9.4 C
Alexandroupoli
Thursday, January 22, 2026

Η συνοικία Ταμπακιά στο Διδυμότειχο

Η οδός Βρανά και ποιος ήταν ο Θεόδωρος Βρανάς

Μέρος Β’

Τα επόμενα χρόνια οι έριδες των αυτοκρατόρων της δυναστείας των Αγγέλων, άνοιξαν διάπλατα τις θύρες για την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους της Δ΄ Σταυροφορίας τον Απρίλιο του 1204.

- Advertisement -

Ο Νικήτας Χωνιάτης που ήταν αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων αναφέρει για τις δολοφονίες, λεηλασίες, βιασμούς και αρπαγές των Φράγκων, τα εξής (για την οικονομία του κειμένου παραθέτουμε μία και μόνο χαρακτηριστική φράση) : «Τι όμως να πρωτοπώ και τι τελευταίο από αυτά που έπραξαν εκείνοι οι δολοφόνοι». Πολλοί άνθρωποι κατάφεραν να βγουν από την Βασιλεύουσα και να διασωθούν σε άλλα μέρη, όπως ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωάννης Ι’ Καματηρός, ο οποίος διασώθηκε καταφθάνοντας στο Διδυμότειχο : «ασάνδαλος και φορώντας μόνο ένα χιτώνιο».  

Μετά την άλωση του 1204 ο Θεόδωρος Βρανάς : «σύναψε φιλικές σχέσεις με τους Φράγκους και τα επόμενα χρόνια, διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο σε μια συνδιαλλαγή μεταξύ Ελλήνων και Φράγκων», όπως θα δούμε παρακάτω. Ενδεχομένως για την απόφασή του να τεθεί με το μέρος των Φράγκων κατακτητών, να επηρεάστηκε και από τη σύζυγό του Άννα/Αγνή, η οποία όπως προαναφέραμε ήταν κόρη του βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκου Ζ΄.

Είναι γεγονός πως ο ιππότης και ιστορικός Γοδεφρείδος Βιλλαρδουίνος στην ιστορία που συνέγραψε για τα γεγονότα της Δ΄ Σταυροφορίας (στην οποία έλαβε και ο ίδιος μέρος), αναφερόμενος στο πρόσωπο του Θεοδώρου Βρανά, τις περισσότερες φορές τονίζει, ότι ήταν σύζυγος της αδερφής του αυτοκράτορα της Γαλλίας, π.χ. : «η πόλη της Άπρου παραχωρήθηκε από τον αυτοκράτορα Βαλδουίνο στον (Θεόδωρο) Βρανά, που ΄χε για γυναίκα την κόρη του βασιλιά της Γαλλίας και ήταν ένας Έλληνας που ήταν με το μέρος τους· και κανείς Έλληνας δεν ήταν με το μέρος τους, εκτός από κείνον εκεί». Αναφορικά με την παραχώρηση διοικητικών αρμοδιοτήτων σ’ έναν Έλληνα και συγκεκριμένα στον Θεόδωρο Βρανά, θα πρέπει να σημειώσουμε, ότι το γεγονός αυτό φανερώνει τη διάθεση των Φράγκων να προσεγγίσουν τους Έλληνες και να διασπάσουν την ελληνοβουλγαρική συμμαχία που είχε δημιουργηθεί.   

Προτού αναφέρουμε τον ρόλο που διαδραμάτισε ο Θεόδωρος Βρανάς στα γεωστρατηγικά της εποχής μεταξύ Ελλήνων και Φράγκων, θα παραθέσουμε παρακάτω συνοπτικά το πώς εξελίχθηκαν τα γεγονότα. Οι Φράγκοι μετά την Κωνσταντινούπολη κατέλαβαν και την υπόλοιπη Θράκη όπου, η σκληρότητα και η αλαζονεία τους : «προκάλεσαν την αντίδραση της ελληνικής αριστοκρατίας, κυρίως στις Ενετικές περιοχές όπως ήταν η Αδριανούπολη και στις περιοχές του Βαλδουίνου (Αυτοκράτορα των Φράγκων στην Κωνσταντινούπολη), όπως ήταν το Διδυμότειχο. Η αμυντική στάση του Βούλγαρου (τσάρου) Ιωαννίτση απέναντι στους Λατίνους (Φράγκους) πρόσφερε στις πόλεις της νοτιοανατολικής Θράκης μια νέα δυνατότητα. Οι άρχοντες των Θρακικών πόλεων διάλεξαν τη συνεργασία με τους Βουλγάρους και κατά το τέλος του Δεκεμβρίου του 1204, ή του Ιανουαρίου του 1205, η συμμαχία Ελλήνων αρχόντων με τον Ιωαννίτση κατά των Λατίνων ήταν τετελεσμένο γεγονός».            

