9.4 C
Alexandroupoli
Wednesday, February 25, 2026

Όταν το χωριό Πλάκα Αλεξανδρούπολης λαμπάδιασε από τον «πύρινο δράκο»

Μνήμες και περιγραφές 21 Αυγούστου 2023 – Η φωτιά έκαψε σπίτια, έκαψε Στάνες, έκαψε Γίδια και Πρόβατα – Ακόμα και ο σκοτεινός Ουρανός έκλαιγε…

Στις 21 Αυγούστου επέστρεψα από τις διακοπές στο χωριό μου, την Πλάκα. Η Πλάκα είναι ημιπεδινό χωριό της περιφερειακής ενότητας Έβρου σε υψόμετρο 260 μέτρων. Υπάγεται στην τοπική κοινότητα της Μάκρης και ανήκει στη δημοτική ενότητα της Αλεξανδρούπολης. Με συνολικό αριθμό κατοίκων 90.

Είναι ένα μικρό χωριό ανάμεσα στα βουνά με θέα στη θάλασσα και με πλούσιο περιαστικό δάσος. Πλούσια φύση, ζωντανή γεμίζει τον επισκέπτη με την ομορφιά της!

Καθημερινά οι κτηνοτρόφοι βοσκούσαν τα ζώα τους. Οι αγρότες έκαναν τις αγροτικές τους εργασίες. Τα σκυλιά, οι γάτες, τα πουλιά και όλα τα άλλα ζώα έδιναν μια ιδιαίτερη ομορφιά στο τοπίο. Καθώς προχωρούσες έβλεπες τα πηγάδια και τα ρέματα που έτρεχαν καθαρό νερό. Παντού υπήρχε ηρεμία και γαλήνη.

- Advertisement -

Οι κάτοικοι ήταν πάντα πρόθυμοι να σε φιλοξενήσουν. Αν κάποιος χρειαζόταν κάποια βοήθεια, αμέσως έτρεχαν όλοι να τον συμπαρασταθούν. Πάντα υπήρχε συνεργασία μεταξύ τους. Δυστυχώς, επειδή είναι πολύ μικρό χωριό, δεν έχει σχολείο και τα παιδιά αναγκαστικά πηγαίνουν στο δημοτικό σχολείο της Μάκρης ή της Αλεξανδρούπολης.

Πάντοτε είχε τόσο πολύ καθαρό αέρα που δεν υπήρχε πουθενά αλλού τέτοιος αέρας. Όσοι ερχόταν στο χωριό μας το λάτρευαν. Όλοι οι κάτοικοι νόμιζαν ότι πάντα θα ζουν έτσι, χωρίς καμία ενόχληση. Άραγε τι θα μπορούσε να καταστρέψει μια τέτοια ομορφιά;

Μόλις ήρθα στο χωριό, διαπίστωσα ότι οι κάτοικοι ήταν στενοχωρημένοι και πανικόβλητοι, δεν ήξεραν τι να κάνουν. Όλες οι ειδήσεις ήταν κακές. Το μόνο που έλεγαν ήταν: «ΚΑΙΓΕΤΑΙ Η ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗ ΚΑΙ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΣΒΗΣΟΥΜΕ ΤΗ ΦΩΤΙΑ».

Ήδη είχαν καεί κάποια από τα χωριά της Αλεξανδρούπολης, τα σπίτια, τα δέντρα, τα ζώα όλα ήταν καμένα. Τα δελτία αναφέρουν ότι οι πυροσβεστικές δυνάμεις δεν μπορούν να σταματήσουν τη φωτιά και ότι αυτή κατευθυνόταν προς το νοσοκομείο της Αλεξανδρούπολης. Το βράδυ δόθηκε η εντολή να εκκενώσουν το νοσοκομείο της Αλεξανδρούπολης και να μεταφέρουν τους νοσηλευόμενους στο νοσοκομείο της Καβάλας. Μεγάλη ταλαιπωρία για τους αρρώστους και το προσωπικό.

