

Από τα προξενιά και το φλερτ πρόσωπο με πρόσωπο, μέχρι το Tinder και τα άλλα apps: μια κοινωνία που συνδέεται χωρίς να συναντιέται.
Κάποτε, για να γνωρίσεις κάποιον, έπρεπε να βγεις από το σπίτι. Σήμερα, αρκεί ένα κινητό. Η εξέλιξη φαίνεται αυτονόητη. Το αποτέλεσμα, όμως, όχι απαραίτητα καλύτερο.
Στο παρελθόν, τα συνοικέσια είχαν κανόνες. Οι «προξενήτρες» ήξεραν ποιον έφερναν απέναντι σε ποιον. Η επιλογή δεν γινόταν από ρομαντισμό, αλλά για διάρκεια: κοινωνική, οικονομική, οικογενειακή. Το συναίσθημα έπαιρνε σειρά αργότερα, αν έπαιρνε καθόλου.
Με τα γραφεία γνωριμιών η διαδικασία εκσυγχρονίστηκε: φωτογραφίες, σύντομα βιογραφικά, προκαθορισμένα φίλτρα. Η επιλογή φαινόταν ελεύθερη, αλλά όχι χωρίς όρους.
Οι γενιές των 40άρηδων και άνω γνώρισαν τον άλλο πρόσωπο με πρόσωπο. Στο σχολείο, στη δουλειά, στις παρέες. Το φλερτ απαιτούσε θάρρος, αμηχανία, σιωπές, απόρριψη – όλα μέρος του παιχνιδιού. Το «μου αρέσεις» λεγόταν χωρίς κουμπί διαγραφής.
Σήμερα, η εικόνα έχει αλλάξει. Tinder, Bumble, Hinge, OKCupid – πλατφόρμες που υπόσχονται γνωριμίες και παραδίδουν ατελείωτη εναλλαγή προσώπων. Ο άλλος δεν είναι άνθρωπος· είναι προφίλ. Αν δεν ταιριάξει, δεν απορρίπτεται. Απλώς εξαφανίζεται. Και μαζί του εξαφανίζεται η ανάγκη να εξηγήσεις, να προσπαθήσεις, να αντέξεις.
Οι εφαρμογές υπόσχονται ελευθερία επιλογής, αλλά συχνά παράγουν κόπωση, επιφανειακή σύνδεση και αποξένωση. Όσο πιο εύκολα βρίσκεις τον «επόμενο», τόσο λιγότερο αντέχεις να μείνεις. Η επαφή δεν απαιτεί παρουσία. Η δέσμευση μοιάζει ρίσκο. Η μοναξιά γίνεται βαθύτερη μέσα στην ψευδαίσθηση ότι «συνδέεσαι».
Ζούμε σε μια εποχή υπερσύνδεσης και συναισθηματικής ανειδωσύνης. Μιλάμε συνεχώς, αλλά σπάνια ακούμε. Στέλνουμε μηνύματα, αλλά σπάνια συναντιόμαστε. Θέλουμε σχέσεις χωρίς κόστος, επικοινωνία χωρίς παρουσία, συντροφικότητα χωρίς ρίσκο – και αναρωτιόμαστε γιατί τελικά μένουμε μόνοι. Ίσως το swipe δεν αντικατέστησε το προξενιό. Αντικατέστησε τη δυσκολία.
Κι όμως, οι σχέσεις χωρίς δυσκολία είναι συχνά σχέσεις χωρίς βάθος. Το ερώτημα δεν είναι αν γνωριζόμαστε. Το ερώτημα είναι αν αντέχουμε να συναντάμε πραγματικά τον άλλον – ή αν έχουμε συνηθίσει μόνο την ψευδαίσθηση της σύνδεσης.
Οι τρόποι αλλάζουν, η ανάγκη όχι: να μας δουν, να μας ακούσουν, να μας αντέξουν. Η σύνδεση δεν είναι εφαρμογή,ούτε στιγμιαία επιλογή· είναι χρόνος, παρουσία, ευθύνη. Και ίσως σήμερα, η μεγαλύτερη δυσκολία -και πράξη αντίστασης- να είναι να μείνουμε.
Κυριακή Γιαλαμά
Εκπαιδευτικός





