9.4 C
Alexandroupoli
Τρίτη, 31 Μαρτίου, 2020

Über alles ο Παναγιώτης

Unknown-88Πέρασαν μερικά χρόνια μετά την κατοχή και ο δικός μας Παναγιώτης (στο προηγούμενο κομμάτι της Πέμπτης, περιγράψαμε την απίθανη ιστοριούλα του ήρωά μας με τους κατοχικούς κατακτητές Γερμανούς και την απόδρασή του την κινηματογραφική από τις φυλακές Αβέρωφ και όσοι δεν τη διάβασαν κακό της κεφαλής τους), ο μετέπειτα μόνιμος Αλεξανδρουπολίτης, μεγάλωσε, ψήθηκε, δούλεψε σ’ όλες τις δουλειές, τσιτσιρίστηκε στην αναγεννημένη Αθήνα και το μόνο κέρδος ήτανε τα γερμανικά που έμαθε καλά, γιατί κατά βάθος ήτανε τίμιο παιδί, δεν ήθελε να κάνει ατιμίες.

Η δεύτερη περιπέτεια που μου αφηγήθηκε εδώ στην Αλεξανδρούπολη, όταν πια ήμασταν γείτονες, γεροντάκι αυτός αλλά αληθινός και παραστατικός με τις ιστοριούλες του ήταν αυτή, Η πιο κάτω, που αξίζει τον κόπο να την διαβάσετε γιατί είναι συναρπαστική και απίθανη.

Εξάλλου του την υποσχέθηκα ότι θα καταγραφεί στη στήλη μου, έτσι για το καλό της ψυχή του.

Άνδρας πια, ο Παναγιωτάκης και προκοπή μόνιμη γιόκ. Μέχρι ταξιτζής έκανε, μέχρι απ’ όλα.

Ώσπου μια μέρα τον πετυχαίνει ένας φίλος, Θανάσης τ’ όνομα και του ξηγήθηκε.

– Ρε συ, ξέρεις γερμανικά;

– Ναι. Αμέ. Γιατί; Ρώτησε αδιάφορα ο Παναγιώτης.

– Εγώ δουλεύω οδηγός σε ψυγείο. Είπε ο Θανάσης.

– Αυτοκίνητο;

– Ναι. Έρχεσαι βοηθός; Καλό παλικάρι φαίνεσαι, έχουμε και καταγωγή από τους γέρους μας την Θρακιώτικη, μακαντάσια δηλαδή.

Θα πηγαίνουμε Μόναχο, φρούτα και τέτοια και θα γυρίζουμε, και Γιουγκοσλαβία θα φέρνουμε κρέατα.

– Ξέρω εγώ από κρεατέμπορους, γιατί ένα φεγγάρι δούλευα μεταφορέας από Έβρο σε αγορά Αθήνας και γνώρισα καλά τους κοντραμπατζήδες χασάπηδες.

Σημείωση του υποφαινόμενου, για την τάξη των πραγμάτων:

Είπαμε στο προηγούμενο κομμάτι, ότι πρόλογος, διάλογοι, λεκτικές εικόνες, στιχομυθίες, συντακτικά εφέ, είναι προσθέσεις και επεμβάσεις δικές μου, έτσι ώστε το κείμενο και η φωτογραφία του να γίνει πιο γουστόζικη.

Και αυτό για τους δύσπιστους και ξεροκέφαλους που απαξιώνουν τα κομμάτια που γράφω γιατί νομίζουν ότι τα βγάζω από την κοιλιά μου.

Εξηγηθήκαμε και χαίρετε!

Νόστιμη, λοιπόν, η δουλειά, ταξίδι και τέτοια, τα κανονίσανε, σε τρεις μέρες χαρτιά και τα πάντα και έτοιμοι. Και πάνω που θα φεύγανε, ήρθε ένας κοιλαράς και κάθισε στη μέση.

– Είναι το αφεντικό είπε ο Θανάσης. Καμιά φορά έρχεται και αυτός μαζί.

