Χθες βράδυ είδα όνειρο, και ξεσηκώθηκα,
και με τον άλλο μου εαυτό, πάλι τσακώθηκα.
– Σαν ποιος θαρρείς πως είσαι συ, κι άλλους κατηγορείς,
κι αυτά που σε πληγώνουν θέλεις να διορθώσεις, μα όμως το μπορείς;
– Πες μου τι θες να κάνω, θες πάλι να μουλόξω,
και όλα τα προβλήματα να τα αφήσω απ’ όξω;
μη κι είναι ανεπίτρεπτο, κάπως να σκέπτομαι;
– Ας τις φιλοσοφίες, και άκουσε λιγάκι,
πίσω πια δεν γυρίζουν, ούτε ο ποταμός, ούτε το ποταμάκι,
γιατί είν’ όλα φτιαγμένα, ως θέλουν οι μεγάλοι,
μα εσύ πως να το νιώσεις, αγύριστο κεφάλι;
κάλμαρε το μυαλό σου, στο λέγω για καλό σου,
ποτέ τον ισχυρότερο, μην κάνεις για εχθρό σου.
– Μα φίλε είμαι άνθρωπος, με νου, μα και ψυχή,
πως θέλεις να υποκύψω
θαρρώ πως είναι το σωστό, να έχω κάποια γνώμη,
κι αν λάθος το αποδείξεις, εγώ ζητώ συγνώμη.
Έστω κι αν έχεις δίκιο, σαν τι μπορεί να βγει,
για να σε βγάλουν άχρηστο, έχουν την συνταγή
κάποιοι για κάτι θα βρεθούν, να σε κατηγορήσουν,
και έχουν χίλιους τρόπους, ναι, σκληρά να σε ζορίσουν.
Άστα ρε φίλε, άστα, μην αντιστέκεσαι,
κάλλιο θαρρώ πως είναι, να μην τα σκέπτεσαι.
– Ώστε να μην σκεπτόμαστε, μόνο να υπακούμε,
μα όμως τώρα φίλε μου, ναι αν το μπορούμε,
σαν βλέπουμε πως όλα ναι, είναι οργανωμένα,
σαν ψάρια που απ’ τα δίχτυα τους, να μην ξεφεύγει ουτ’ ένα
όμως για δεύτερη φορά, κάτι ξεστόμισες, την λέξη όπου ειν’ κλειδί,
είναι η λέξη σκέπτομαι, και φαίνεται απλή, αρκεί κανείς να δει,
τον ανεγκέφαλο άνθρωπο θέλουν τώρα να φτιάξουν, εδώ, στον πλανήτη γη,
μα προς Θεού η λέξη αυτή, η λέξη σκέπτομαι, το ίδιο ειν το μυαλό μας,
κι αν ατροφήσει η σκέψη μας, δεν θάναι για καλό μας.
Αλεξανδρούπολη