
- Για την αντιγραφή: Μιχάλης Πατέλης
Α’ Μέρος
Ο Αριστοτέλης Κουρτίδης ο άγνωστος σε πολλούς συμπατριώτης μας, ήταν εξέχουσα μορφή των γραμμάτων. Γεννήθηκε στο Μυριόφυτο της Ανατολικής Θράκης το 1858. Αποφοίτησε από την Μεγάλη του Γένους Σχολή και στη συνέχεια βρέθηκε στην Αθήνα για να συνεχίσει τις σπουδές του. Σπούδασε Φιλολογία και μετά φιλοσοφία στην Γερμανία. Παντρεύτηκε την αδερφή του εκδότη και διευθυντή της «Διάπλασης των παίδων». Παράλληλα με την εξάσκηση του επαγγέλματος του παιδαγωγού έγραφε από το 1880 μέχρι το 1893 στο ανωτέρω περιοδικό με το ψευδώνυμο «Αιμίλιος Ειμαρμένος». Επίσης συνεργάστηκε με τις εφημερίδες Εβδομάδα, Εστία, Κλειώ & Παναθήναια.
Το παρατιθέμενο άρθρο το έγραψε επειδή έζησε από πρώτο χέρι τους ομόθρησκους και για πολλούς «φίλους» μας Ρώσους. Οι οποίοι όπως μας διδάσκει και η ιστορία, ποτέ δεν ήταν κοντά μας. Κάποιοι που έχουν «φαντασία υψιπετή» όπως γράφει ο συνεπώνυμός του Κωνσταντίνος Κουρτίδης ελπίζουν ακόμα και σήμερα να κατέβει το λευκό γένος για να μας σώσει.
Σ’ αυτούς αφιερώνεται το παρόν άρθρο εξαιρετικά.
* * *
ΟΙ ΕΛΕΥΘΕΡΩΤΑΙ
Εφημερίδα «ΕΒΔΟΜΑΣ»
Αθήναι 13 Μαΐου 1884
(του Αριστοτέλη Κουρτίδη*)

Οι κάτοικοι της Μηδείας, παραλίου κώμης της Θράκης εν Μαύρη θαλάσση, εξήλθον μετ’ εξαπτερύγων και ψαλμωδιών προς υποδοχήν των Ρώσων, τον Μάρτιον του 1878. Μετά τον τρόμον όστις κατέλαβεν αυτούς εκ της αφνιδίας μεσονυκτίου δραπετεύσεως του φρουρούντος τουρκικού λόχου και των Τούρκων κατοίκων εγκαταλειπόντων αυτούς έρμαιον της φανατικής λύσσης των μπασιμποζούκων, μετά τας φρικώδεις εκείνας ημέρας καθ’ άς από του πεπαλαιωμένου τείχους του περιβάλλοντος την Μήδειαν εθεώντο αγωνιωδώς τον καπνόν της πυρπολουμένης Βιζύης και του Αγίου Γεωργίου, και υπό οικτρού και ρακενδύτου περισωθέντος εκεί θύματος εμάνθανον τους αιματηρούς των Κιρκασίων άθλους, τας σφαγάς και τας δηώσεις, τους ενώπιον των τέκνων ακρωτηριασμούς των πατέρων και τας ενώπιον των μητέρων ατιμώσεις των θυγατέρων, οι κάτοικοι της Μηδείας εχαιρέτησαν ως σωτήρας, ως ελευθερωτάς τους Ρώσους. Ότε δε είδον αυτούς πλησιάζοντας, πάντες, μικροί μεγάλοι υπό νευρικού γέλωτος είχον καταληφθή, ησπάζοντο αλλήλους, έκαμνον τον σταυρόν των, εψιθύριζον «Δόξα σοι ο Θεός!». Τινές μέχρις Οδησσού ταξιδεύσαντες με τα πλοιάριά των εξέσκαπτον ρωσικήν τινα λέξιν εκ της μνήμης των και εφώναζον:
-Γκοσποδίν, γκοσποδίν. (κύριε, κύριε).
-Χαρός, Μήδεια, χαρός. (καλή η Μήδεια, καλή).
Και ότε επί δίσκου ο ιερεύς εν στολή προσήνεγκεν άρτον και άλας και εγεύθη αμφοτέρων ο διοικών αξιωματικός, απερίγραπτος συγκίνησις κατέλαβε τους δυστυχείς δούλους, οίτινες πεινώντες ελευθερίαν ηδιαφόρουν εκ ποίων χειρών την ελάμβανον. Άλλως τε αφού η Ελλάς, εκεί κάτω, δεν ετόλμα ή δε ηδύνατο να μεριμνήση περί αυτών εις ποίον άλλον ηδύναντο να έχωσι τας ελπίδας των ειμή εις την χριστιανικήν Ρωσίαν, την διά του σταυρού, ον προσεκίνουν, συντρίψασαν την ημισέληνον, ή εμίσουν; Αι δε μητέρες από των παραθύρων κλίνουσαι εδείκνυον εις τα τέκνα των τους ελευθερωτάς, οίτινες επί των υψηλών των ίππων υψωμένην κρατούντες την μακράν λόγχην εισήρχοντο άδοντες ενθουσιώδες εμβατήριον.