Έτσι στο Διδυμότειχο και στην Αδριανούπολη η τοπική αριστοκρατία εξεγείρεται και οι φρουρές των Φράγκων εξουδετερώνονται και διώκονται. Οι Φράγκοι αντιδρούν άμεσα, μεταφέρουν τα στρατεύματά τους από τη Μικρά Ασία, προκειμένου να αντεπιτεθούν στο Διδυμότειχο και στην Αδριανούπολη. Αρχικά προσπάθησαν να καταλάβουν την Αδριανούπολη, δίχως όμως να το καταφέρουν, και έτσι αποφάσισαν να επιτεθούν στο Διδυμότειχο : «στρατοπέδευσαν μπροστά στο Διδυμότειχο με όλες τις πολιορκητικές μηχανές που είχε ταχύτατα κατασκευάσει ο Conon von Bethune (Κόνων της Πετούνης). Στην κρίσιμη όμως αυτή στιγμή ο Ερυθροπόταμος ξεχείλισε από δυνατές βροχοπτώσεις, πλημμύρισε την πεδιάδα, κατέστρεψε τις πολιορκητικές μηχανές και αφάνισε πολλούς από τους πολιορκητές. Η καταστροφή αυτή, που ο Νικήτας Χωνιάτης και οι ίδιοι οι Λατίνοι είδαν σαν θεϊκό σημάδι, εξολόθρευσε πολλούς ανθρώπους και πολεμικό υλικό». Το γεγονός αυτό της θαυματουργικής σωτηρίας του κάστρου του Διδυμοτείχου εορτάζεται μέχρι και σήμερα κάθε Πεντηκοστή. Είναι το λεγόμενο «Καλέ Πανηγύρι», το οποίο χαρακτηρίζουν πλούσιες θρησκευτικές, λαογραφικές και πολιτιστικές παραδόσεις.

Η συμμαχία όμως μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων δεν κράτησε για πολύ, καθώς ο Βούλγαρος τσάρος Ιωαννίτσης στράφηκε κατά των δύο ισχυρών κάστρων της Θράκης : «το πόσο σημαντική θέση αποτελούσε τότε το Διδυμότειχο μαζί με την Αδριανούπολη για ολόκληρη τη Θράκη, φανερώνει σαφέστατα η αναφορά του Νικήτα Χωνιάτη, σύμφωνα με την οποία ο ίδιος ο Ιωαννίτσης θεωρούσε την κατάληψη της Αδριανούπολης και την υποταγή του οχυρού του Διδυμοτείχου, ως τον σπουδαιότερο και σημαντικότερο σκοπό του, το ¨έπαθλο ολόκληρου του πολέμου¨».                

Στις αρχές του 1206 οι Βούλγαροι επέδραμαν γενικώς στη Θράκη προκαλώντας πολλές καταστροφές, μία από τις πόλεις που κατέστρεψαν ήταν η Άπρος, την οποία διοικούσε ο Θεόδωρος Βρανάς : «μετά από αυτή την φοβερή μάχη, προήλασαν προς την Ραιδεστό και ανάγκασαν τον Θεόδωρο Βρανά, που ήταν αρχηγός των Λατίνων που εστάλησαν στην Ορεστιάδα (Αδριανούπολη), να αποχωρήσει με τον στρατό του προτού αυτοί φθάσουν». 

