9.4 C
Alexandroupoli
Monday, February 2, 2026

Όταν οι «ελευθερωτές» έγιναν κατακτητές

  • Για την αντιγραφή: Μιχάλης Πατέλης

Β’ Μέρος

Εν τη καταναγκαστική εκείνη αδρανεία ην διέκοπτε μόνον μανιώδες χαρτοπαίγνιον μετά των άλλων αξιωματικών μέχρι μεσονυκτίου ενίοτε δ’ άχρι πρωΐας παρατεινόμενον, ο Γιουβάνωφ την ημέραν διήρχετο πίνων βότκαν Ποπόφ, ήν επίτηδες είχε φέρει εκ Ρωσίας και τέΐον, έπειτα δ’ εξαπλούμενος επί του ανακλίντρου ανεγίνωσκε εικονογραφημένον τι μυθιστόρημα του Πιγκώλ Λεμπρέν ή του Πώλ δε Κόκ όπερ διά των ευκόλων του ερώτων εξήπτε τα φλογερά του ορμέμφυτα. Είχε δ’ απαισίαν έκφρασιν ασελγείας η ερυθρά εκ της μέθης μορφή του και οι μυκτήρες του έπαλλον ηδονικώς οπότε αφήνων χαμαί το βιβλίον προσέβλεπε το παρακείμενον παράθυρον του δωματίου του κάτου πατώματος. Από της ελεύσεώς των ήτο κατάκλειστον το παράθυρον εκείνο, αλλ’ ήξευρεν ότι οπίσω αυτού έλαμπον δύο ωραίοι οφθαλμοί, και τω εφαίνετο ότι ήκουε υπό το μαγευτικόν και πλούσιον στήθος τους ισχυρούς παλμούς της παρθενικής καρδίας της περικαλλούς κόρης του ιδιοκτήτου της οικίας Κοτόλη. Ο Βούλγαρος διερμηνεύς του είχε διηγηθεί προς αυτόν όσα κακεντρεχώς ήκουσε περί της καλλονής της παρά νέου εγχωρίου. Ήτο εύσωμος με μακράν μαύρην κόμην και μαύρους οφθαλμούς, ήτο πλάσμα, και ήτο ηρραβωνισμένη με ένα νέον πλοίαρχον Μελιγαλάν, το υιόν του φονευθέντος κατά την είσοδόν των. Αλλ’ ουδέποτε κατόρθωσε να την ίδη ο Γιουβάνωφ και εφρύαττεν ως και οι άλλοι αξιωματικοί, οίτινες από της ελεύσεώς των δεν είδον ανθηρόν πρόσωπον γυναικός. Πώς; Αυτοί οι νικηταί του Σουλεϊμάν πασά και του Γαζή Οσμάν δεν κατώρθουν να νικήσωσι τας μικράς καρδίας των νεαρών κορών και γυναικών της Μηδείας; Και όμως δεν ηδύναντο, τα ξύλινα παράθυρα ανθίσταντο ισχυρότερον των προχωμάτων των Τούρκων.

Ημέραν τινά εν ω κατέβαινε μεθυσμένος, προέφθασεν εις την φλιάν του δωματίου την νεανίδα μη προλαβούσαν να εισέλθη και κλείση την θύραν, ήπλωσε τους ρωμαλέους του βραχίονας την έσφιγξεν εις την αγκάλην του και την εφίλησεν ηχηρών επί των χειλέων. Αύτη ως να την έδηξεν έχιδνα έριξε κραυγήν τρόμου μάτην σφαδάζουσα εν τη σιδηρά του αγκάλη, αλλά την στιγμήν εκείνην δι ενός άλματος επήδησεν έξω ο μνηστήρ της, και δι απιστεύτου τόλμης και ρώμης απώθησε βιαίως τον αξιωματικόν, ήρπασε την νέαν από των βραχιόνων του εσφενδόνησεν αυτήν κλονιζομένην και λιποθυμούσαν εις το δωμάτιον έκλεισε την θύραν και έστη γενναίως προ αυτού αντιμετωπίζων το άγριον βλέμμα του.

