9.4 C
Alexandroupoli
Friday, February 13, 2026

Γαϊδούρι ξεσαμάρωτο

Γράφει ο ΣΧΟΛ-ιαστής

33

Άντε ένα κομμάτι ακόμα (χριστουγεννιάτικο) και οσονούπω τελειώνει κι αυτή η χρονιά. Και μ’ όλες τις ευχές, να ‘μαστε καλά για την άλλη.

Για το τέλος, λοιπόν, σκέφθηκα να περιγράψω ένα αυτοβιογραφικό και διαχρονικό “στόρι”, όχι για τίποτε άλλο, αλλά για να γνωρίσετε τον  ψευτοσυντάκτη που σας ταλαιπωρούσε όλη τη χρονιά με τις αρλούμπες και τα μπαρμπούτσαλα που έγραφε. Της πλάκας είναι βέβαια το βιοδρομικό, αλλά πρέπει κι εγώ να ικανοποιήσω την ματαιοδοξία μου.

- Advertisement -

Ότι θέλω λέω, λες και με λόγια καταφερτζήδικα να σας πείσω, ότι κάτι αξίζω κι εγώ, και δεν είμαι απλά ένα ψώνιο της εφημεριδογραφίας.

Έστω!

Λοιπόν, αυτός ήτανε ο καημός μου από παιδί. Μου το έλεγε ο μακαρίτης ο πατέρας μου, γκρίνιαζε και η δόλια η μάνα μου.

– Εσύ παιδί μου, δεν θα βάλεις μυαλό ποτέ. Εσύ δεν θα γίνεις άνθρωπος. Εσύ θα γίνεις γαϊδούρι και ένας ντενεκές άχρηστος.

Φωνακλάς, τζαναμπέτης, ασήμαντος, αναίσθητος ήμουνα και το χειρότερο πεισματάρης.

Άλλου είδους πεισματάρης. Τίποτε δεν παραδεχόμουνα. Και να δεις που τα είχα όλα τα γνωρίσματα του γαϊδουριού και του ξεγάνωτου τενεκέ.

Τράβαγε τα μαλλιά της απελπισμένα η κυρά – Αθανασία η μάνα μου.

– Ντύσου να πας στην εκκλησία, μ’ έλεγε κάθε Κυριακή πρωί.

– Δεν θέλω, απαντούσα πεισματικά εγώ.

– Ένα βήμα, είναι οι Άγιοι Ανάργυροι στη γειτονιά μας.

– Δεν θέλω, λέω.

– Τι θα πει δεν θέλεις, βρε γάιδαρε; Τι θα πει; Δεν είσαι χριστιανός εσύ; Δεν είναι ορθόδοξος;

Πήγαινα και της δώσω να καταλάβει.

– Έστω. Είμαι χριστιανός. Ποιος με έκανε όμως;

– Ο νουνός σου, που σε βάφτισε, ο παπάς, η εκκλησία, το μυστήριο της βάπτισης.

– Γιατί να με κάνουν χριστιανό; Με ρωτήσανε εμένα;

– Τι θα πει σε ρώτησαν; Έτσι γίνεται μ’ όλα τα παιδιά.

– Ποιος το λέει; Εγώ, μπορούσα να ήμουνα μουσουλμάνος. Θα ήθελα να είμαι, γιατί το κοράνι μ’ αρέσει και αντί η ταυτότητά μου να γράφει Χου – Ο., θα ήθελα να γράφει Μι-Μι. Την πείραζα.

– Τι θα πει Μι-Μι, απορούσε η δόλια η μάνα μου.

– Μουσουλμάνος, Μωαμεθανός. Εξηγούσα εγώ, μέσα στο πνεύμα της αντιλογίας μου.

– Τον κακό σου τον καιρό!

Ύστερα με λέγανε για καλή ανατροφή:

– Να μη λες ψέματα.

Εγώ έλεγα ψέματα. Και πολλά μάλιστα. Με βάζανε μπροστά.

– Γιατί λες μωρέ γάιδαρε;

– Όλοι λένε ψέματα, απαντούσα.

– Ο πατέρας σου λέει;

– Πως δεν λέει. Αφού έχει το μαγαζί το γαλατάδικο και αγοράζει από τον παραγωγό την οκά εκατό δραχμές, την πουλάει διακόσιες και λέει, λόγω τιμής, ότι του κοστίζει τελικά 150.

– Αυτό είναι το εμπόριο.

Δεν το καταλάβαινα. Ύστερα όμως τα ξεχώρισα.

Άμα, λες, δηλαδή, ψέμα για να κερδίσεις, λέγεται εμπόριο και συμφέρον. Άμα λες ψέματα γιατί δε κάνει κέφι, είσαι τότε ψευταράς μεγάλος.

