9.4 C
Alexandroupoli
Monday, February 16, 2026

Ο Τάμπουρας, Τρανός και Μπατίρης

Γράφει ο ΣΧΟΛ-ιαστής

palia-taverna

Το λαϊκό τριολέτο της σημερινής επιφυλλίδας είχε γίνει ονομαστά περιβόητο στην κοινωνία της ταβέρνας της Αλεξ/πολης σε παρελθοντική δεκαετία.

Ο μερακλής του στίχου της παρέας αυτής ήταν ο Αλέκος Μπατίρης που είναι ο μόνος επιζών σήμερα και χαίρει υγείας και αμείωτου κεφιού.

- Advertisement -

Συνέθεσε το παρακάτω λαϊκό άσμα, μέσα στην υπόγεια ταβέρνα του ΦΟΥΤΣΑ συνεπικουρούμενος από τους άλλους δύο στο φωνητικό και έγχορδο ενός μπουζουκιού.

“Μας φάγανε τα στέκια μας

τα κάνανε τσιμέντα

χάθηκαν νόστιμα μπουκέτα

στη σχάρα του Λαλέτα.

Ωραία που περνούσαμε στα ταβερνάκια

στου Συναχείρη, στου Ντελή

με ωραία μεζεδάκια.

Τώρα πας στα τσιμεντάδικα

να πιεις ουζάκι

και προτού να ρωτήσουνε

σου φέρνουνε σουβλάκι.

Μέσα στου Ζώλου του Σουρλή

πηγαίνουν γεροντάκια

γουστάρουν και να πίνουνε

μ’ ολοκαίνουργα μεράκια.

Και το τηγάνι δούλευε

αβέρτα μπαρμπουκάνι

και ο Μπατίρης έπαιζε

αβέρτα μπουζουκάκι”

Ακούγοντας σήμερα αυτό το αυτοσχέδιο λαϊκό άσμα του Αλεξ/πολίτη Α. Μπατίρη που το συνέθεσε πριν ένα και παραπάνω αιώνα, μας εκπλήσσει η διαχρονικότητά του χωρίς να ακυρώνεται η πατίνα του χρόνου που το κάνει γοητευτικό και που κινεί τους μηχανισμούς της νοσταλγίας για τις τότε ταβέρνες της πόλης.

Ρετσίνα, κρασί, μεζέδες, τσιγάρα, μπουζούκι, κιθάρα και συζητήσεις, κουτσομπολιά και πολλοί πόθοι.

Παρέες που ένωναν τα τραπέζια τους, λαδόκολλες, ψάθινες ψωμιέρες, τσίγκινα πιάτα, κρασοπότηρα με εγκοπές για να μη γλιστράνε από τα λερωμένα του μεζέ χέρια των θαμώνων και το παρατεταμένο “έφτασεεε” του ταβερνιάρη να ταρακουνά τον χώρο.

Και οι τσίκνες του τηγανιού να σπάνε την μύτη μέχρι τα εσώψυχα των βάκχων βαρελοφρόνων.

Βρεσεντζίδικο μαύρο ταμπλό χωρίς κορνίζα στον τοίχο με κρεμασμένο τεμπεσίρι στη πετονιά για τους οφειλέτες παλιών οινοποσιών και λιθογραφική διπλόστιχο ανάτυπο “ο πωλών τοις μετρητοίς και ο πωλών επί πιστώσει” κρεμασμένο και μυγοφτυσμένο στο πάνω δοκάρι της ταβέρνας.

Σκηνικό χώρου για να πάνε κάτω τα φαρμάκια της καθημερινότητας ήταν οι Αλεξ/πολίτικες ταβέρνες εκείνης της εποχής.

Αγαπημένη συνήθεια πολλών συμπολιτών μας, παράδοση και διέξοδος για πρόσκαιρη διασκέδαση.

Σημειολογικά, έτσι για την ιστορία, αναφέρονται μερικές ενδεικτικές της εποχής ταβέρνες που δεν ξεχνιούνται.

Ιεραρχείται πρώτη η πιο γουστόζικη του Συναχείρη στο Τσιμεντένια. Σήμα κατατεθέν της ταβέρνας αυτής ήταν η γαστριμαργική απόλαυση της μαγειρεμένης σουπιάς.