-Μπαλβάν! (κτήνος) εφώνησεν έξαλλος εξ’ οργής ο ρώσος αξιωματικός υψώσας την χείραν του όπως πλήξη τον θρασύν εκείνον «γρέκ πιντός» όστις ετόλμησε ν’ απλώση χείρα επί ρώσου ταγματάρχου, στρατιωτικού διοικητού, αλλ’ αμέσως αγρία ιδέα εκδικήσεως επήλθεν αυτώ: να τιμωρήση ατιμωτικών τον μνηστήραν υπό τα όμματα της μνηστής.

- Advertisement -

-Νικολάϊ Φεδόροβιτς! Εφώνησεν βροντωδώς.

Υπαξιωματικός εξήλθεν εκ τινος δωματίου και έστη αλύγιστος προ αυτού χαιρετών στρατιωτικώς.

-Εκατό καμτσικιαίς εις αυτό το ζώον. Εδώ κάτω από τα παράθυρα! Αμέσως!

Αντί δε να καταβή ως ητοιμάζετο ανήλθεν εις το δωμάτιόν του.

Διά μιάς τρείς στρατιώται ανήρπασαν τον νέον Μελιγαλάν και βιαίως ωθούντες κατεβίβασαν αυτόν εις την οδόν, εξήπλωσαν αυτόν πρηνή επί ενός σκαμνίου και ήρχισαν την μαστίγωσιν αριθμούντες έκαστον κτύπημα:

-Αδί!

-Ντβά.

-Τρί!

-Τσιτίρο!

-Πιέτ!

-Σέστ!

Ο Ιβάνωφ από του παραθύρου εθεώρει αγρίως μειδιών. Στρατιώται είχον συρρεύσει, κάτοικοι τινες ίσταντο παράμερα κατεπτοημένοι.

Το κνούτον κατήρχετο μετά συριγμού μελανά στίγματα αποτυπούν επί της σαρκός. Κατ’ αρχάς ο νέος υφίστατο δριμύτατον, ανεκδιήγητον άλγος αλλά δι’ ηρωϊκής καρτερίας εκράτει εαυτού, ούτε στεναγμόν εξέβαλλε. Έπειτα όταν ήρχισε να αναθρώσκη το αίμα κάρωσίς τις κατέλαβεν αυτόν και ευάρεστος αιμωδίασις, αλλ’ η μνηστή του συνελθούσα εκ της λιποθυμίας επλησίασεν εις το ημιάνοικτον παράθυρον και ιδούσα την καταβιβαζομένην μάστιγα και το ανατινασσόμενον αίμα κατέπεσεν αναίσθητος σπαρακτικήν εκβαλούσα κραυγήν. Την κραυγήν εκείνην την μαρτυρούσαν ότι την ατίμωσιν υφίστατο υπό τα όμματα της μνηστής του ήκουσεν ο Μελιγαλάς και από της στιγμής εκείνης απώλεσε το θάρρος του και ελιποθύμησε, αλλ’ η μάστιξ κατήρχετο επί του αναισθήτου σώματος και ότε εφώνησεν ο εις των στρατιωτών:

-Στο ! (εκατό).

Τότε μόνον επετράπη εις τους συγγενείς του να παραλάβωσι το αιμάσσον σώμα του μαστιγωθέντος.

Μίαν εβδομάδα ενοσηλεύετο, αλλά και αφού εθεραπεύθησαν τα νώτα αυτού δεν εξήλθε της οικίας του, διότι εν αυτώ έμενε τι ανιάτως εσπαραγμένον και αιμάσσον: η τιμή. Ούτε δε τα ειρωνικά μειδιάματα των εχθρών του ήθελε ν’ αντικρύση εν τη οδό, ούτε τα θλιβερά των φίλων του βλέμματα, εις τα οποία θ’ ανεγίγνωσκε το μέγεθος της αισχύνης του.

