
Όταν να πει μια καλημέρα θέλει
καθώς ξυπνά και ο ήλιος ανατέλλει
και δεν έχει σε ποιον να την πει
και από ποιον να ακουστεί…
Όταν θέλει να χαμογελάσει
και τα στήθη του να αδειάσει
από τα μαύρα όνειρα της νύχτας
που ήταν σαν σύννεφα πήχτρας…
Όταν μια αγκαλιά λαχταρά
και να την βρει καρδιοχτυπά,
αλλά αυτή μακριά του έχει χαθεί
και δεν ελπίζει να ‘ρθει…
Όταν θέλει να πει σ’ αγαπώ
κι αυτό δεν είναι αντικρυστό
και δεν έχει που να το πει
πες μου πως μπορεί τη ζωή να γευτεί;
Όταν ένας γλυκός λόγος του λείπει,
ο πόνος του δε θα εκλείπει,
θα είναι μόνος στον κόσμο αυτό,
θα έχει μπροστά του ένα βουνό.
Όλα αυτά σημαίνουν μοναξιά.
Νιώθει σαν πουλί χωρίς φτερά.
Είναι κάτω από της θλίψης το σκοτάδι
στερείται τον ήλιο και το φεγγάρι.
Στερείται απλές χαρές
που είναι μοναδικές
Με ένα σύντροφο παρέα
όλα φαίνονται ωραία.
Θα έχει όμορφα αισθήματα.
Δε θα πλημμυρίζει από άγρια κύματα.
Θα αγαπά τον κόσμο, τη ζωή.
Θα νιώσει μεγάλη αλλαγή.
Θα ξαναφορτίσει η μηχανή με πρίμο αεράκι.
Θα ταξιδέψει στης θάλασσας τα νερά με ήρεμο κυματάκι.
Θα ξαναγεμίσουν τα σωθικά.
θα λυτρωθεί από τα δεσμά.
Θα φύγει κάθε αναστεναγμός.
Θα γίνει άλλος εαυτός
πρόσχαρος και γελαστός
αφού βρήκε του ήλιου το φως.
Τάνια Στεφάνου Τσαβδάρη






