Χρυσή ευκαιρία βρήκε η Κυβέρνηση, με την υπόθεση NOVARTIS, για σπίλωση των ενοχλητικών αντιπάλων της – Η Δικαιοσύνη πρέπει να δίδει την αίσθηση ότι απονέμεται ορθώς

Δεν υπάρχει κανένας θεσμός, μόνο ο λαός» είχε αναφωνήσει κάποτε, σε μια από τις αμέτρητες παραληρηματικές εξάρσεις τής δημαγωγικής του αμετροέπειας ο Ανδρέας Παπανδρέου.
«Απόφθεγμα» το οποίο κάθε μπολσεβίκος πού σέβεται τον εαυτό του, έστω και αν ή παιδεία του και oι γνώσεις του περιορίζονται στο αναμάσημα «χιλιοειπωμένων «τσιτάτων» τής λενινιστικής διδασκαλίας, αποδέχεται μέ πλήρη συναίσθηση ότι μεταλαμβάνει των «άχραντων μυστηρίων» της…
Ο αγράμματος και ακαλλιέργητος πρωθυπουργός έχει κάθε λόγο να προσυπογράφει αυτή την μοναδικής ολοκληρωτικής αντίληψης «αλήθεια», αφού η συγκρότησή του ως ανθρώπου και ως πολίτη διαμορφώθηκε μέσα στο περιβάλλον της ΚΝΕ, κάτω από την λάμψη των μολότοφ και μέ τις αιώνιες παρακαταθήκες του Στάλιν, του Μάο, του Τσε και των «ημετέρων» Ζαχαριάδη, Βελουχιώτη και Μπελογιάννη.
Στη σκέψη και στην ψυχή αυτών των «ιερών τεράτων» και τών αμετανόητων θαυμαστών τους ό λαός δεν είναι τίποτε λιγότερο και τίποτε περισσότερο από το πρόσχημα πού τους «επιτρέπει» να μιλούν συνεχώς εξ ονόματος του και για λογαριασμό του και να εμφανίζονται ως αποκλειστικοί προστάτες τών συμφερόντων του, την ίδια στιγμή που περιφρονούν την δημοκρατία, απεχθάνονται την αδέσμευτη βούληση των πολιτών και μισούν τις ελεύθερες συνειδήσεις.
Η «υπόθεση Novartis» είναι η χαρακτηριστική περίπτωση της ολοκληρωτικής αντίληψης των σημερινών κυβερνώντων.
Μακράν του να αναζητούνται oι πραγματικές ποινικές ευθύνες και η εξάλειψη μιας πρακτικής πού επιβαρύνει το δημόσιο και τους ασφαλισμένους στον χώρο του φαρμάκου, η κυβέρνηση είδε στην υπόθεση αυτή την χρυσή ευκαιρία για την σπίλωση τών ενοχλητικών αντιπάλων της και για την συντήρηση ενός κλίματος, πού, κατά την άποψη της, ενισχύει και εδραιώνει το περιλάλητο «ηθικό πλεονέκτημα» της αριστεράς.
Όταν ο αναπληρωτής υπουργός Δικαιοσύνης, πρωτοκλασάτα στελέχη του Μαξίμου αλλά και ο ίδιος ό πρωθυπουργός υποστηρίζουν ότι πρόκειται για «το μεγαλύτερο σκάνδαλο του αιώνα» και, τελικώς, αποδεικνύεται, έστω κατά «δόσεις», ότι οι καταγγελίες δεν ευσταθούν, ότι οι προστατευόμενοι τρεις μάρτυρες -εκ των οποίων ο ένας είναι ήδη κατηγορούμενος, προστατεύονται για να καταθέτουν τις φαντασιώσεις τους και τις προκατασκευασμένες ανοησίες τους και ότι το άνοιγμα τών λογαριασμών αποδεικνύεται «μπούμερανγκ», τότε είναι προφανές ότι δεν πρόκειται απλώς για πλήρη διακωμώδηση μιας διαδικασίας στην οποία η κυβέρνηση στήριξε κυριολεκτικά την πολιτική της επιβίωση.
Το χειρότερο είναι ότι σ’ αυτή την διαδικασία σταλινικής έμπνευσης, ως προς τον επιδιωκόμενο στόχο, την ηθική εξόντωση τών αντιπάλων, εντάσσεται και ή άσκηση πίεσης προς τα αρμόδια όργανα της Δικαιοσύνης, πού μοιάζει να θεωρείται από τον Τσίπρα και την παρέα του ως πράξη απολύτως θεμιτή, αφού εξυπηρετεί τις άνομες σκοπιμότητες του.
Τα τελευταία χρόνια στη Νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Δ.Δ.Α.) έχει αναπτυχθεί η λεγόμενη θεωρία τών φαινομένων (théorie des apparences), σύμφωνα με την οποία ή δικαιοσύνη δεν πρέπει απλώς να απονέμεται, πρέπει επίσης να δίδει την αίσθηση ότι απονέμεται ορθώς.
Δηλαδή, κατά το Δικαστήριο του Στρασβούργου, έχει θεμελιώδη σημασία για την απονομή της δικαιοσύνης η απόδοση της να μην είναι απλώς τυπική, βάσει τών αντικειμενικών δεδομένων, αλλά να εδραιώνει, ταυτόχρονα και την υποκειμενική εκτίμηση, ότι αποκλείει την οποιαδήποτε αμφιβολία για την ορθότητα της συγκεκριμένης δικαστικής απόφασης.
Με άλλα λόγια ή θεωρία αυτή αποβλέπει στην αναζήτηση των στοιχείων πού θα εδραιώσουν στην κοινή γνώμη την απόλυτη πεποίθηση για την ανεξαρτησία τών δικαστών, με την αποφυγή συγκεκριμένων περιστατικών, που υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες θα επέτρεπαν σε έναν αντικειμενικό παρατηρητή να αμφιβάλει για την αμεροληψία και την αντικειμενικότητα τους.
Είναι βέβαιον ότι oι συνεχείς πρωθυπουργικές αναφορές στην «υπόθεση Novartis», oι «ετυμηγορίες» Πολάκη από το διαδίκτυο, οι επιλεκτικές «αποκλειστικότητες» μερίδας του τύπου και των MME, δουλικά υποταγμένης στην εξουσία ΣΥΡΙΖΑ, σε συνδυασμό με δικονομικές επιλογές πού τουλάχιστον προβληματίζουν τον νομικό κόσμο της χώρας, έχουν διαμορφώσει κλίμα έντονης αμφιβολίας για τον τρόπο μέ τον οποίο και συνταγματικώς κατοχυρωμένη (άρθρο 87) λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία των λειτουργών της Θέμιδας εκδηλώνεται στην συγκεκριμένη υπόθεση.
Και αν η αμφιβολία αυτή, που κάλλιστα μπορεί να οδηγήσει στην πλήρη απαξίωση της Δικαιοσύνης και στην ουσιαστική κατάλυση του συνταγματικού της ρόλου ως εγγυήτριας του κράτους δικαίου δεν ενοχλεί τον Τσίπρα και την παρέα του, θα έπρεπε τουλάχιστον να ενοχλεί και μάλιστα φορτικά και ακατάπαυστα την ηγεσία της Δικαιοσύνης.
Διονύσης Κ. Καραχάλιος
Δικηγόρος τέως Νομάρχης Ροδόπης