Μόλις άκουσα όλα αυτά, πήρα τηλέφωνο σε έναν φίλο μου από την Παλαγία, που μου είπε ότι τους έβγαλαν από τα σπίτια και τους είπαν να πάνε προς την Αλεξανδρούπολη. Όλη η πόλη ήταν γεμάτη με μαύρους καπνούς και οι φλόγες τη φώτιζαν περιμετρικά. Κανένας δεν ήξερε τι πρέπει να κάνει.

Ήμασταν με τους γονείς μου στο σπίτι και βλέπαμε με αγωνία τις ειδήσεις, ο μπαμπάς μου για να μας ηρεμήσει έλεγε συνέχεια «μη φοβάστε, θα σβήσει η φωτιά». Παρακολουθώντας τις ειδήσεις άκουγα τις φωνές των γειτόνων, όλοι πανικόβλητοι έλεγαν: «Έρχεται η φωτιά θα καούμε» Όντως οι πρώτες στάχτες από την φωτιά είχαν κάνει την εμφάνιση τους. Η μικρή μου ξαδέρφη με ρώτησε «Πότε θα σταματήσουν τη φωτιά ή όντως θα καούνε τα πάντα;» Πραγματικά, εκείνη τη στιγμή δεν ήξερα τι να την πω. Κατά κάποιον τρόπο με τον πατέρα μου καταφέραμε να τους ηρεμήσουμε για λίγο. Η ώρα είχε πάει δώδεκα, έπρεπε να κοιμηθώ, γιατί αύριο θα πήγαινα στη δουλειά, αλλά κάτι έσφιγγε την καρδιά μου…, αναρωτιόμουν συνεχώς «μήπως θα έρθει η φωτιά εδώ;»

Κοιμήθηκα περίπου 2 ώρες και 40 λεπτά. Ακριβώς στις 2:40 άκουσα φωνές και μας ήρθε μήνυμα στο κινητό για να φύγουμε από το χωριό. Όλοι φώναζαν «έρχεται η φωτιά σηκωθείτε, πρέπει να φύγουμε». Πετάχτηκα αμέσως από το κρεβάτι, αλλά δεν ήξερα τι να κάνω… Ο μπαμπάς μου φώναζε: «Μαζέψτε τα προσωπικά σας πράγματα, πρέπει να φύγουμε». Δεν ήξερα τι να πρωτοπάρω μαζί μου. Έβλεπα τους άλλους να μαζεύουν τα πράγματα τους, οι γιαγιάδες και οι παππούδες έκλαιγαν, τόσα χρόνια δεν είχαν φύγει από το χωριό τους πώς να φύγουν τώρα; Τα μικρά παιδάκια κοιτούσαν με φοβισμένα μάτια. Τα μωρά έβλεπαν τις φοβισμένες μητέρες τους ένιωθαν ότι κάτι δεν πάει καλά και άρχιζαν τα κλάματα. Ήθελα να τους ηρεμήσω, αλλά πώς; Όλοι είχαν καταλάβει ότι η φωτιά πλησιάζει. Ήταν πολύ δύσκολο να αφήσουμε το χωριό μας, αλλά τι να κάνουμε! Για να σωθούμε έπρεπε να φύγουμε. Σιγά σιγά έκλεισαν όλα τα φώτα των σπιτιών… και επικράτησε παντού σκοτάδι.

Φύγαμε, λοιπόν. Κατεβαίνοντας από το χωριό στον δρόμο, βλέπαμε να περνάνε άλλα αυτοκίνητα από τα διπλανά χωριά. Όλοι σιγά σιγά εγκατέλειπαν τα σπίτια τους και έφευγαν προς την Αλεξανδρούπολη ή προς την Κομοτηνή. Πήγαμε στο σπίτι της θείας μου, η οποία είναι παντρεμένη σε άλλο χωριό. Πραγματικά, δεν ήξερα τι πρόκειται να συμβεί. Το μόνο που μπορούσαμε να κάνουμε ήταν να περιμένουμε. Επικοινωνούσα συνέχεια με τους συγγενείς και με τους φίλους μου και όλοι είχαν πάει κάπου αλλού.

