Home / Κοινωνια / Η γιαγιά δεν είχε κουτάλα

Η γιαγιά δεν είχε κουτάλα

Γράφει ο ΣΧΟΛ-ιαστής

images-207

Η αλήθεια είναι ότι γράφω για άλλα αυτή την εποχή στην εφημερίδα Ε.Θ.

Μάλλον γιατί όλα αυτά που θέλω να σας πως δεν λέγονται κατακούτελα.

Ομολογώ μάλιστα ότι τα πολύ προσωπικά γραπτά που αποπειράθηκα, πριν από 2 χρόνια όταν κάθε εβδομάδα τα παρουσίαζα στην Ε.Θ. τότε, δεν ήταν και τόσο εσωτερικά – ιδιωτικά.

Προφανώς γι’ αυτό και κατέληγαν πάντα κάπου.

Σήμερα για παράδειγμα έχω σκοπό να γράψω ένα κομμάτι κάπως αφαιρετικό, δραστηριοποιημένο εντός οικογενειακών μοτίβων και κάδρων, με κρυφο-επιθετικά στιλάτα κόλπα σάτιρας και δαγκωτές ασέβειες στον οικογενειακό μου κύκλο.

Θα τα αφηγηθώ νομίζω, με γκραντέ περιγραφές και σπιτίσιο στυλ και χρώμα που θα αφορά για μια συγγενική εφεδρεία γιαγιάς που η οικογένειά της, τη βάζει στη σαλαμούρα της επιβίωσης προκειμένου να επωφεληθεί, ελλείψη άλλων πόρων την σύνταξή της.

Συμβαίνουν τέτοια και στις καλές οικογένειες. Τέλος πάντων.

Κοντός ψαλμός αλληλούια και το όλο “στόρυ” παρακάτω.

Η μυρουδιά της κοτόσουπας που βράζει στην κατσαρόλα μπορεί όχι μόνο να με βγάλει από την κουζίνα, από την γειτονιά μου τα Μνηματάκια, αλλά και από την Αλεξ/πολη.

Ευτυχώς, την ίδια απέχθεια για το “μαυροζούμι – τυρκουάζ” είχε και η θεία μου Ιουλία που μένει τελευταία στο σπίτι μου εγκαταλείποντας το δικό της στο Αλή – Μπέη της Εξώπολης.

Φανταστείτε, λοιπόν την έκπληξή μου όταν πριν από μερικές ημέρες κατά την είσοδό μου στο σπίτι, εκτός από ένα πάκο λογαριασμών στην εταζέρα του χολ, με υποδέχθηκε εκείνη η χαρακτηριστική πηχτή, λιπαρή, αφόρητη δυσάρεστη οσμή.

Θεία, τη ρωτάω, τι φτιάχνεις;

“Κοτόσουπα, για να δυναμώσω τη θεία σου την άλλη την Άννα που μένει πιο πέρα στα Τσιμεντένια όπως ξέρεις και που την αγαπάς πιο πολύ από μένα. Θα περάσει να την πάρει η ξαδέλφη σου η Ρένα, η κόρη της”.

Κοτόσουπα με κότα;

“Όχι με γλάρο Μαρωνιτικό, παιδί μου, κότα αλανιάρα που μας την έστειλε ο πεθερός σου από το Ελληνοχώρι, για να έχει βιταμίνες”.

Και πως σου ήρθε να δυναμώσεις τη θεία Άννα; την ξαναρωτάω.

Εσύ, ρε θεία, δεν παρακαλούσες χθες να την πάρει ο Θεός για να ησυχάσει;

“Όταν τα έλεγα αυτά, ήταν άλλα τα δεδομένα”.

Απαντά μειλίχεια η θεία.

Επίθεση ερωτήσεων εγώ.

Τι άλλαξε δηλαδή μωρέ θεία;

Μήπως της πέρασε το Αλτσχάϊμερ;

Μήπως σταμάτησε να έχει ακράτεια, τυφλοποντικίαση, ποδάγρα, εντεροκολίτιδα;

Μήπως ίσιωσαν το δεξί χέρι και το αριστερό πόδι της που λόγω της κλίσης που είχαν πάρει από το εγκεφαλικό, δεν της επέτρεπαν ούτε να σταθεί όρθια, ούτε να φάει μόνη της;

“θα σου εξηγήσω. Επειδή βγήκε η κόρη της η Ρένα στην εφεδρεία σήμερα με το Νόμο του Στουρνάρα, οπότε καταλαβαίνεις”.

