
Ένας καποτνός ανάχαρος,
ολούθε λιμεριάζει,
και σαν σερσέμης κι αγροίκος
πέρα δώθε κοσιάζει.
Ένα γκουτζί, τον τσαγκάρωσε,
και κείνος σκούζ’ και βρίζει,
κι όλο κοσιάζει και πλιαλεί,
μα άλλο δεν νταγιαντίζει.
Μα το γκουτζί τον ζούφωξε
‘κει στου δρόμου τη γωνιά,
κι αφού τον ντουγουρλάτισε,
τον ζαμάκωσε, και με μια δαγκωνιά.
Εκεί τους ντάμωσαν κάτ’ παιδόπλα,
και ζαμάκωσαν το γκουτζί,
που τώρα μπεκριμιάζει κι ουρλιάζει,
και πάει σε μιαν αυλή.
Α. Παπατριανταφύλλου