Η ώρα είχε πάει 6 το πρωί και δεν άντεχα άλλο, σηκώθηκα αποφασισμένη να κάνω κάτι για να σώσω το χωριό μου, δεν μπορούσα να το αφήσω στην τύχη του. Έτσι, φτάσαμε στο χωριό με τον μπαμπά μου για να σβήσουμε τη φωτιά, αλλά πώς; Ήταν ήδη και κάποιοι άλλοι συγχωριανοί μας εκεί και προσπαθήσαμε να κάνουμε κάτι, αλλά δεν μπορέσαμε. Έπρεπε τώρα πραγματικά να φύγουμε, γιατί ερχόταν οι καπνοί πάνω μας και δεν βλέπαμε τίποτα. Ο μπαμπάς μου για τελευταία φορά ήθελα να δει τα ζώα του, τα οποία τα είχε στο μαντρί απέναντι από το χωριό. Μου είπε «περίμενε να ταΐσω τα ζώα και θα φύγουμε». Όλα τα χρόνια της ζωής του τα πέρασε σ’ αυτά τα βουνά φροντίζοντας τα ζώα του σαν τα παιδιά του. Ήταν αγρότης και κτηνοτρόφος και είχε μεγάλη αγάπη για τα ζώα του. Μόλις ανέβηκε στο αυτοκίνητο, βούρκωσαν τα μάτια του και ήταν έτοιμος να κλάψει. Δεν μου μίλησε, αλλά είχα καταλάβει ότι πήγε να τα αποχαιρετήσει για τελευταία φορά. Πόσο ήθελα να μαζέψω όλα τα ζώα και να τα πάρω μαζί μου, αλλά δεν γινόταν. Ήταν μεγάλη αδικία… οι άνθρωποι είχαν τρόπο διαφυγής, τα ζώα, όμως, όχι. Τι κρίμα!

Επιστρέψαμε πάλι στο χωριό της θείας μου και περιμέναμε περιμέναμε, ώσπου δεν άντεξα. Ήθελα να πάω να κάνω κάτι, δεν μπορούσα να κάθομαι έτσι άπραγη. Ξεκινήσαμε και πάλι για το χωριό. Καθοδόν είδαμε κάποια αυτοκίνητα σταματημένα στο δρόμο που κατευθύνεται προς το χωριό μας. Προσπαθήσαμε να φτάσουμε αλλά μας σταμάτησαν, δεν μας άφηναν να προχωρήσουμε. Κατεβήκαμε από τα αυτοκίνητα και βλέπαμε. Πάντα είχα μέσα μου μια μικρή ελπίδα, αλλά μόλις είδα τη φωτιά να έρχεται και από την δεξιά και από την αριστερή πλευρά και να περικυκλώνει το χωριό, τότε κατάλαβα ότι δεν υπάρχει πια καμιά ελπίδα. Η φωτιά έμοιαζε με τρομακτικό και οργισμένο δράκο που έβγαζε φλόγες από το στόμα του. Σαν να ήταν αποφασισμένος να καταστρέψει τα πάντα. Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτήν την εικόνα.