Το επόμενο διάστημα ο Ιωαννίτσης αποφασισμένος να καταλάβει το Διδυμότειχο το πολιορκεί και παράλληλα προβαίνει σε εργασίες εκτροπής της κοίτης του Ερυθροποτάμου, με σκοπό να στερήσει από τους πολιορκημένους το νερό. Η πολιορκία αυτή έλαβε χώρα κατά τους μήνες Μάιο και Ιούνιο του 1206, το ίδιο διάστημα εστάλησαν πρέσβεις από το Διδυμότειχο και την Αδριανούπολη προς τον αυτοκράτορα των Φράγκων στην Κωνσταντινούπολη Ερρίκο, με ενδιάμεσο διαμεσολαβητή τον Θεόδωρο Βρανά. Ο Φράγκος αξιωματούχος και ιστορικός Γοδεφρείδος Βιλλαρδουίνος περιγράφει αναφορικά με την υπόψη πρεσβεία τα εξής : «οι Έλληνες πήρανε κρυφά αγγελιαφόρους και τους στείλανε στην Κωνσταντινούπολη, στον (Θεόδωρο Βρανά). Και παρακαλούσαν να ζητήσει έλεος από τον Ερρίκο, τον αδελφό του αυτοκράτορα Βαλδουίνου (ο οποίος τον Απρίλιο του 1205 ηττήθηκε από τους Βουλγάρους και αιχμαλωτίστηκε), και από τους Βενετούς, για να γίνει ειρήνη μ΄ αυτούς και να του παραδώσουν (του Βρανά) την Αδριανούπολη και το Διδυμότειχο, και οι Έλληνες θα ερχόντουσαν με το μέρος του όλοι, κι έτσι θα μπορούσαν να είναι Έλληνες και Φράγκοι μαζί. Έγιναν συνομιλίες· κουβέντες ειπώθηκαν με πολλούς τρόπους· αλλά τελικά αποφασίστηκε να παραχωρηθούν στον Βρανά και στην αυτοκράτειρα, τη γυναίκα του, που ήταν κόρη του βασιλιά Φιλίππου της Γαλλίας, η Αδριανούπολη και το Διδυμότειχο και οι περιοχές που ανήκαν στις δύο πόλεις· και κείνοι θα πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους στον αυτοκράτορα και στην αυτοκρατορία. Και η συμφωνία έγινε κι επικυρώθηκε και έγινε ειρήνη ανάμεσα στους Έλληνες και στους Φράγκους». Ο Νικήτας Χωνιάτης αναφέρει ότι : «οι Φράγκοι άκουσαν με ¨τεντωμένα τ΄ αυτιά¨ την κραυγή βοήθειας των Ελλήνων της Αδριανούπολης και του Διδυμοτείχου», αντιλαμβανόμενοι δηλαδή το συγκριτικό πλεονέκτημα που προέκυπτε γι΄ αυτούς .

Είναι γεγονός πως οι αριστοκράτες του Διδυμοτείχου και της Αδριανούπολης εμπιστευόταν τον Θεόδωρο Βρανά, κι έτσι : «η Αδριανούπολη και το Διδυμότειχο, που το 1198 ακόμα αποτελούσαν ένα κοινό θέμα, ενώθηκαν και πάλι και έγιναν τιμάριο του μοναδικού Έλληνα άρχοντα, υποτελούς στον Λατίνο αυτοκράτορα (του Θεοδώρου Βρανά). Το γεγονός αυτό αποτελούσε τεράστια παραχώρηση εκ μέρους των Λατίνων. Έχει διατηρηθεί μέχρι σήμερα το όνομα του απεσταλμένου της Αδριανούπολης, Μιχαήλ Κωστομίρη, που μίλησε εξ ονόματος των αρχόντων της πόλης. Αντίθετα δεν είναι γνωστό το όνομα του απεσταλμένου του Διδυμοτείχου και δεν διασώθηκε το σχετικό έγγραφο της ανακήρυξης του τιμαρίου από τον αυτοκράτορα».

Εντωμεταξύ ο Ιωαννίτσης : «πολιορκεί το κάστρο (του Διδυμοτείχου) με 16 μεγάλους καταπέλτες, με τους οποίους βαθμιαία γκρεμίζει τα τείχη (τα οποία δεν είχε προλάβει να συντηρήσει ο Βρανάς). Οι πολιορκούμενοι βρίσκονται σε οικτρή κατάσταση και προσπαθούν με λόγια να κολακέψουν τον Καλογιάννη (Ιωαννίτση) και μάλιστα, ¨ως βασιλιά τους τον επευφημούσαν, ανεβασμένοι στις επάλξεις¨. Ακόμη προτείνουν να του πληρώνουν φόρους και να πράξουν ότι αυτός διατάξει, με τον όρο να μη μπει ο ίδιος στην πόλη, κάτι που ο τσάρος απορρίπτει. Η αντίσταση των Ελλήνων είναι γενναιότατη και απελπισμένη, αφού ακόμη και με πλέγματα ξύλων και με δέρματα προσπαθούν να καλύψουν τα ρήγματα που δημιουργούν οι καταπέλτες. Όταν όμως, μετά από δίμηνη πολιορκία, ο Ιωαννίτσης μαθαίνει ότι πλησιάζουν οι Λατίνοι υπό τον Ερρίκο, και καθώς δεν έχει πλέον μαζί του τους Κουμάνους, που δεν αντέχουν τη θερινή ζέστη, αφήνει το κάστρο το οποίο πολιορκούσε, καίει τις πολιορκητικές του μηχανές και αποσύρεται βιαστικά με ολόκληρη την στρατιά του, μέσω της κοιλάδας του Άρδα, στις 24 Ιουνίου του 1206».         

