Τι ανέφερε το ειδησεογραφικό πρακτορείο «BGNES» – Η απάντηση του Μητροπολίτη Αλεξανδρουπόλεως στην «Political» στις αιχμές για αγορές ακινήτων στη Θράκη

Συνέχεια έχει η ιστορία που ξεκίνησε την προηγούμενη εβδομάδα, μετά από προσωπική επίθεση του προέδρου της «Ελληνικής Λύσης», Κυριάκου Βελόπουλου, από το βήμα της Βουλής, προς τον Μητροπολίτη Αλεξανδρουπόλεως Άνθιμο, περί πώλησης εκκλησιαστικών ακινήτων σε αλλοδαπούς.
Μετά τις απαραίτητες εξηγήσεις από πλευράς Μητρόπολης, ήρθε το βουλγαρικό πρακτορείο ειδήσεων bgnes.com, το οποίο φιλοξένησε σχετικά το παρακάτω άρθρο, με τίτλο: «Έλληνες εξτρεμιστές εναντίον βουλγαρικών περιουσιών στην περιοχή της Λευκής Θάλασσας».
* * *
Η αγορά ακινήτων από Βούλγαρους στην περιοχή Δεδέαγατς – το όνομα με το οποίο ήταν γνωστή η σημερινή πόλη της Αλεξανδρούπολης μεταξύ των Βουλγάρων και με το οποίο αποτελούσε μέρος του Βασιλείου της Βουλγαρίας την περίοδο 1913-1918 – έχει γίνει πηγή σύγκρουσης μεταξύ ενός ακροδεξιού ελληνικού κόμματος και της τοπικής μητρόπολης, ανέφερε δημοσιογράφος του BGNES.
Ο πρόεδρος του ακροδεξιού λαϊκιστικού κόμματος «Ελληνική Λύση», Κυριάκος Βελόπουλος, κατηγόρησε από το βήμα της βουλής τον Μητροπολίτη Αλεξανδρούπολης, Άνθιμο, ότι πούλησε ακίνητα που κληροδοτήθηκαν στην εκκλησία σε Βούλγαρους πολίτες.
Ο ακροδεξιός πολιτικός χαρακτήρισε αυτή τη συμπεριφορά ως «αντεθνική» σε μια περιοχή που βρίσκεται σε κοντινή απόσταση από τη Βουλγαρία και την Τουρκία.
Προς υπεράσπισή του, ο μητροπολίτης εξήγησε ότι είχαν ακολουθηθεί όλες οι διαδικασίες και, με τη σειρά του, κατηγόρησε τον Βελόπουλο ότι σπέρνει μίσος και υπηρετεί τη Ρωσία με τις πράξεις του.
- Η αλήθεια πίσω από τη σύγκρουση Βελόπουλου-Ανθίμου
Η βουλγαρική παρουσία στα εδάφη της Θράκης και της Μακεδονίας υπάρχει εδώ και αιώνες, αλλά μετά την ήττα στους πολέμους για την εθνική ενοποίηση (1912-1918), μειώθηκε σημαντικά ως αποτέλεσμα των βίαιων και αφομοιωτικών πολιτικών της Ελλάδας. Ένα μεγάλο μέρος του βουλγαρικού πληθυσμού εκδιώχθηκε από τα σπίτια του και τα πολιτιστικά και θρησκευτικά του κτίρια καταστράφηκαν ολοσχερώς ή «εξελληνίστηκαν».
Αλλά η ίδια η Ελλάδα αναγκάστηκε να γευτεί τον ίδιο πόνο με τη Βουλγαρία μετά τον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο και την κατάρρευση της Μεγάλης Ιδέας. Εκείνη την εποχή, Έλληνες πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία εγκαταστάθηκαν τη δεκαετία του 1920 στη θέση των εκδιωχθέντων Βουλγάρων.