Ξαναπήγαμε στο σπίτι της θείας μου και καθόμασταν όλοι σαν να ήμασταν σε κηδεία. Καθώς περνούσε η ώρα, ξαναήρθε ειδοποίηση από την πολιτική προστασία για να φύγουμε και από εκείνο το χωριό. Δεν ξέραμε που να πάμε. Ψάχναμε μια ασφαλή , αλλά υπήρχε άραγε τέτοια περιοχή;

Γενικά, κατευθυνθήκαμε προς τις Σάπες. Είχαμε κουραστεί και δεν ξέραμε πλέον που να πάμε. Μόλις βρήκαμε θέση για να παρκάρουμε, καθίσαμε για να ξεκουραστούμε. Το μόνο που μπορούσαμε να κάνουμε ήταν να περιμένουμε. Συνέχεια αναρωτιόμουν σε τι κατάσταση βρίσκεται το χωριό μου και πάντα είχα στο μυαλό μου αυτή την εικόνα με τις φλόγες που το είχαν περικυκλώσει. Μίλαγα συνεχώς με τους φίλους και με τους συγγενείς μου, αλλά κανένας δεν είχε μια απάντηση. Άρχισαν να λένε πως κάηκε το τάδε χωριό και το τάδε σπίτι. Πραγματικά, δεν ήξερα τι να κάνω. Σκέφτηκα να πάρω τηλέφωνο στην Πυροσβεστική και στην Αστυνομία αλλά ούτε αυτοί ήξεραν τη σωστή απάντηση. Έβλεπα στο κινητό μου τις ειδήσεις, που έδειχναν μόνο τα μέρη που καίγονταν. ΚΑΙΓΟΤΑΝ ΟΛΟΣ Ο ΚΟΣΜΟΣ. Η φωτιά κατέστρεφε τα πάντα στο πέρασμα της!

Μετά από κάποιες ώρες ηρεμήσαμε λίγο, αλλά μετά από λίγο έγινε ένα τηλεφώνημα στη θεία μου, που έλεγε ότι όλο το χωριό και όλα τα σπίτια κάηκαν. Εκεί σταμάτησε ο χρόνος για μένα. Μόλις το άκουσα, λιποθύμησα και έπεσα κάτω. Οι γονείς μου προσπαθούσαν να με συνεφέρουν. Όταν, επιτέλους άνοιξα τα μάτια μου, κατάλαβα ότι πρέπει να σταθώ δυνατή και να ηρεμήσω τους γονείς μου. Οι ώρες περνούσαν και δεν είχαμε κάποια άλλη ειδοποίηση. Το πρόβλημα ήταν ότι ο καθένας έλεγε τα δικά του χωρίς να είναι σίγουρος γ’ αυτά που λέει.

Κατά το απόγευμα μάς πήρε τηλέφωνο ένας συγγενής μας και μας είπε ότι κατάφερε να περάσει από τη φωτιά και να φτάσει στο χωριό. Ζητούσε βοήθεια ο άνθρωπος. Έλεγε ότι παντού υπάρχει φωτιά, κατάφερε και την έσβησε σε δυο σπίτια, ενώ ακόμη καιγόταν ένα σπίτι, το σπίτι της γειτόνισσας μας. Δυστυχώς, δεν μπορούσε να σβήσει τη φωτιά, έτρεξαν αμέσως και άλλοι κάτοικοι να τον βοηθήσουν και να σώσουν όσα είχαν μείνει.