Η απόσυρση των Βουλγάρων ήταν πρόσκαιρη, στα τέλη Αυγούστου του ιδίου έτους, εκμεταλλευόμενοι το γεγονός της στέψης του Ερρίκου ως αυτοκράτορα στην Κωνσταντινούπολη, καθώς επίσης και την απουσία του Θεόδωρου Βρανά από το Διδυμότειχο (ο οποίος βρισκόταν με ισχυρές δυνάμεις στην Αδριανούπολη), επιτίθενται και πολιορκούν το κάστρο. Αυτή τη φορά : «ο Ιωαννίτσης κατόρθωσε να καταλάβει το φρούριο, και άφησε τη λύσσα του να ξεσπάσει. Γκρέμισε τελείως τα τείχη, σκότωσε τους ευγενείς που συνέλαβε με βία ή με δόλο και αιχμαλώτισε τον πληθυσμό, τον οποίο, φεύγοντας, πήρε μαζί του, καθώς και όλα του τα λάφυρα». Οι Φράγκοι με επικεφαλής τον Ερρίκο, προλαβαίνουν τους Βουλγάρους κατά την υποχώρησή τους και καταφέρνουν να διασώσουν αιχμαλώτους και λάφυρα. Πλέον τη διοίκηση της πόλης αναλαμβάνει ο Θεόδωρος Βρανάς, με άμεση προτεραιότητα αυτού και των Φράγκων (λόγω της σημαντικότητας του κάστρου του Διδυμοτείχου), την ανοικοδόμηση των κατεστραμμένων τειχών του.

Στις αρχές της τρίτης δεκαετίας του 13ου αιώνα πεθαίνει ο Θεόδωρος Βρανάς και η εξουσία του μεταβιβάζεται στην οικογένεια Bethune. Δεν γνωρίζουμε την ακριβή ημερομηνία του θανάτου του, ούτε και τον λόγο που τον προκάλεσε, καθώς : «Για τελευταία φορά αναφέρεται στις ιστορικές πηγές όταν οι άνθρωποί του πήραν μέρος στην εκστρατεία του Ερρίκου εναντίον του Βόριδα το 1208».

Κλείνοντας την εξιστόρηση των γεγονότων, που σχετίζονται άμεσα με τον Θεόδωρο Βρανά, να αναφέρουμε κάποια συμπληρωματικά στοιχεία που αφορούν την οικογένειά του και ειδικότερα τα τέκνα του, καθώς οι πληροφορίες γι’ αυτά είναι συγκεχυμένες. Ο Αντώνιος Μηλιαράκης στο περισπούδαστο πόνημά του ¨η Ιστορία του Βασιλείου της Νικαίας και του Δεσποτάτου της Ηπείρου¨ κάνει μνεία στον Ναργιώ δε Τουσί (Nariot de Toucy), ο οποίος ήταν άρχοντας της περιοχής Bazarnes στην βόρεια Γαλλία, αναφέροντάς τον ως : «σύζυγον της θυγατρός του Θεοδώρου Βρανά, γαμβρού του βασιλέως της Γαλλίας επί τη θυγατρί τούτου Αγνή, χήρα του Ανδρόνικου Κομνηνού». Ο Ναργιώ δε Τουσί αποτέλεσε μαζί με τον πεθερό του Θεόδωρο Βρανά, μέρος του συμβουλίου που κυβερνούσε την Κωνσταντινούπολη μέχρι την άφιξη του νέου αυτοκράτορα Ροβέρτου του Κουρτεναί το 1221, επίσης διετέλεσε αντιβασιλέας της λατινικής αυτοκρατορίας στην Κωνσταντινούπολη από το 1228 έως το 1231. Τα επόμενα χρόνια ο εγγονός του Θεόδωρου Βρανά (γιος του Ναργιώ δε Τουσί) ο Φίλιππος διετέλεσε και αυτός αντιβασιλέας των Φράγκων στην Βασιλεύουσα το 1251.

