Γράφει ο ΣΧΟΛ-ιαστής
Η ζέστη ήταν αφόρητη όπως οτιδήποτε συνέβαινε γύρω μας. Καλοκαιριάτικη παρέα, Κυριακής πρωινό, εξορμήσαμε να απολαύσουμε τη δροσιά του μπάνιου σε ονομαστή παραλία της Αλεξ/πολης.
Συρθήκαμε, εξαιτίας της αδυναμίας που προκάλεσε σ’ όλη την παρέα η εξαντλητική θερμότητα που δοκίμαζε τις αντοχές μας, μέχρι την πιο απομακρυσμένη παραλία της Αγίας Παρασκευής της Μάκρης έως τέρμα πλαζ των Δικέλλων.
Όπως και άλλες στις κοντινές μέσα στην πόλη, ήταν ντυμένη κι αυτό στο γνώριμο χρώμα της ξαπλώστρας που από κοντά είδαμε να καλύπτουν κάθε ελεύθερο κόκκο άμμου.
Δεκάδες ξαπλώστρες σε ζευγάρια με το πλαστικό τραπεζάκι για τον καφέ και το αναψυκτικό, ανάμεσα στριμώχνονται για να χωρέσει το πλήθος της Κυριακής. Αλλά και τις άλλες μέρες του καλοκαιριού φαντάζομαι την ίδια εικόνα.
Η μια δίπλα στην άλλη με ελεύθερο χώρο για δύσκολο πέρασμα μόλις 20 εκατοστών.
Δεν είναι τυχαίο ότι δεν υπάρχει ομπρέλα για τη σκιά που όλοι μας συστήνουν. Ούτε η μισή δεν θα χώραγε.
Συμβιβαστήκαμε όλοι – μήπως είχαμε και τι άλλο να κάνουμε; – λαχταρώντας τα καθαρά νερά που μας καλούσαν από μακριά. Αλλά για να φτάσεις ως εκεί ήθελες σχέδιο.
Οι πιο πρωινοί, εξασφάλισαν με το αζημίωτο την πρώτη σειρά, μια ανάσα από το νερό.
Όμως για τους ενοικιαστές των επομένων σειρών υπήρχε ένα βασικό πρόβλημα. Πουθενά διάδρομος για να πλησιάσει το νερό.
Η οργάνωση έχει και άλλους κινδύνους. Τα μεγάφωνα των εγκαταστάσεων που συναγωνίζονται ποιος θα γίνει πιο ενοχλητικός από τον άλλον. Σε ένταση και οι μουσικές επιλογές.
Τα απαραίτητα λαϊκοπόπ πρωταγωνιστούν, λες και δεν υπάρχει κάτι άλλο. Και αν τους πεις μια κουβέντα, γιατί αυτά ρε παιδιά; η απάντηση είναι: Μα αυτά όλοι ακούνε.
Εννοούν στην Ελλάδα γιατί στον υπόλοιπο κόσμο κανείς δεν ξέρει το ΒΑΣ, ΒΑΣ, ο Παρασκευάς.
Τα κινητά πάλι στην παραλία που έχουν την τιμητική τους σε εκνευριστική συχνότητα.
Σχετική απαγόρευση γι’ αυτά δεν υπάρχει.
Γιατί η τελευταία χρήσιμη απαγόρευση στην Ελλάδα ήταν πριν από πολλά χρόνια που ο πρωτοπόρος Πατακός έδερνε αυτοπροσώπως όποιο ζώων έσβηνε το τσιγάρο του στο δρόμο ή στην αμμουδιά.
Αμάν, φέρτον πάλι πίσω να καταστρέψει επί τόπου κινητά και ρακέτες στην παραλία.
Να πετάει τη θάλασσα όποιο κινητό χτυπάει ακόμα κι αν έχει τον ύμνο του Ολυμπιακού.
Να απαγορευθούν πάραυτα δια ροπάλου οι ρακέτες το καλοκαίρι στις παραλίες για να μην είμαστε στο έλεος του χειρότερου συνδυασμού:
Έλλην ρακετίστας – Βούλγαρος ακορντεονίστας. Αλλά οι Δήμοι θέλουν έσοδα και ας το παρακάνουν με τις παραχωρήσεις. Τα τελευταία χρόνια δίνουν κάθε σπιθαμή γης, είτε είναι τραπεζάκια στους πεζοδρόμους είτε ξαπλώστρες στις παραλίες. Λογικό ως ένα σημείο, αλλά τόσο οι παραλίες όσο και οι πεζόδρομοι δεν πρέπει να χάνουν τον Δημόσιο χαρακτήρα τους.
Δεν είναι δυνατόν να εκβιάζεσαι ψυχολογικά όταν θέλεις να απλώσεις την πετσέτα του στην άμμο, ούτε να νιώθεις εξωγήινος για την επιθυμία σου να περπατήσεις κατά μήκος της παραλίας.
Και εκεί που πας να πάρεις μια ανάσα από τις μελαγχολικές σκέψεις στην άβολη ξαπλώστρα, έρχεται μπροστά σου σαν ξωτικό ο Βούλγαρος, ο Ρουμάνος, ο Σκοπιανός, φορτωμένος με μπιχλιμπίδια, ρολόγια, σι-ντι, μαχαίρια κουζίνας, ποτιστικά, ανεμιστήρακια και στο άλλο χέρι κρεμασμένα φούτερ και σαγιονάρες.
Τελικά το δικαίωμα στη χαλάρωση δεν κοστίζει μόνο 10 ευρώ το άτομο (με τον καφέ) βιάζεται στην ξαπλώστρα της κατάντιας.
Ο ΣΧΟΛ-ιαστής