Εν μόνον δυσάρεστον ετάραξεν επί στιγμήν την ευδαίμονα Μήδειαν. Δίκανον όπλον, τουρκικόν λάφυρον, όπερ περιέφερε προς πώλησιν εις των Κοζάκων εκπυρσοκροτήσαν εν τη οδώ εφόνευσε γηραιόν πλοίαρχον. Αλλ’ ήσαν τόσον πλήρεις χαράς οι οφθαλμοί των ώστε ουδέν το πένθιμον ηδύνατο να ενοπτρισθή εις αυτούς την ημέραν εκείνην, οι δε δεισιδαίμονες άλλοτε Μηδειάται δεν εθεώρησαν απαίσιον οιώνισμα την μετά των Ρώσων είσοδον του θανάτου εις την κώμην των.
Αλλ’ από της επαύριον ο ενθουσιασμός των κατεψύγη. Οι ελευθερωταί είχον καταλάβει πάσας τας οικίας, εν ταις υψηλοτέραις εγκατέστησαν οι αξιωματικοί, τας δε έχουσας αυλήν μεγάλην μετεποίησαν εις σταύλους. Η Μήδεια μετέβαλεν ολοσχερώς όψιν. Από των παραθύρων, από των θυρών όπου τέως εφαίνοντο οι ειρηνικοί Μηδειάται με το φέσιον και το πλατύ και πολύπτυχον σαλβάρι των ή αι γυναίκες των με το φακιόλι των, την εκ χρωματιστού μπασμά εσθήτα των και το σισυρωτόν κοντογούνι των, προέβαλλον άγριαι μορφαί Κοζάκων φορούντων πλατύ κασκέτον, και κυανάς περισκελίδας με πλατείας ερυθράς λωρίδας εκατέρωθεν, και υψηλά υποδήματα. Διά την οικογένειαν δ’ εκάστης των οικιών αφέθη εν μόνον δωμάτιον, εν ω συνεσωρεύθησαν γέροντες μετά νηπίων, υγιείς μεθ’ αθενών, αλλ’ οι ημίθεοι της Πλεύνας και του Γκιόκτεπε είχον και έξεις τινάς, αναρμόστους εις νικητάς. Οι ήρωες έκλεπτον αισχρώς, ό,τι υπέπιπτεν εις τους αρπακτικούς δακτυλίους των: αδάμαντας, ή λάχανα εν άλμη, μεταξωτά ή τηγάνια, οι δε Μηδειάται, ως πάντες οι χωρικοί, οι θεωρούντες τα πράγματά των αναπόσπαστον μέρος εαυτών, οι κλαίοντες την αγελάδα των πλειότερον του τέκνου των και νομίζοντες εκρίζωσιν οδόντος των την εξαγωγήν ήλου εκ της οικίας των, περιεσύναξαν όσα ηδυνήθησαν εντός του δωματίου εκείνου, κιβώτια της προικός των θυγατέων των, στρώματα, εφαπλώματα, χαλκά σκεύη, σκάφας της πλύσεως και τα συνεπεσώρευσαν, και εκάθηντο επ’ αυτών στερούμενοι χώρου να τανυσθώσιν.

Υπεράνω δε των κεφαλών των ήκουον τρίζοντα τα υποδήματα των αξιωματικών, και ότε λαθραίως ανήρχοντο, απόντων αυτών, και έβλεπον κατερειπωμένους υπό πηλού και τεΐου και οίνων τους ωραίους τάπητας και τα δαμασκηνουργή ανάκλιντρα της αιθούσης των κατελαμβάνοντο υπό απελπισίας, αι δε γυναίκες έκλαιον.
Ώ ! πολύ, πολύ βαρεία ήτο εκείνη η ελευθερία!!
Ήσαν δε όμοιοι την συμπεριφοράν πάντες από του τελευταίου μαγείρου όστις ηρήμου τας αμπέλους κόπτων αμπελόφυλλα δια τον στρατιωτικόν ζωμόν των, μέχρι του ανωτέρου αξιωματικού και στρατιωτικού διοικητού της κώμης, του ταγματάρχου Μιχαήλ Γιουβάνωφ, γίγαντος ξανθού εστισμένου υπ’ ευλογίας, όστις έσυρεν αγερώχως το μακρόν του ξίφος επί των ανωμάλων πεζοδρομίων της Μηδείας, ουδ’ επί στιγμήν λησμονών ότι εβάδιζεν επί κατακτηθέντος εδάφους.
Συνεχίζεται…