Ά ! αληθώς ελευθερωταί ήσαν οι Ρώσοι ! την έφερον την ελευθερίαν από την πατρίδα των όπου τους περισσεύει βλέπεις, και ανελογίζετο πόσα κακά τω είχον προξενήσει αφ’ ότου ήλθον. Αυτοί εφόνευσαν τον πατέρα του, ο Κοζάκος περιήγε προς πώλησιν τον τσεφτέ, λάφυρον μπασιμποζούκου, τις οίδε με οποίους αγρίους πόθους κατά των χριστιανών υπό των χειρών του αιμοχαρούς κυρίου του γεμισθέν. Ο Κοζάκος αγνοών τον χειρισμόν του δικάνου είχεν υψώσει τον πετεινόν διά να δείξη γλυφάς τινάς, έπειτα αφήκε κ’ έπεσε. Βροντώδης εκπυρσοκρότησις επηκολούθησε. Ο ταλαίπωρος πατήρ του εις τον οποίον η μαύρη μοίρα είχε γράψει ν’ αποθάνη με βόλι τουρκικόν από χείρα ρωσικήν ευρέθη εμπρός. Η σφαίρα τον ευρήκε κατάστηθα, τον διεπέρασε και εχώθη εις τον τοίχον, έσφιγγε το στήθος του με τας χείρας του ωσεί ήθελε να κρατήση την αποδιδράσκουσαν ζωήν. Επροχώρησε βήματα τινά, κατέπεσε πρηνής και εν αγωνιώδει σφαδασμώ εξεψύχησεν εν μέση οδώ δάκνων το χώμα.

Έπειτα άλλος Κοζάκος εμόλυνε την λευκήν περιστεράν του, την αγνήν κόρην, ήτις ήνθισεν αβρόσαρκος εν τη σκιά της πατρικής οικίας, ως πάσαι της Μηδείας αι νεάνιδες αίτινες μόνον δίς ή τρίς κατ’ έτος διαβαίνουσι την φλιάν της οικίας των διά να κοινωνήσωσιν εις την εκκλησίαν ή να χορεύσωσι την Τρίτην της Λαμπρής, και όταν έλθη η ώρα του αρραβώνος δεν προσφέρουσιν εις τον μνηστήραν των πρόσωπον απότριπτον εκ ξένων και αυθαδών βλεμμάτων, αλλά παρθενικόν, θεωρούσαι αυτό συνέχεια του σώματος. Και τώρα ο αχρείος αυτός Κοζάκος ο τις οίδε εν ποίοις καταγωγίοις ποία γύναια σφίξας εις την αγκάλην του, ετόλμησε να εγγίση διά των ρυπαρών και υπό αισχρών φιλημάτων έτι μάλλον ρυπανθέντων χειλέων του, την μνηστήν του.

Αυτόν δε τον εμαστίγωσεν ως τον έσχατον Μουζίκον, αυτόν τον αισθανόμενον να σφύζη εις τας φλέβας αυτού το ελληνικόν αίμα του πάππου του, όστις δραπετεύσας παρατόλμως2 από του τουρκικού δικρότου όπου υπηρέτει κατά την επανάστασιν, διότι την εποχήν εκείνην η Τουρκία διά της βίας εστρατολόγει χριστιανούς ναύτας διά τον στόλον της, εγένετο πυρπολητής και το έκαυσεν εις τα Μεθοκόρωνα… Αυτόν τον Μελιγαλά, τον εμαστίγωσε, τον ητίμασε!…

(του Αριστοτέλη Κουρτίδη)

Συνεχίζεται…

Monday, February 2, 2026

Latest News

«Λευκή» ισοπαλία στο Θρακιώτικο ντέρμπι

Πανθρακικός και Ξάνθη «κόλλησαν» επιθετικά στο λασπωμένο ΔΑΚ Οι δυσμενείς καιρικές συνθήκες προκάλεσαν κύμα αναβολών στον πρώτο όμιλο της Γ΄...
spot_img
spot_img
spot_img

More Articles Like This