– Χαίρω πολύ. Αλλά τα μούτρα του αφεντικού δεν αρέσανε στον Παναγιώτη.

– Μιλάς καλά γερμανικά; Ρώτησε τον Παναγιώτη.

– Πρώτης τάξεως. Απάντησε αυτός.

– Μπράβο.

Τσιγαράκια, κεράσματα, φτάσανε στο Μόναχο.

Δώσανε το εμπόρευμα, ατσίδα στο γερμανικό ο Παναγιώτης και το μεσημέρι λέει το αφεντικό του Θανάση του οδηγού.

– Πάρε το ψυγείο και τράβα να το επιθεωρήσουνε, μεθαύριο φεύγουμε.

Γύρισε και στον Παναγιώτη.

– Εμείς πάμε εκεί στο Στάχουμπεργκ να φάμε στο εστιατόριο.

Εκεί που τρώγανε, τον κάνει:

– Μετά θα πάμε να βρούμε κάτι φάρμακα που τα έχω παραγγελία από την Αθήνα. Στην Ελλάδα δεν υπάρχουν και θέλω να βοηθήσεις να συνεννοηθώ και να τα κρύψουμε στο αμάξι.

Το πίστεψε ο Παναγιώτης, πάει τα λένε με τους Γερμανούς και το άλλο πρωί να ‘σου και ξαναφεύγει ο οδηγός ο Θανάσης για κάτι εξαρτήματα.

Σε λίγο καταφθάνει ένα μικρό φογκς – βάγκεν με τους φαρμακεμπόρους. Παίρνει τα μπουκαλάκια με τα φάρμακα το αφεντικό, πληρώνει και ανοίγει το ψυγείο απάνω προς τον οδηγό μια κρύπτη και τα χώνει μέσα.

Ο δικός μας, ο Παναγιώτης για πρώτη φορά άρχισε να ψυλλιάζεται.

Δεν είπε λέξη, φύγανε την άλλη μέρα, περάσανε την Αυστρία και φτάσανε στα Γιουγκοσλαβικά σύνορα.

Βγήκανε οι τελωνειακοί, γνωστοί με το αφεντικό, κάτι λέγανε, ποιος ξέρει τι, τους έδωσε τσιγάρα, γερμανικά πουκάμισα, κάτι δολάρια, κοιτάξανε αυτοί το αμάξι, άδειο, άει στο καλό φύγανε γρήγορα.

Μέχρι τα Σκόπια πήγανε άδειοι. Εκεί την αράξανε σε ξενοδοχείο που το ‘χε Έλληνας παλιός παρτιζάνος.

Σε λίγη ώρα να ‘σου και φτάνουνε Σερβικά καμιόνια γεμάτα σφαγμένα βόδια.

Τα φορτώσανε, αλλά μέχρι την πόλη Τιτοβέλες και παρά πέρα, το αφεντικό είχε κλειστεί μέσα στο ψυγείο με τα κρέατα.

Ο Παναγιώτης απόρησε:

– Τι κάνει εκεί μέσα;

– Ξέρω ‘γω, σήκωσε τους ώμους ο οδηγός Θανάσης.

Κάθε φορά που τον παίρνω μαζί, αυτή η δουλειά γίνεται.

Ζυγώνανε τώρα τους Ευζώνους, στη Γευγελή σταματήσανε για κοντρόλ, ήρθε μέσα το αφεντικό.

– Τα κρέατα είναι φορτωμένα στο όνομά σου, είπε του Παναγιώτη.

– Γιατί; Απάντησε αυτός.

– Έτσι. Δεν θέλω να δείχνω ότι κάνω πολλές εισαγωγές.

Η περιέργεια μεγάλωσε και τον έτρωγε τον Παναγιώτη.

Ζυγώνανε τα δικά μας τα σύνορα, του δίνει το αφεντικό τις φορτωτικές του Παναγιώτη.

– Πάρτες, του λέει, για τον έλεγχο.