Παρά τον αποικισμό, τη βίαιη καταστολή μεταξύ των δύο παγκοσμίων πολέμων και στη συνέχεια, τον Εμφύλιο Πόλεμο (1947-1949), που ήταν ουσιαστικά ο τελευταίος μεγάλος βουλγαροελληνικός πόλεμος, καθώς πολλοί από τους παρτιζάνους που πολέμησαν στο πλευρό των κομμουνιστών στη Θράκη και τη Μακεδονία ήταν βουλγαρικής καταγωγής, και σήμερα υπάρχουν αρκετοί άνθρωποι με βουλγαρική αυτογνωσία που ζουν σε αυτά τα εδάφη και έχουν ξεχαστεί από τη Βουλγαρία.
Συνεπώς, η βουλγαρική παρουσία αποδεικνύεται και από τη θεμελιώδη επιστημονική έρευνα του Πατέρα Πέταρ Γκαρένα για την Ανατολική Ροδόπη, η οποία καλύπτει 1.600 οικισμούς, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων στο ελληνικό τμήμα. Σε αυτήν, περιγράφει τους κατασχεμένους βουλγαρικούς ναούς, τις σβησμένες κυριλλικές επιγραφές και την απόλυτη επιθυμία των Ελλήνων να σβήσουν τη μνήμη των Βουλγάρων. Το κύριο συμπέρασμα της έρευνάς του είναι ότι η κύρια γλώσσα που ομιλείται στην Ανατολική Ροδόπη είναι η βουλγαρική. Και αυτή η περιοχή βρίσκεται σε κοντινή απόσταση από το Δεδέαγατς.
Και αν μέχρι τώρα μιλούσαμε για την ιστορική παρουσία Βουλγάρων σε αυτά τα εδάφη, τα τελευταία 15 χρόνια έχει υπάρξει μια μαζική επιστροφή Βουλγάρων στην περιοχή της Λευκής Θάλασσας. Αρχικά, έρχονταν εδώ ως τουρίστες, αλλά αργότερα, καθώς το βιοτικό τους επίπεδο βελτιώθηκε, όλο και περισσότεροι από αυτούς άρχισαν να αγοράζουν ακίνητα. Είτε πρόκειται για εξοχικό ακίνητο, είτε για μια αγροτική κατοικία στη Θάσο, είτε για ένα απλό διαμέρισμα στην Καβάλα, όλο και περισσότεροι συμπατριώτες μας πραγματοποιούν το «ελληνικό» τους όνειρο. Το ενδιαφέρον τους υπαγορεύεται από πολλούς παράγοντες, αλλά κανένας από αυτούς δεν σχετίζεται με κανένα είδος εθνικιστικού ρεβανσισμού. Η συντριπτική πλειοψηφία τους δεν γνωρίζει καν ότι κάποτε ζούσαν εκεί Βούλγαροι.
Επιπλέον, η παρουσία Βουλγάρων συνέβαλε σημαντικά στην αύξηση του βιοτικού επιπέδου του πληθυσμού σε όλη τη Βόρεια Ελλάδα, η οποία μέχρι πριν από 25 χρόνια παρέμενε μια σχετικά φτωχή και υπανάπτυκτη περιοχή εν αναμονή της «βουλγαρικής στρατιωτικής επιθετικότητας». Μετά την πτώση των φραγμών και των συνόρων, χάρη στο γεγονός ότι τόσο η Βουλγαρία όσο και η Ελλάδα είναι μέλη της ΕΕ, οι Βούλγαροι επέστρεψαν στην περιοχή του Αιγαίου, αλλά όχι με τανκς, αλλά με σύγχρονα δυτικά αυτοκίνητα και επιχειρήσεις, και από τις αρχές του τρέχοντος έτους, με το κοινό μας νόμισμα, το ευρώ.