Ένα ενθυμητικό vintage συζητήσεων ήταν ότι γινόταν νόστιμη η μαγειρεμένη σουπιά γιατί έμπαινε στη βράση της ολότελα βρώμικη.

Πιο πέρα από του Συναχείρη ήταν οι ταβέρνες των Βαλαβάνη και του Καμπάνταη που σφράγιζαν το ήθος της εποχής με φάρσες, σάτιρα, καλαμπούρια και χοντροπλάκες των θαμώνων σε κάθε γραφικό τύπο που έμπαινε σ’ αυτές, ενίοτε γινόταν και στόχος ίδιος κάπελας.

Αξέχαστες ήταν του Ταμπούρα κοντά στο 1ο Δ. Σχολείο, το υπόγειο – καταφύγιο του Φούτσα κοντά στο ξενοδοχείο GALAXY, το Σάμπα, η Εύξεινος Πόντος, ο Φαρδής, οι Λεύκες, η Ανατολή, ο Λαλέτας, ο Λαβύρινθος και του Ζώλου.

Ο Αλέκος Μπατίρης τις αναπολεί και λέει σήμερα με παράπονο ότι αυτά τα στέκια που χάθηκαν από την πόλη, χάθηκε και μαζί ο κόσμος που τα τιμούσε.

Η λαϊκή ταβέρνα, το γραφικό ουζερί, το μεζεδοπωλείο και γενικά οι χασαποταβέρνες όπως ήταν παλιά δεν κινούνταν βάσει του σημερινού life style, όπως μπασταρδεύεται ο λεκτικός χαρακτηρισμός αυτού του ξενόφερτου είδους, ούτε και των γαστρονομικών κανόνων του σύγχρονου εστιατορίου και κέντρων διασκέδασης.

Ήταν έκφανση της τοπικής κοινωνίας που έβρισκε τα ιδιαίτερα απλόγευστα της επικοινωνίας της.

Ακόμα αποτυπώνει και το σπουδαίο ρόλο που έπαιξε η παλιά ταβέρνα στη συνάθροιση των επισκεπτών της, στη μουσική κουλτούρα.

Εκεί γεννιόταν ή ανδρωνόταν είδη μουσικά όπως η καντάδα που έχει τώρα εκλείψει εντελώς, το λαϊκό και ρεμπέτικο τραγούδι και τα πατριωτικά έντεχνα.

Γιατί, συνοδείας κιθάρας, μπουζουκιού και μπαγλαμαδάκι, οι ντόπιοι διασκέδαζαν ως ίσιοι, λαϊκοί και κυριλέ, πολιτικοποιημένοι και αδιάφοροι, ευκατάστατοι και λούμπεν, όλοι μια παρέα.

Αναμνηστικό περιστατικό στην αναφορά αυτή μας έδωσε χαρακτηριστικά ο Μπατίρης.

Ένας μεγαλοσχήμονας παραλής και εξέχον πρόσωπο της ελίτ Αλεξ/πολης, κάποτε κατεβαίνοντας τα απότομα σκαλιά της υπόγειας ταβέρνας του Φούτσα (καπηλειό για την ακρίβεια) είπε ότι: “δεν έρχομαι εδώ για να φάω αλλά για να τιμήσω απολαμβάνοντας τον μεζέ της μοναχικής ελιάς, της εφημεριδοκαπνισμένης ρέγγας και το φτωχικό παραδοσιακό καραφάκι ούζου”.

Αυτή είναι η οικουμενική αναβίωση του εσώψυχου της συντροφικότητας.

Το λέει και ο ποιητής: “Όλοι μαζί, πλούσιοι και φτωχοί, τα πίναμε εψές παρέα, μες στην υπόγεια ταβέρνα”.

Ο ΣΧΟΛ-ιαστής

spot_img
Monday, February 16, 2026

Latest News

Δήμος Αλεξανδρούπολης: Στο επίκεντρο τα κτιριακά ζητήματα των σχολείων

Όπως ανέφερε στο ΘΡΑΚΗ ΝΕΤ ο Γιάννης Ναϊτίδης, στόχος είναι να εκδοθούν άδειες, ώστε τα παλιά κτίρια με προβλήματα να...
spot_img
spot_img

More Articles Like This