Και εδώ όλα εντάξει, μόνο που ρωτήσανε οι τελωνειακοί: – Έχετε τίποτε να δηλώσετε;

– Μάλιστα, έκανε το αφεντικό, έχω κάτι κουτιά πούρα. Μαλώσανε πάνω στον δασμό, τέλος πάντων τα πλέρωσε, φύγανε. Και χαμογελούσε το αφεντικό.

Εκεί που τα λέγανε, μετά τον έπιασε τον Παναγιώτη ένας κοιλόπονος μυστήριο.

– Αμάν. Να σταθούμε.

– Τώρα; Δεν γίνεται, λέει το αφεντικό.

– Μα πονάω, αποκρίνεται με βογγητά ο Παναγιώτης.

– Τέλος πάντων, είπε το αφεντικό, έχει ένα στρώμα λαστιχένιο μέσα στο ψυγείο. Πάρτο και ξάπλωσε. Μόνο θα κρυώνεις.

– Δεν κρυώνω, καλοκαιριάτικα είπε ο Πανάγος, να ξαπλώσω μονάχα θέλω.

Ξάπλωσε, δηλαδή δεν ξάπλωσε, αλλά άνοιξε την κρυψώνα να δει τα μπουκαλάκια.

Μπουκαλάκια δεν είχε. Και όπως απόρησε και κοίταζε τις μοσχαροκεφαλές κάτι πέρασε και από τη μοσχαροκεφαλή τη δικιά του.

Δίκιο είχε, γιατί σ’ όλα τα κεφάλια των μοσχαριών, τους είχανε χώσει από πίσω από τη γλώσσα, με πολύ τέχνη και από ένα μπουκαλάκι.

Και τα μπουκαλάκια όλα είχανε μέσα μια σκόνη άσπρη και έγραφαν στην ετικέτα ΜΑΝΧΑΪΜ.

Τα μάζεψε ένα – ένα ο Παναγιώτης τα έχωσε μέσα στο στρώμα καλά, ακίνητα, και στη Λάρισα σταματήσανε για βενζίνα και άνοιξε το ψυγείο το αφεντικό ο ίδιος.

– Ε, πως πάμε; Ρώτησε.

– Δεν μπορώ, έκανε ο Παναγιώτης, πρέπει να βγω, γιατί δεν είμαι καθόλου καλά.

– Βρε μάγκα μου, ζημιά μεγάλη φαίνεται.

– Μόνο άσε μου το στρώμα αφεντικό, και άμα συνέλθω θα κατέβω πριν από εσάς. Με ταξί. Είπε κλαψουρίζοντας τάχα ο Παναγιώτης.

– Πρέπει, είπε το αφεντικό, γιατί οι φορτωτικές είναι στο όνομά σου και δεν μπορώ να δώσω τα κρέατα στην αγορά.

– Να μείνω κάνα δύο ώρες ακίνητος, να πάρω και κανένα κινίνο και σας έφτασα. Αποκρίθηκε ο νέος.

Και όπως πήγε το αφεντικό να πληρώσει τη βενζίνη έβγαλε ταχύτατα το στρώμα, το άφησε παρακάτω και τον ησύχασε.

– Μη φοβάσαι, αφεντικό, θα φύγω αμέσως. Νιώθω κάπως καλλίτερα, δώσε μου και τίποτε ψιλά για το ταξί και γι’ άλλες ανάγκες και άντε στο καλό.

Του  πήρε ένα χιλιάρικο. Έφυγε το ψυγείο και μπήκε στο μαγαζί ο Παναγιώτης.

Τηλεφώνησε στη Χωροφυλακή. Του είπανε; μάλιστα “μπήκαμε” και σε λίγο έφθασε ένα τζιπ και ένα 100.

Ο Παναγιώτης έδειξε τα μπουκαλάκια και είπε:

– Να τα, αυτά είναι.

Το ίδιο βράδυ το αφεντικό ήτανε στη Λαμία, στη φυλακή και ο δικός μας αετός ο Παναγιωτάκης η γάτα στην Αθήνα, την αγορά και πληρωνότανε “κας” τα κρέατα, αυθωρεί και παρά χρήμα.

