Κάποτε, κάποιος έλαχε
ένα έντυπο να πάρει
από σωρό, που αράχνιαζε
και ουδείς το είχε πάρει.
Το είδε, του καλάρεσε,
ελεύθερα το πήρε,
Να ιδεί τι γράφει. Και γι αυτό
ουδείς τον αποπήρε.
Και εδώ προκύπτει ένα τρανό,
μέγα ερωτηματικό.
Ήταν κλοπή, αμάρτημα,
κι ήταν αυτό κακό;
Που πήρε ένα έντυπο,
απ’ το σωρό, που κι άλλα,
λιμνάζανε σε μια γωνιά
και δεν ήταν σε … γυάλα!
Ήταν βαρύ ατόπημα
Και συνεχίζει να ‘ναι
Αν άλλοι το έντυπο αυτό
με άλλα το πετάνε;
Και ο διψών για μάθηση,
αυτός λαθραναγνώστης,
το μελετάει, όταν το βρει
και θέλει να ‘ναι γνώστης ;





