Home / Θρακιωτικη Ποιηση / Αγνωμοσύνη

Αγνωμοσύνη

Τώρα στο γέρμα της ζωής, τα λάθη μου μετράω,

στον δεύτερό μου εαυτό, τι έφταιξε ρωτάω.

Απλόχερα εμοίρασα, σε όλους την αγάπη,,

μόλις όμως βολεύτηκαν, μου γύριζαν την πλάτη,

κι ανάδρομη η σκέψη  μου, τα πίσω εμπρός μου φέρνει,

μα, ν’ αναγυρίσω το στρατί, ο χρόνος δεν με παίρνει,

κι ο δεύτερος μου εαυτός, με απονιά σαρκάζει.

– Ήθελες να ‘σουνα καλός, μα εμένα δεν με νοιάζει

για όσα έχει πάθει, μην τάχεις για μαράζι,

γιατί εσύ προξένησες, το ότι σου ταιριάζει.

Τις τόσες τις θυσίες σου, διόλου δεν τις μετράνε,

σκάρτο αν θα σε βγάλουνε, πιο όμορφα περνάνε.

Από την πείρα της ζωής, γεννιέται η σοφία.

Η αγνωμοσύνη επικρατεί, σ’ αυτή την κοινωνία.

Ποτέ σου, ναι, δεν μέτρησες, την τόση αγνωμοσύνη,

που νόμισμα της πληρωμής, ειν’ για την καλωσύνη.

Η πίκρα ειν’ αβάσταχτη, κανείς δεν την αντέχει,

ίσως ακόμη κι ο Χριστός, τα πάντα όπου κατέχει.

Τους δέκα σαν θεράπευσε, ένας ήλθε λεπρός,

να τον ευχαριστήσει,

και με πικρία φανερή, ρώτησε ο Χριστός.

Τους δέκα εθεράπευσα, οι δε εννέα που;

κι ίσως βούρκωσαν στα κρυφά, τα μάτια του Χριστού.

Όμως εσύ είσαι άνθρωπος, και μάθε από μένα,

ευχαριστώ δεν θ’ ακουστεί, στο λέω από κανένα.

Αλεξανδρούπολη