Ο μπαμπάς μου δεν άντεχε άλλο, ήθελε να κάνει την τελευταία του προσπάθεια. Ανέβηκε, λοιπόν, στο αυτοκίνητο για να πάει να σώσει το σπίτι μας. Εννοείται πως δεν θα τον άφηνα μόνο του. Ξεκινήσαμε να πάμε μαζί, αλλά μας σταμάτησε η αστυνομία βγαίνοντας από τις Σάπες και δεν μας άφησε να μπούμε στην Εγνατία οδό, επειδή υπήρχε φωτιά και εκεί. Στα δεξιά του δρόμου είδα παρκαρισμένα αυτοκίνητα, οι επιβάτες τους ήταν όλοι έξω και κοιτούσαν απελπισμένα. Όλοι είχαν την ίδια απορία: πότε θα σβήσει αυτή η φωτιά και αν όντως κάηκαν τα σπίτια τους. Ο μπαμπάς μου δοκίμασε τον άλλο δρόμο, που περνάει μέσα από τα χωριά, από τη Συκορράχη και από την Αύρα. Αλλά, μόλις φτάσαμε κοντά στο χωριό, μας σταμάτησε η Πυροσβεστική και μας είπε ότι μπροστά μας έχει φωτιά και δεν μπορούμε να τη περάσουμε. Όντως, δεν βλέπαμε μπροστά μας, γιατί υπήρχαν παντού μαύροι καπνοί. Αναγκαστικά γυρίσαμε πίσω, δεν μπορούσαμε να προχωρήσουμε. Ο μπαμπάς μου στεναχωρήθηκε πάρα πολύ, που όλες οι προσπάθειες έπεσαν στο κενό. Δεν κατάφερε να σώσει τίποτα!

Σιγά σιγά άρχισε να νυχτώνει και έπρεπε να πάμε κάπου να μείνουμε. Ευτυχώς, μας φιλοξένησε η φίλη της μητέρας μου. Εγώ όλη την ώρα μιλούσα στο τηλέφωνο με όσους είχαν πάει στο χωριό για να σβήσουν τη φωτιά, η οποία είχε περάσει από το χωριό μας, αλλά ακόμα καιγόταν τα πάντα. Όμως, δεν μπορούσα να τους πιστέψω, ήθελα να δω την κατάσταση με τα ίδια μου τα μάτια. Δεν μπορούσα να καταλάβω, γιατί δεν μπορούν να σβήσουν αυτή τη φωτιά. Επιχειρούσαν τόσα ελικόπτερα και τόσοι πυροσβέστες! Αλλά πώς να τη σβήσουν; Ήταν τόσο μεγάλη και ανεξέλεγκτη που δεν είχε αρχή και τέλος.

Νωρίς το πρωί της επόμενης μέρας ξεκινήσαμε για να επιστρέφουμε στο χωριό μας. Φοβόμουν πάρα πολύ γι’ αυτά που πρόκειται να δω. Αλλά, έπρεπε να πάμε. Μόλις μπήκαμε στην Εγνατία, αντικρίσαμε το φοβερό θέαμα τα πάντα καμένα! Βγήκαμε στην έξοδο από την Εγνατία και όταν φτάσαμε στο δρόμο για να στρίψουμε προς το χωριό μας το σκηνικό ήταν το ίδιο. Παντού καμένα! Συγκλονιστήκαμε! Δεν έμεινε μέρος που δεν είχε καεί. Πραγματικά, δεν ήξερα τι να πω. Ήθελα να ηρεμήσω τους γονείς μου, αλλά τι να τους πω; Έβλεπαν τα πάντα. Όλα τα χωράφια και τα δέντρα ήταν καμένα, όλος ο τόπος κατάμαυρος.

Συνεχίζοντας τη διαδρομή και ανεβαίνοντας την ανηφόρα για το χωριό αντικρίσαμε, που σπίτια ευτυχώς δεν είχαν πάθει κάτι. Αλλά μόλις φτάσαμε στη γειτονιά μας, είδαμε το σπίτι της γειτόνισσας καμένο εντελώς! Φυσικά, στεναχωρήθηκα πάρα πολύ! Το σπίτι αυτό ήταν – μια διώροφη ανακαινισμένη οικοδομή και είχαν καεί και οι δυο όροφοι με όλα τα έπιπλα. Είχαν μείνει μόνο οι τοίχοι! Μέσα σ’ αυτό το σπίτι κατοικούσε μια οικογένεια πέντε ατόμων με ένα παιδάκι τριών χρονών. Τι θα κάνουν τώρα αυτοί οι άνθρωποι; Πώς θα ζήσουν; Πού θα μένουν;

Όταν έφτασα στην εξώπορτα του σπιτιού μου, φοβόμουν να ανοίξω την πόρτα. Ευτυχώς, δεν είχε πάθει τίποτα το σπίτι μας. Αλλά, δεν μπορούσα να χαρώ, γιατί ακριβώς μπροστά μου έβλεπα το καμένο σπίτι της γειτόνισσας. Η κατάσταση ήταν απελπιστική. Παρά πολύ μεγάλη ζημιά και τεράστια απώλεια!

