
- του Παναγιώτη Κουσίδη
Στην πολιτική σκηνή οι δημοσκοπήσεις έχουν πάψει προ πολλού να αποτελούν ένα απλό εργαλείο καταγραφής των κοινωνικών τάσεων. Έχουν μετεξελιχθεί σε έναν άτυπο, πλην πανίσχυρο, πολιτικό θεσμό. Σε έναν «ρυθμιστή» που δεν αποτυπώνει απλώς την κοινή γνώμη αλλά επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο αυτή συγκροτείται και εκφράζεται.
Στο σημερινό εξαιρετικά κατακερματισμένο πολιτικό τοπίο, όπου οι παραδοσιακές κομματικές ταυτίσεις έχουν σε μεγάλο βαθμό υποχωρήσει και σημαντικό μέρος του εκλογικού σώματος μετακινείται υπό την επίδραση της συγκυρίας και του συναισθήματος. Η απόλυτη εξάρτηση από τις δημοσκοπήσεις και τα εργαλεία ανάλυσης δεδομένων αποκτά τα χαρακτηριστικά μιας σοβαρής πολιτικής στρέβλωσης.
Η τρέχουσα επικαιρότητα προσφέρει αποκαλυπτικά δείγματα αυτής της εξέλιξης. Τα κομματικά επιτελεία λειτουργούν πλέον ως αιχμάλωτοι των κυλιόμενων μετρήσεων και της συνεχούς επεξεργασίας των δεδομένων της κοινής γνώμης. Οι στρατηγικές αποφάσεις λαμβάνονται όλο και συχνότερα με γνώμονα της άμεση επικοινωνιακή απόδοση μιας δήλωσης ή ενός πολιτικού ελιγμού και πολύ λιγότερο με ορίζοντα τις δομικές μεταρρυθμίσεις που χρειάζεται η χώρα. Ζούμε δηλαδή στην εποχή της «διαρκούς προεκλογικής εκστρατείας», όπου η μακροπρόθεσμη πολιτική υποχωρεί μπροστά στην εφήμερη τακτική και το πολιτικό όραμα αντικαθίσταται από ένα εβδομαδιαίο και ανακυκλωμένο αφήγημα.
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο αυτής της ιδιότυπης «δημοκρατίας του ακροατηρίου» είναι η προφητεία των ποσοστών. Όταν το πολιτικό σύστημα και τα μέσα ενημέρωσης αναπαράγουν ακατάπαυστα τη δημοσκοπική φθορά ενός χώρου ή την εικόνα μιας «καθηλωμένης» αντιπολίτευσης, δημιουργείται ένας ασφυκτικός ψυχολογικός κλοιός γύρω από τον πολίτη. Η ψήφος τότε, απογυμνώνεται σταδιακά από το ιδεολογικό και πολιτικό της περιεχόμενο και μετατρέπεται σε μια ψυχρή άσκηση «χρήσιμης» ή «χαμένης» επιλογής. Οι μετρήσεις δεν καταγράφουν πλέον μόνο τάσεις. Συμβάλλουν στη διαμόρφωση συσχετισμών και εγκλωβίζουν την κοινωνία σε προκατασκευασμένα, συχνά τεχνητά, διλήμματα.
Αυτή η αδυναμία αποτύπωσης των πραγματικών κοινωνικών διεργασιών οδηγεί σταδιακά σε μια διακυβέρνηση χωρίς σταθερό στρατηγικό ορίζοντα. Όταν η λήψη αποφάσεων εξαρτάται από τον εβδομαδιαίο «δημοσκοπικό υδράργυρο» η εκάστοτε κυβερνητική πολιτική χάνει τη συνέχεια και τον μακροπρόθεσμο προσανατολισμό της.
Η χώρα στερείται έτσι ενός συνεκτικού εθνικού σχεδιασμού, καθώς το πολιτικό σύστημα επιλέγει συχνά τη βολική αδράνεια απέναντι στο πολιτικό κόστος μιας αναγκαίας αλλά προσωρινά μη δημοφιλούς απόφασης.
Η κύρια ευθύνη όμως, δεν βαρύνει τις εταιρείες μετρήσεων, οι οποίες καλούνται να εργαστούν σε συνθήκες αυξανόμενης κοινωνικής άρνησης, χαμηλής συμμετοχής και μεταβαλλόμενης πολιτικής συμπεριφοράς. Βαρύνει πρωτίστως το πολιτικό προσωπικό, το οποίο καταναλώνει τα δημοσκοπικά δεδομένα με όρους εκλογικής απόδοσης και καθημερινού ανταγωνισμού. Δηλαδή με όρους ποδοσφαιρικού στοιχήματος.
Η διαρκής εξάρτηση από τις μετρήσεις παράγει τελικά πολιτικά φοβικές ηγεσίες. Οι ηγέτες του παρελθόντος επιχειρούσαν να διαμορφώσουν την κοινή γνώμη, να πείσουν την κοινωνία και να αναλάβουν το κόστος των δύσκολων επιλογών. Πολλοί από τους σημερινούς ηγέτες ακολουθούν την κοινή γνώμη περισσότερο απ΄ όσο την επηρεάζουν, εγκλωβισμένοι σε μια διαρκή ανησυχία πολιτικού κόστους.
Αν η πολιτική θέλει να ανακτήσει της αξιοπιστία και την κοινωνική της χρησιμότητα, χρειάζεται να απελευθερωθεί από την «τυραννία των ποσοστών». Οι πολιτικές δυνάμεις οφείλουν να επιστρέψουν στην παραγωγή ιδεών, προτάσεων και συλλογικών σχεδίων με βάση τις αρχές και τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας. Σε διαφορετική περίπτωση, το χάσμα ανάμεσα στη «δημοσκοπική» και την «πραγματική» κοινωνία θα συνεχίσει να βαθαίνει.



