Ένα διαχρονικό ερώτημα, τον άνθρωπο ταλανίζει.
Γιατί δεν ζει παντοτινά, τον κόσμο να αλωνίζει;
Γιατί φεύγει πριν καν τα εκατό, χρόνια του συμπληρώσει,
και τα όνειρα που έκανε, χωρίς να ολοκληρώσει;
Αφού γλυκιά είναι η ζωή, γιατί δεν συνεχίζει,
με τα προβλήματα ή και χωρίς, το χρόνο να κουλαντρίζει;
Αυθόρμητα έρχονται στο νου, άπειρες απαντήσεις,
που δίνονται στα ερωτήματα αυτά, σε πολλές συζητήσεις.
Αν οι άνθρωποι που έρχονται, σ’ αυτήν εδώ τη γη,
δεν φεύγανε ποτέ, κάποια στιγμή, στα σίγουρα θα είχε εκραγεί.
Δεν θα έμενε τόπος κενός, απ’ το πλήθος του κόσμου,
αφού κανείς δεν θα «έφευγε», για χώρα του «έξω-κόσμου».
Και τότε θα προέκυπτε, μεγάλο πρόβλημα μετοίκησης,
του πλεονάζοντος πληθυσμού, κι η εύρεση ενός νέου τόπου κατοίκησης.
Ποιό θα ‘ταν άστρο τ’ ουρανού, για να δεχθεί τα πλήθη,
που θα έφευγαν από τη γη; Πώς; Με τον τρόπο τον συνήθη;
Αλλά τότε, και η ωρίμανση του κάθε ενός ανθρώπου,
θα ‘πρεπε, κάπου να σταματά, χωρίς την αλλαγή προσώπου!
Αφού με την ωρίμανση, αλλάζουνε τα πάντα,
και όλοι αναρωτιούνται κάποτε, πώς έγινα και γιάντα;
Και οι τροφές για να τραφεί, ο άπειρος πληθυσμός,
πού θα βρισκόταν; Τότε πραγματικά, δεν θα υπήρχε χορτασμός!
Η γη θα κατακλύζονταν, από ανθρώπους κι άλλα ζώντα.
Δεν θα περίσσευε σπιθαμή στεριάς, με όλα αυτά παρόντα.
Αμέτρητοι θα ‘ταν οι άνθρωποι, στη γη δεν θα χωρούσαν,
και θα ‘ταν χρόνιο πρόβλημα, το πώς όλοι θα ζούσαν!
Γι αυτό, θα πρέπει να λεχθεί, και να το μάθουν όλοι,
Ότι πάντοτε, όλα σωστά εξελίσσονται, στης γης το περιβόλι.
Αθ. Παπατριανταφύλλου