Δεν καταλάβαινα.

Ήξερα μόνο, ότι η υπέργηρη και ημιθανής εδώ και τέσσερα χρόνια θεία μου Άννα, που όλοι ευχόμασταν να φύγει ήσυχα για να σταματήσει να υποφέρει και να βασανίζει την κόρη της και ξαδέλφη μου Ρένα, έπρεπε τώρα ξαφνικά να ζήσει επειδή η Ρένα βγήκε από την Δημόσια υπηρεσία που δούλευε σε εφεδρεία.

Η θεία Ιουλία όμως το χαβά της.

“Έλα εδώ, δημοσιογράφε της δεκάρας, ανακάτεψε λίγο τη σούπα, για να αβγοκόψω εγώ το τελείωμα”.

Θεία, θα ξεράσω, θα λιποθυμήσω.

“Ξέρω. Όμως πρέπει να βοηθήσω την κατάσταση”.

Ποιά κατάσταση;

Τότε μου εξήγησε:

Οκτακόσια είκοσι ευρώ η σύνταξη της θείας Άννας. Από την οποία τα πιο πολλά, σχεδόν όλα, πήγαιναν στη Ρωσοπόντια γυναίκα που την κρατούσε, καθώς η εργαζόμενη ξαδέλφη μου Ρένα έλειπε τη μισή μέρα από το σπίτι και η μάνα της δεν επιτρεπόταν να μείνει μόνη της.

Αυτό όχι μόνο λόγω της κατάκλισης, αλλά και του Αλτσχάιμερ, που σε ανύποπτο χρόνο μετέτρεπε την ανήμπορη γριούλα σε κινούμενη καταστροφή.

Για κάτι τέτοιο, ήταν απαραίτητη η Ταμάρα των 700 ευρώ, που την παραστεκόταν σχεδόν ένα εικοσιτετράωρο.

Όσο για τα έξοδα της καθημερινότητας, με αυτά επιφορτιζόταν η ξαδέλφη μου Ρένα, δημόσιος υπάλληλος με συμπαθή μισθό βέβαια, που όμως ποτέ δεν ήταν αρκετός.

Τίποτε δεν περίσσευε. Τσουχτερό ενοίκιο για την μονοκατοικία στα Τσιμεντένια γιατί σαν παλιές Αλεξανδρουπολίτισσες ποτέ δεν απαρνήθηκαν την παραδοσιακή αυτή γειτονιά, βάλε τώρα και τους τρέχοντες λογαριασμούς και ακόμα ένα δανειάκι που έπρεπε οι δόσεις να δοθούν, τίποτε λοιπόν δεν έμενε, αλλά και τίποτε δεν τους έλειπε.

Ώσπου της ανακοινώθηκε ότι βγαίνει στην εφεδρεία, με σύνταξη γύρω στα 500 ευρώ.

Πιο κάτω και από την εξαθλίωση.

Τότε ήταν που η ξαδέλφη μου Ρένα αποφάσισε ότι η μάνα της, τον θάνατο της οποία παρακαλούσε κάθε λεπτό της ώρας όχι επειδή δεν την αγαπούσε, αλλά επειδή την αγαπούσε τόσο πολύ ώστε δεν άντεχε να τη βλέπει να υποφέρει και να εξευτελίζεται από την ανημπορία και το ξεμώραμα, έπρεπε πάση θυσία να ζήσει.

Επειδή τα 820 ευρώ της ήταν απαραίτητα περισσότερο από κάθε άλλη φορά.

Και άρχισε η “επιχείρηση αναστήλωση”.