Έχει και άλλα η ανατροφή. Ερχόταν στο μαγαζί μας, ένα παραγωγός ντόπιος από το Καραμανλίδικα πάνω, φίλος και συνεργάτης του πατέρα μου.

Ήτανε πάντα κατσούφης, απαιτητικός, σμιχτοφρύδης, συμφεροντολόγος και σπάγκος. Δωράκι για μένα παιχνιδάκι φτηνό έστω, ποτέ δεν μ’ έφερε τόσα χρόνια. Δεν τον χώνευα. Ήθελα να τον μουντζώνω. Με λέγανε.

– Μη. Δεν κάνει. Είναι προμηθευτής και πολύ φίλος με τον μπαμπά. Συνεργάτης.

– Ε, ο μπαμπάς να τον χαίρεται, εγώ θα τον μουντζώσω. Δεν είναι δικός μου συνεργάτης.

Με δέρνανε.

Πήγαινα και εγώ. Πίσω από την πόρτα τον γαλακτοπωλείου και τον μούντζωνα κρυφά.

Αυτό μου το επιτρέπανε.

– Πρόσεχε, άμα και σε δει, θα σε σαπίσουμε στο ξύλο.

Όταν τελείωσα το Δημοτικό, με ρωτήσανε τι δουλειά μ’ αρέσει.

– Τσαγκάρης, είπα.

Έφαγα ένα χαστούκι.

– Ε, όχι και παπουτσής, λέγανε.

– Μ’ αρέσει, έλεγα με καμάρι. Όπως ο Κατσαραπίνης, ο τσαγκάρης στη γειτονιά μας.

Κι άλλο χαστούκι ερχότανε αμέσως.

– Άλλη δουλειά δε σ’ αρέσει; με ξαναρωτούσαν.

– Πως, αυτή όπως του κυρίου Αργύρη του Αγγλιά. Που έχει καλλιτεχνικό στην 14η Μαΐου.

Κάνει ωραία πράματα. Τον θαυμάζω. Επιγραφές απίθανες, σφραγίδες, τυπογραφικά όμορφα, ζωγραφιές.

– Θα γίνεις Δημόσιος υπάλληλος, πάει τελείωσε.

– Όχι, εγώ θέλω άλλα πράματα.

– Στην οικογένειά μας, όχι άλλον βιοτέχνη.

– Ο ξάδελφός μου, όμως ο Βασίλης που έγινε Δ. Υπάλληλος δεν έχει ούτε ποδήλατο να πηγαίνει στη δουλειά από την Εξώπολη που κάθεται και πληρώνεται με τρεις και εξήντα τον μήνα και δεν έχει τσιγάρο να φουμάρει.

– Τίποτα. Θα μάθεις γράμματα για να γίνεις υπάλληλος.

Πήγα στο Γυμνάσιο, έμαθα όσα έμαθα. Αργότερα χτύπησα το κεφάλι μου, που έχασα έξι ολόκληρα χρόνια για ένα χαρτί και διορισμό δεν έβλεπα.

Εν τω μεταξύ παρατηρούσα εκείνους. Που είχανε δουλειές με εμπόριο, μαγαζιά με πολλά είδη, πωλήσεις, αγορές, συναλλαγές, αντιπροσωπείες και είχανε τρελαθεί στα λεφτά.

Εντύπωση μ’ έκανε μεγάλη ένα μαγαζί εκεί στην πλατεία Τρούμαν, του Ράκαλου που ήτανε και φίλος του μπαμπά και δεν έβγαλε μήτε Δημοτικό.

Απ’ όλα πωλούσε. Από μπαρούτια για κυνηγούς μέχρι βεντουζόσπιρτο για εντριβές και όσπρια. Πολλά λεφτά. Σκεφτόμουνα. Καλύτερα κι εγώ να γέμιζα το κεφάλι μου με ιδέες εμπορικές, φασόλια, φακές, ρεβίθια, χαρούπια, καλλυντικά, οικοδομικά υλικά, ιχθείς και γατοτροφές, παρά τα άχρηστα στο κεφάλι μου, λατινικά και του Δαρείου και Παρυσάτιδος γίγνονται παίδες δύο.

Θα ήμουν κύριος μερεκλαντάν με τάλληλα μπαγιόκο.

Τώρα έκανα τράκες να πάω σινεμά να δω τον Ράντολφ Σκώτ σε καουμπόδικες περιπέτειες. Ολούρμο;

Τότε κατάλαβα ότι τα όσπρια και η παλαμίδα η κατεψυγμένη αξίζουνε πιο πολύ από τα γράμματα.