Επίσης καταμαρτυρείται ακόμη μία κόρη του Θεοδώρου Βρανά, η οποία κατόπιν ενεργειών του αυτοκράτορα Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου παντρεύτηκε το 1259 τον ετεροθαλή αδελφό του Κωνσταντίνο Παλαιολόγο : «Δια των γάμων δε τούτων επεδίωξε (ο Μιχαήλ Η΄) την προσέγγισιν των ευγενών οίκων του Ανατολικού κράτους (αυτοκρατορίας της Νίκαιας) εις τον θρόνον του».

Λαμβανομένου υπόψη των ανωτέρω μπορούμε να συμπεράνουμε, ότι ο Θεόδωρος Βρανάς είχε τουλάχιστον δύο κόρες, οι οποίες έγιναν νύφες σε αυτοκρατορικούς οίκους, η μία των Φράγκων και η άλλη των Παλαιολόγων. Επίσης βλέπουμε, ότι το επίθετο Βρανάς και κατά το δεύτερο μισό του 13ου αιώνα διέθετε αριστοκρατική αίγλη και ενέπνεε σεβασμό και στους Φράγκους (λόγω της συζύγου του Άννας πριγκίπισσας της Γαλλίας), αλλά και στους Έλληνες, αν και ο Θεόδωρος Βρανάς τέθηκε με το μέρος των Φράγκων.

Με βάση τις λίγες πηγές που διαθέτουμε, αυτός ήταν ο βίος του Θεοδώρου Βρανά, μιας αμφιλεγόμενης και ισχυρής προσωπικότητας, που έδρασε λίγα χρόνια πριν και μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους το 1204. Σαφώς και σχετίζεται άμεσα με την ιστορική Καστροπολιτεία του Διδυμοτείχου, και για τον λόγο αυτό δόθηκε το όνομά του σε οδό της πόλης μας. Είναι γεγονός πως το Διδυμότειχο διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο κατά την εποχή της Δ΄ Σταυροφορίας, καθώς βεβαίως και σε όλη την διάρκεια της Υστεροβυζαντινής περιόδου, όπου πολλές και σημαντικές προσωπικότητες συνδέθηκαν μ’ αυτό.

Ας αναλογιστούμε ως Δήμος (τοπική αυτοδιοίκηση και πολίτες), αν πρέπει να ονοματοθετήσουμε και άλλες οδούς της πόλης μας με ονόματα προσωπικοτήτων της Ρωμανίας/Βυζαντίου, που έχουν άμεση σχέση με την ιστορία και τα μνημεία μας. Ο γράφων ως δημοτικός σύμβουλος (2019-2023) κατέθεσα πρόταση για την μετονομασία οδών πέριξ του κάστρου της πόλης μας, που θα μπορούσαν να λάβουν ανάλογα ονόματα, έτσι ώστε να δημιουργείται στους ντόπιους αλλά και στους επισκέπτες, που θα βαδίζουν στις συγκεκριμένες οδούς, συνειρμικά και υποσυνείδητα μια όμορφη εντύπωση και μία αίσθηση, ότι οι κάτοικοι αυτής της Καστροπολιτείας έχουν επίγνωση της ιστορικής της αξίας. Επίσης θα μπορούσαν να γίνουν πολλές εργασίες από μαθητές της πόλης μας, σχετικά με τα πρόσωπα που αναφέρονται στις οδούς, και με τον τρόπο αυτό να μαθαίνουν την τοπική μας ιστορία. Η υπόψη πρόταση δυστυχώς αναπαύεται σε κάποιο συρτάρι…       

Ιωάννης Α. Σαρσάκης (Καστροπολίτης)

Thursday, January 22, 2026

Latest News

Αυθαίρετα: Έρχεται διετής παράταση στη νομιμοποίηση 

 Ανάσα στην αγορά ακινήτων - Έως τις αρχές του 2028 η τακτοποίηση και η έκδοση Ταυτότητας Κτιρίου  Σε διετή παράταση...
spot_img
spot_img
spot_img

More Articles Like This