Με τη θεία Ιουλία στο δικό μου σπίτι να αναλαμβάνει μαγειρικά τη διατροφή της γριάς συγγενούς της, ξεκινώντας με αγγλικού τύπου πρωινό (ομελέτα με μπέικον, πορτοκαλάδα στριφτή, κρουασάν και φέτα Σαμοθράκης ανάλατη), συνεχίζοντας με ψητό συκώτι, γαρδούμπα με συνταγή του παλιού οικογενειακού της γιατρού μακαρίτη Μπουκοβάλα, σπανακόπιτες για  την συμπλήρωση σιδήρου στον οργανισμό της γραίας όπως συνιστούσε παλαιόθεν ο καλός γιατρός Ραχμανίδης και καταλήγοντας το βράδυ με σουπίτσες για να μη βαραίνει το στομάχι.

Α, ξέχασα, ενίοτε τα βράδια και χοίρινο πατσά ποδαράκια γιατί περιέχουν ζελατίνη επικάλυψης στομάχου με έλκος.

Τώρα, πόσο ελαφρύς είναι ο πατσάς το βράδυ κατά την θεία μου Ιουλία, αυτή ξέρει.

Το σίγουρο πάντως είναι, ότι η αθεόφοβη θεία μου, προμηθευότανε τα υλικά αυτά από το παλιό πατσατσίδικο του γνωστού Αρμενάκη εκεί στη παλιά πλατεία Τρουμαν του Σιδηρ. Σταθμού.

Να μην αναφερθώ λεπτομερειακά και στα μεσημεριανά με τα χιλιάδες λιπαρά.

Θεία μου, εσείς αντί να τη συντηρήσετε, θα την πεθάνετε από χοληστερίνη.

“Τίποτε δεν παθαίνει (με ανταπαντά πάλι), τρώει παχυντικά, αλλά γυμνάζεται κιόλας,οπότε κάνει καύσεις”.

Τι μου λες; Η θεία Άννα, που δεν μπορεί να πάρει τα πόδια της;

“Ναι, κάθε απόγευμα η ξαδέλφη σου Ρένα και η Ταμάρα της κάνουν αερόμπικ, για να βελτιώσει τη φυσική της κατάσταση”.

Αυτό, πάλι τι είναι θεία μου;

“Κάτι που τη γυρνάνε τ’ ανάσκελα και της τραβάνε τα πόδια”.

Και μη χειρότερα, ώρα να μου πεις τε θεία, ότι θα την γράψουν και στο αθλητικό τμήμα του Εθνικού της ενόργανης γυμναστικής.

Δεν ήξερε να μου πει. Εκείνο που ήξερε ήταν ότι η γριούλα έπρεπε πάση θυσία να επιβιώσει γιατί ο θάνατός της είναι πολυτέλεια.

Και δεν είναι η μόνη ηλικιωμένη, έμαθα , που η οικογένειά της τη βάζει στο μούσκιο, αν θέλετε σαλαμούρα ή ένα είδος φορμόλης, για να τη συντηρήσει προκειμένου να επωφεληθεί ελλείψει άλλων πόρων από τη σύνταξή της.

“Έλα τώρα, ανηψιέ, θες λίγη κοτόσουπα;”

Αφού δεν την τρώω, μωρέ θεία.

“Ούτε εγώ, αλλά θα αρχίσω να την τρώω. Πρέπει να αντέξω, για να σας βοηθάω με την σύνταξη μου από δω και πέρα, που μ’ έχετε στο σπίτι σας”.

“Μπορεί τώρα να μην την έχετε ανάγκη μια και έχετε δύο συντάξεις με τη γυναίκα σου και εσύ, ακόμη, τα οικονομάς επί πλέον από τα μπαρμπούτσαλα που γράφεις στην Ε.Θ.

Αλλά κανείς δεν ξέρει. Αν και είμαι εγώ αρκετά νέα. Έτσι δεν είναι;”.

Έτσι είναι θεία μου.

“Δεν νομίζεις όμως αγαπητέ μου ανιψιέ ΣΧΟΛ-ιαστή, ότι ένα – δύο τραβηγματάκια κάτω από τα μάτια μου, τα έχω ανάγκη;”

Κι’ όχι τίποτε’ άλλο. Που θα τη βλέπω καθημερίς την θεία μου να μαγειρεύει και θα χασκογελώ συνέχεια.

Σάμπως νοιάζεται η άτιμη οικονομία στην Ελλάδα σήμερα;

Ο ΣΧΟΛ-ιαστής