Σιγά σιγά και οι υπόλοιποι κάτοικοι του χωριού άρχισαν να επιστρέφουν στα σπίτια τους. Όλοι ήταν στεναχωρημένοι, απελπισμένοι, ψυχικά καταρρακωμένοι και δεν ήξεραν τι να πουν. Ολική καταστροφή. Η γειτόνισσά μου ακόμα δεν είχε επιστρέψει στο καμένο σπίτι της. Μας έπαιρνε συνέχεια τηλέφωνα και μας ρωτούσε για το πώς είναι το σπίτι τους. Δεν μπορούσαμε να της πούμε ότι κάηκε το σπίτι τους, κανένας δεν μπόρεσε να της πει την πικρή αλήθεια!

Αλλά, οι ώρες περνούσαν η γυναίκα δεν άντεχε άλλο και ήθελε να επιστρέψει στο χωριό της. Μόλις βρέθηκε μπροστά στο καμένο σπίτι της, συγκλονίστηκε. Άρχισε να κλαίει και να φωνάζει. Αλλά τι να κάνει; Όλη η οικογένεια στεναχωρήθηκε πάρα πολύ. Μακάρι να μπορούσαν να σώσουν το σπίτι τους. Ήταν πάρα πολύ δύσκολη στιγμή γι’ αυτούς, αλλά και για εμάς. Αμέσως σταθήκαμε δίπλα τους και υποσχεθήκαμε ότι όσο το δυνατότερο θα ξαναφτιάξουμε το σπίτι τους. Αλλά, ό,τι και να τους λέγαμε η κατάσταση δεν θα άλλαζε. Η απώλεια ήταν τεράστια. Ζούσαν 70 χρόνια μέσα σ’ αυτό το σπίτι. Και τώρα όλα πλέον είχαν γίνει στάχτη. Οι κόποι μιας ολόκληρης ζωής είχαν γίνει παρανάλωμα του πυρός!

Λίγο αργότερα ήρθε ένας χωριανός μου, ο οποίος είχε φτάσει στο χωριό πρώτος μετά τη φωτιά και μας είπε:

‘Μόλις ήρθα να δω σε τι κατάσταση βρίσκεται το χωριό τρελάθηκα, δεν ήξερα τι να κάνω, σαν να είχε σταματήσει ο χρόνος. Αλλά έπρεπε να συνέλθω και να κάνω κάτι. Τουλάχιστον να σώσω τα σπίτια που άρχισαν να καίγονται. Έσωσα πολλά σπίτια, αυλές και αποθήκες. Αλλά, δεν μπορούσα να σώσω αυτό το σπίτι. Όταν επέστρεψα στο χωριό ήταν πολύ αργά, οι φλόγες που έβγαιναν από το σπίτι ψήλωναν προς τον ουρανό. Κάλεσα για βοήθεια, αλλά όσοι κι αν ήρθαν δεν μπορέσαμε να σώσουμε αυτό το σπίτι. Ήταν σαν εφιάλτης που δεν θα ξεχάσω ποτέ’.

Όλοι μας περάσαμε πολλές δύσκολες στιγμές. Σαν να είδαμε και να τη ζήσαμε την κόλαση πριν πεθάνουμε. Ακόμη έχω στο μυαλό μου το πώς έτσι τόσο γρήγορα κάηκαν τα πάντα.