Οι δικοί μου, όμως επιμέναμε.

– Όχι, εγώ.

Τελικά, από μια βοϊδοσχολή συνέχισα να μαθαίνω γράμματα, μετά το γυμνάσιο δηλαδή, και έγινα τεχνικός κατασκευών σε γραφείο εργολάβου.

Κάπως καλμάρισαν τότε οι δικοί μου.

Για να μη τους χαλάσω το χατήρι να γεμίζω το κεφάλι μου με γράμματα, παρακολουθούσα συνάμα και μαθήματα Γαλλικής γλώσσας στην Αντουανέτα.

Εκεί βέβαια, με ενδιέφερε περισσότερο το μπούστο και το ντεκολτέ μιας συνεκπαιδευόμενης μαζί μου κοπελιάς παρά το “Σερσέ λα φαμ”.

Αργότερα θέλησα να παντρευτώ. Αγαπούσα μια κοπέλα. Λέει η μάνα μου:

– Όχι, θα πάρεις αυτή που σε προξενεύουν. Έχει προίκα.

– Μα εγώ δεν αγαπώ, ρε μάνα, την προίκα. Κορίτσι αγαπάω.

– Θα πάρεις προίκα. Τι σου λέμε εμείς.

Τελικά πήρα το κορίτσι που ‘θελα. Όχι την άλλη με προίκα. Πεισμάνεψα Σουφλιώτικα.

Με βγήκε σε καλό. Με γαϊδουρινή υπομονή πέτυχα.

Ήτανε καλή, νοικοκυρά, μυαλωμένη, σίγουρη.

Τότε κατάλαβα πάλι. Άμα πάρεις προίκα δεν παίρνεις γυναίκα. Γιατί εκτιμάται μόνο η προίκα.

Στο τέλος μου είπανε:

– Γίνονται Δημοτικές Εκλογές οσονούπω. Να μπεις σε ψηφοδέλτιο να εκλεγείς για Δημοτικός Σύμβουλος.

Θα σε υπολήπτονται τότε όλοι οι Αλεξ/πολίτες και θα αποκτήσεις προνόμια.

– Δεν θέλω. Ποιός θα με ψηφίσει; Ο Άκης ο φίλος μου;

– Θα τρέξουμε, θα βοηθήσουμε εμείς και όλο το σόι μας.

Δεν ξέρω πως βοηθήσανε. Πάντως στην προεκλογική περίοδο, πολλοί γνωστοί, φίλοι και γείτονες, ζητάγανε προκαταβολικά ρουσφέτια. Εγώ ήμουνα, όμως γάιδαρος ως συνήθως και έλεγα όχι. Θυμώνανε, δεν το εκτιμούσανε. Λέγανε είναι πεισματάρης σαν γάιδαρος.

Δεν ψηφίστηκα. Δεν βγήκα Δημοτικός Σύμβουλος.

Και τότε, πάλι κατάλαβα. Άμα θέλεις να γίνεις σπουδαίος να κάνεις και να λες ναι και ας είναι ψέμα.

Εμένα μ’ έσκασε το γαϊδουρίσιο.

Όμως το ευχαριστήθηκα μ’ όλη μου την ψυχή.

Τι ωραία που ήτανε, όσο ήμουν τετράποδο γινατσίαρικο.

Αυτά και τέλος για φέτος.

Ίσως την άλλη χρονιά, πάλι μαζί με νέα δημοσιεύματα με τις συνήθες κοτσάνες και μπαρμπούτσαλα που συνηθίζω.

Α, και κάτι άλλο ακόμα, έτσι σαν υστερόγραφο.

Έχω λάβει μέχρι τώρα, πολλά προσωπικά συμβάντα αναγνωστών της στήλης που δεν προλαβαίνω να τα δημοσιεύσω λόγω λήξης της σεζόν.

Αν ο εκδότης της Ε.Θ. θέλει να συνεχίσω και την άλλη χρονιά, αυτό εξαρτάται μόνο από τον ίδιο. Τότε ευελπιστώ να τα περάσω στο πλαίσιο του δικαιώματος των 15 λεπτών δημοσίευσης των αναγνωστών.

Καλό χειμώνα, και καλές γιορτές.

Ο ΣΧΟΛ-ιαστής

spot_img
Friday, February 13, 2026

Latest News

Αναστάτωση στην Ορεστιάδα από σύλληψη για υπόθεση παιδικής πορνογραφίας

Στα χέρια των στελεχών της Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος της ΕΛ.ΑΣ. έπεσε ένας 26χρονος άνδρας στην Ορεστιάδα, ο οποίος ερευνάται...
spot_img
spot_img

More Articles Like This