Και ο οδηγός του ψυγείου, ο Θανάσης τραβούσε τα μαλλιά του.

– Όχι τίποτε άλλο, είπε ο Παναγιωτάκης. Έκανε και τις φορτωτικές στο όνομά μου, πρωτοτάξιδος εγώ αν μας πιάνανε να έβγαζα μόνο μου το φίδι από την τρύπα. Τώρα δικά μου, είναι τα κρέατα. Εγώ τα πουλάω και εγώ εισπράττω.

Γιατί βλέπεις, τούτο το τελευταίο δε το μαρτύρησε στη Χωροφυλακή.

Να κάνουμε, δηλαδή, τη δουλειά μας σαν τίμιοι άντρες, αλλά και στην ατιμία μας με τους άτιμους.

Αυτός ήταν ο Παναγιώταρος ο μετέπειτα δικός μας και οι Γερμανοί φαρμακέμποροι που μάθανε αργότερα το περιστατικό του είπανε “SPEKULANT” που σημαίνει καπάτσος, κερδοσκόπος, καταφερτζής, αετός.

Η ιστορία αυτή, που λες ότι είναι σαν αστυνομική ταινία, την άκουσε ο υποφαινόμενος κάποτε όταν ήρθε για επίσκεψη από Αθήνα, να δει τον Παναγιώτη, ο οδηγός του ψυγείου Θανάσης, γεροντάκι κι αυτός και γελάσαμε όλοι στην αφήγησή της από  τους δύο γέρους.

Και όσοι θέλετε την πιστεύετε.

 

ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟΥ

Είπαμε, αν όλοι δικαιούνται λίγα λεπτά δημοσιότητας, οι πολλοί θα ήθελαν αυτά τα λεπτά να είναι τα πιο χαρακτηριστικό, ενός κάποιου βιώματός τους.

Και αν αυτό το βίωμα, περιέχει ευτράπελα, κωμικά και γουστόζικα περιστατικά, ακόμα καλύτερα.

Επικοινωνήστε, λοιπόν, μαζί μας, μιλήστε μας, γράψετε μας (Εφημερίδα Ε.Θ. Οδός Βενιζέλου για την στήλη του ΣΧΟΛ-ιαστή) και θα διηγηθούμε την ιστορία σας χωρίς καμιά οικονομική επιβάρυνση.

Ξανατονίζουμε ότι η ιστοριούλα σας να περιέχει μόνο σατιρικό περιεχόμενο με περιστατικά απλής θυμηδίας.

Latest News

Οργανώνεται το Κέντρο Υγείας της Σαμοθράκης

Λαμβάνονται τα απαραίτητα προστατευτικά μέτρα - Δημιουργήθηκε σημείο διαλογής ασθενών, σε Στρατιωτική Σκηνή, για την αντιμετώπιση κρουσμάτων...

Δημοπρατείται η παραλιακή σύνδεση Ροδόπης με Έβρο

Το οδικό έργο από την Μαρώνεια θα κοστίσει 12,4 εκατ. ευρώ - Στις 6 Μαΐου 2020, ο Διαγωνισμός - Από που θα...

Ζητείται η στήριξη όλων των επιχειρήσεων του Έβρου

Και των εργαζομένων που απασχολούνται σ’ αυτές - Επιστολή του Προέδρου Επιμελητηρίου Έβρου, στον Υπουργό Ανάπτυξης κ....

«Όταν βάζεις την Ελληνική Σημαία στα Πομακοχώρια»

Η εξομολόγηση μιας Πομάκας που εναντιώνεται στο Τουρκικό Προξενείο «Με κοροϊδεύετε ότι κάνω ορθογραφικά...

Ο πρώτος νεκρός Εβρίτης

Έχασε τη μάχη ο 61χρονος Φεριώτης που νοσηλευόταν στο Νοσ/μείο Αλεξανδρούπολης - Στα 12 τα επιβεβαιωμένα κρούσματα 

More Articles Like This