Ταυτόχρονα σκεφτόμουν και τα ζώα και ήμουν σίγουρη ότι κάηκαν, επειδή η φωτιά είχε έρθει από την πλευρά που υπήρχαν τα μαντριά. Ο μπαμπάς μου τότε είπε αμέσως: «Θα πάω να δω το κοπάδι μου, να δώσω στα ζώα μου φαγητό και νερό». Σιγά σιγά ξεκινήσαμε μαζί, με τα πόδια, να πάμε προς το μαντρί. Μόλις φτάσαμε, είδαμε ότι τα πάντα ήταν καμένα. Από ολόκληρο μαντρί δεν είχε μείνει τίποτα, μόνο ένα κουδούνι που κρεμάνε στο λαιμό των ζώων. Είχαν καταστραφεί τα πάντα. Ο μπαμπάς μου έχοντας ακόμη κάποια ελπίδα σήκωσε τα πεσμένα τενεκεδάκια και τις πεσμένες λαμαρίνες, μήπως βρει ζωντανά ζώα που φοβήθηκαν και κρύφθηκαν από κάτω. Αλλά, μόλις τα σήκωσε είδαμε ότι όλα τα ζώα ήταν καμένα, παρόλο που ο μπαμπάς την προηγούμενη μέρα φεύγοντας είχε αφήσει ανοιχτή την πόρτα του μαντριού, ώστε να φύγουν έξω τα ζώα και να σωθούν. Αλλά, δυστυχώς, δεν τα κατάφεραν.

Ο μπαμπάς μου δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί άλλο και από τα μάτια του άρχισαν να κυλάνε δάκρυα. Τόσα χρόνια τα φρόντιζε και είχε μεγάλο δεσμό με τα ζώα του. Πάρα πολύ κρίμα για τα ζώα! Ήταν πολύ συγκλονιστική κατάσταση. Δεν ήταν καμένο μόνο το κοπάδι του μπαμπά μου, ήταν και πολλά άλλα καμένα κοπάδια. Τώρα τι θα κάνουν αυτοί οι άνθρωποι; Αφού όλα τα χρόνια ασχολούνταν μόνο με την κτηνοτροφία και έτσι έβγαζαν τα έσοδα τους. Τους περιμένουν πολύ δύσκολες μέρες.

Βέβαια, δεν κάηκαν μόνο τα αιγοπρόβατα. Καμένα ήταν όλα τα άλλα ζώα, τα πτηνά, τα ερπετά, τα θηλαστικά και τα ζώα συντροφιάς, που δεν μπόρεσαν να φύγουν από τη φωτιά. Ήταν πραγματικά τεράστια η καταστροφή. Όλα τα δέντρα ήταν καμένα. Ήταν καμένο όλο το έδαφος. Τίποτα δεν είχε μείνε από το πράσινο χρώμα. Το μοναδικό χρώμα που βλέπαμε ήταν το μαύρο. Ακόμα και ο ουρανός ήταν σκοτεινός, σαν να έκλαιγε.

Αυτή η φωτιά μας άφησε μεγάλες πληγές και μας κατέστρεψε υλικά και ψυχικά. Ξέρουμε, όμως, ότι αυτές οι πληγές δεν θα θεραπευτούν ποτέ. Πάντα θα έχουμε μέσα μας και θα βλέπουμε μπροστά μας εκείνον τον δράκο που έβγαζε φλόγες από το στόμα του και έκαψε όλο το χωριό.

ΜΟΥΡΣΕΛ ΣΕΒΙΝΤΣ

spot_img
Wednesday, February 25, 2026

Latest News

Με τον Κυριάκο η χώρα και η Θράκη από τον μικρόκοσμο στο μεγάλο παιχνίδι

του Θεοφάνη Κωφίδη Δύο πράγματα δεν περνούν απαρατήρητα στο μικρόκοσμο της γειτονιάς μας. Πρώτον ότι η Ελλάς διαθέτει ένα πολύ...
spot_img
spot_img

More Articles Like This