bgnes.com
* * *
Επιπρόσθετα, ο Μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως, Άνθιμος, έδωσε συνέντευξη στην εφημερίδα “Political”. Στις παρακάτω ερωτήσεις, απάντησε ως εξής:
– Σεβασμιώτατε χρησιμοποιήσατε τον όρο «ορθόδοξη χριστεμπορία» στην
ανακοίνωσή σας. Πώς ορίζετε αυτή την πρακτική στο σύγχρονο πολιτικό
σκηνικό και γιατί θεωρείτε ότι εργαλειοποιείται η πίστη;
Η πίστη μας είναι «καλή πανοπλία αλλά κακός μανδύας». Πέρασε από τις ρωμαϊκές Κατακόμβες, στον Χρυσοτρίκλινο Βόσπορο και από τα Οθωμανικά Σαράγια στη Βαυαρική φραγκομέγγενη. Στριμώχτηκε στα όρια του έθνους-κράτους και κατέληξε με κάποια υποφερτή συναλληλία στο σύγχρονο πολιτικό σκηνικό. Σήμερα δεν θέλουμε να θρησκεύεται το Κράτος μας. Η Ορθόδοξη Παράδοση μας, επειδή είναι δυνατή, διαποτίζει τόσο την καθημερινότητα της ελληνικής Κοινωνίας, όσο και το κρατικό Πρωτόκολλο, αλλά δεν χρειάζεται παραπέρα. Θέλουμε να είμαστε Εκκλησία και όχι εξάρτημα του Κράτους. Να εμπνέουμε την ελλαδική κοινωνία με το Ευαγγέλιο και να της προτείνουμε την «κατά Χριστόν» ζωή. Να την προσκαλούμε σε ενότητα και να δίνουμε λύσεις που θα απελευθερώσουν τον σύγχρονο Έλληνα από όσα τον «πνίγουν». Εννοώ, την σχιζοφρένεια της θρησκείας, την καθημερινή αβεβαιότητα και την μελλοντική ρευστότητα. Αυτή η «δουλειά» είναι δική μας και όχι της Πολιτείας, που έχει να ασχολείται με το επίπεδο και την ποιότητα του βίου μας. Η Πολιτεία δεν ξέρει να κρατήσει στα χέρια της σωστά τον Σταυρό, όταν το επιχειρεί, συνήθως τον κρατάει από πάνω και τον μεταχειρίζεται σαν στιλέτο.
– Συνδέσατε την κριτική που δέχεστε με τη «ρωσοφιλία». Πώς επηρεάζουν οι
γεωπολιτικές ισορροπίες και οι σχέσεις με την Ορθόδοξη Ρωσία την
εσωτερική εκκλησιαστική και πολιτική ζωή στη Θράκη;
Στη βόρεια Ελλάδα μέχρι το 2016 είχαμε οικοδομήσει ποικίλες σχέσεις με την Ορθόδοξη Ρωσία, αλλά σταδιακά αρχίσαμε να τις φρενάρουμε, όταν η Μόσχα δημοσιοποίησε τις αμφισβητήσεις της κατ’ αρχήν, και την πολεμική της στη συνέχεια, ενάντια στο Οικουμενικό Πατριαρχείο μας. Το οποίο, για τους πληθυσμούς της βορείου Ελλάδος είναι το γονίδιο της πνευματικότητός μας. Όσοι Ορθόδοξοι θέλουν να σβύσει το Φανάρι, το κατηγορούν ως «οικουμενιστικό». Μα! Ορθοδοξία που δεν ανοίγεται στην Οικουμένη και δεν «μαθητεύει πάντα τα έθνη», δεν είναι Ορθοδοξία. Είναι απλή, επαρχιώτικη θρησκευτική παράδοση. Η σημερινή Εκκλησία της Ρωσίας, δυστυχώς, καταγράφει στην ιστορία της αντικανονικές «εισπηδήσεις», τολμά «πτερνισμούς», προσπαθεί να μετακινήσει «αιώνια όρια», μεταλλάσσεται σε κρατικό εργαλείο και ευλογεί βόμβες. Μας λυπεί πολύ αυτή η εκκλησιολογική εκτροπή, επειδή στιγματίζει το σώμα της Ορθοδοξίας και καμμιά αφελής, ωφελιμιστική, ρομαντική ή συναισθηματική «ρωσοφιλία», δεν μπορεί να τα παραβλέψει. Ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος ελπίζει στην μετάνοιά τους, τους μνημονεύει και προσεύχεται γι’αυτούς. Οπότε και οι Επίσκοποι δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς. Αυτό μας επιβάλλει η συνείδηση της Ορθοδόξου παραδόσεώς μας και η εκκλησιαστική μας ευθύνη, πάνω στο Σώμα της Εκκλησίας, δηλ. του Χριστού.
