράσινο “μάτι”.
Τα ξεχάσαμε όλα αυτα και τώρα τρέχουμε πίσω από τον κάθε επιτήδειο και χανόμαστε στον καταναλωτικό ορυμαγδό. Ποιός θυμάται ότι έχουμε Μεγάλη Εβδομάδα; Ποιός την ζει, ποιός την καταλαβαίνει; Ποιός γνωρίζει ότι απόψε θα ακουσθεί το “Η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή;”. Οι καιροί αλλάζουν, όπως και οι άνθρωποι…
Δημήτρης Καπράνος
Εφημερίδα «Εστία»