– Κατηγορήσατε τον κ. Κυριάκο Βελόπουλο ότι «επιχειρεί τον διχασμό της
κοινωνίας». Ποιοι είναι οι κίνδυνοι από μια τέτοια ρητορική ειδικά σε μια
ευαίσθητη περιοχή όπως ο Έβρος;
Δεν συνηθίζω να κατηγορώ πολιτικούς. Όμως, ο τοπικός βουλευτής του, διασπείρει συστηματικά πανικό και καλλιεργεί φοβίες στους χριστιανούς και στους μουσουλμάνους θρακιώτες, ότι πλέον θα εκπτοπιστούμε, άλλοτε από τους Τούρκους και άλλοτε από τους Βουλγάρους, επειδή «αγοράζουν τη γη μας» και «παίρνουν» τον τόπο μας. Αυτή η τρομολαγνεία έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τους θρακιώτες που καθημερινά αξιοποιούν τον τουρισμό και οικοδομούν εμπορικές και πολιτισμικές σχέσεις με τους γείτονες, ελπίζοντας έτσι να θεραπεύσουμε τις τραυματικές θύμησες του παρελθόντος. Και δόξα να ‘χει ο καλός Θεός, δεν είχαμε τα χρόνια αυτά κανένα πρόβλημα, με την λεγόμενη «επέλαση». Προ ημερών επικαλέστηκα τη ρήση του Αβραάμ Λίνκολν: «σύνορα που τα περνούν εμπορεύματα, δεν τα περνούν ποτέ στρατιώτες» και ζήτησα να κατεβάσουμε τις οπλομάχες σημαίες και να αφουγκραστούμε την τοπική κοινωνία μας και το μέλλον της. Φαίνεται όμως, ότι αυτή μου η παράκληση δυσκόλεψε την ψηφοθηρική συνωμοσιολογία του συγκεκριμένου Κόμματος και ο τοπικός βουλευτής κάλεσε «τον μπαμπά του να με δείρει». Έτσι είδαμε τον κ. Βελόπουλο στο Κοινοβούλιο, να κραδαίνει πωλητήρια συμβόλαια που είχαν συναφθεί από το Μοναστήρι μας και μια Ενορία πριν από 7-9 χρόνια. Και βέβαια ο κ. Βελόπουλος μπορεί να επιδιώκει τον εθνοφυλετισμό και την ποινικοποίηση του εμπορίου και του τουρισμού. Αλλά όχι και να μας εγκαλεί για αντεθνικές πράξεις! Αυτό του πάει πολύ! Δεν του το επιτρέπω! Είναι παραπάνω από το μπόϊ του!
– Σε πρόσφατες δηλώσεις σας προτείνατε στους εβρίτες «να μην πωλούν» τη γη τους. Πώς μπορεί η Εκκλησία να αποτρέψει την οικονομική και πληθυσμιακή
αποδυνάμωση της περιοχής;
Οι δύο Μητροπόλεις του Νομού μας, Διδυμοτείχου και Αλεξανδρουπόλεως, προτείναμε στην Κυβέρνηση κοστολογημένες ιδέες σχετικά με το ζήτημα. Επειδή εθνική πολιτική, μπορεί και οφείλει να κάνει η Πολιτεία, όχι όμως οι πολίτες. […]





