Home / Κοινωνια / ΔΕΝ ΚΑΘΑΡΙΣΤΗΚΕ ΠΟΤΕ Η ΚΟΙΤΗ ΤΟΥ ΠΟΤΑΜΟΥ

ΔΕΝ ΚΑΘΑΡΙΣΤΗΚΕ ΠΟΤΕ Η ΚΟΙΤΗ ΤΟΥ ΠΟΤΑΜΟΥ

Παρά τις διακρατικές συμφωνίες το πρόβλημα των πλημμυρών του ποταμού Έβρου, παραμένει άλυτο – Η ευθυγράμμιση του 1934 που δεν ολοκληρώθηκε – Οι εκτάσεις εκτόνωσης των υδάτων που δόθηκαν σε ακτήμονες – Οι υποχρεώσεις των Βουλγάρων, περιορίζονται μόνον στην ενημέρωση για αποδέσμευση υδάτων

274 277

Ο Έβρος «θύμωσε» για τρίτη φορά φέτος τον χειμώνα (ενώ τρίζει και πάλι τα δόντια του αυτές τις ημέρες) και διεκδίκησε αυτά που του ανήκουν, σε ένα δραματικό έργο που παίζεται κάθε χρόνο εδώ και… δεκαετίες.
Ο πολύπαθος ποταμός υποφέρει από χρονίζοντα προβλήματα όπως ο δραστικός περιορισμός της ζώνης πλημμύρας για χάρη της διανομής αγροτικής γης, η ευθυγράμμιση της κοίτης που έμεινε στη μέση, τα δεκάδες νησιά και άλλα εμπόδια που ανακόπτουν τη φυσική ροή του, η απροθυμία των βουλγαρικών αρχών να διαχειριστούν ορθολογικά τα φράγματά τους και η αδυναμία συνεργασίας Ελλάδας – Τουρκίας για κοινό σχέδιο διαχείρισης.

Το έργο της HARZA

Δεκάδες διμερείς και τριμερείς διακρατικές συμφωνίες τα τελευταία 80 χρόνια δεν κατάφεραν να δώσουν λύση στο πολυσύνθετο πρόβλημα και το τίμημα πληρώνει κάθε χρόνο η ακριτική περιοχή.
Το 1934 υπογράφηκε η συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας για την από κοινού εγκατάσταση υδραυλικών συστημάτων στις δύο πλευρές του διασυνοριακού ποταμού.
Με αυτήν ανατέθηκε στην αμερικανική εταιρεία HARZA η εκποίηση συνολικής μελέτης των αναγκαίων έργων, υπό την επίβλεψη της μόνιμης ελληνοτουρκικής επιτροπής.
Η μελέτη, που εγκρίθηκε και μπήκε σε τροχιά υλοποίησης στη δεκαετία του ’50 (μεσολάβησε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος), προέβλεπε δύο μεγάλα έργα: την κατασκευή των κυρίως αναχωμάτων στις δύο πλευρές, καθώς και ευθυγράμμιση της κοίτης του ποταμού, προκειμένου να εκλείψουν οι μαιανδρισμοί που ευνοούν πλημμυρικά φαινόμενα.
Τα ζητήματα αλλαγής συνόρων που θα προέκυπταν από την ευθυγράμμιση (σ.σ. σύνορο αποτελεί το μέσο της κοίτης του ποταμού) θα λύνονταν με ανταλλαγή εδαφών ίσης έκτασης.
Η κατασκευή των κυρίως αναχωμάτων ολοκληρώθηκε το 1963, ωστόσο η ευθυγράμμιση έμεινε στη μέση, λόγω της επιδείνωσης των ελληνοτουρκικών σχέσεων και της διάλυσης της κοινής επιτροπής επίβλεψης.

Ο «ζωτικός χώρος»

Τα κυρίως αναχώματα στήθηκαν σε απόσταση 1.500 ως και 2.000 μέτρων από τις όχθες του ποταμού, αφήνοντας κενή τη λεγόμενη ευρεία κοίτη του ποταμού, εν δυνάμει «ζώνη κατάκλυσης» για τις περιόδους αυξημένων ποσοτήτων νερού.
Στη δεκαετία του 1980, ωστόσο, η ζώνη αυτή μειώθηκε στο μισό, με την κατασκευή των λεγόμενων μικρών υπερβλητών αναχωμάτων μεταξύ των κυρίως αναχωμάτων και της όχθης, σε απόσταση 600 ως 1.000 μέτρων απ’ αυτήν.
Το ενδιάμεσο διάστημα μοιράστηκε σε κλήρους και δόθηκε στους κατοίκους και των δύο πλευρών για αγροτική καλλιέργεια.
Στην τουρκική πλευρά δημιουργήθηκαν ορυζώνες και στην ελληνική αναπτύχθηκαν καλλιέργειες σπαραγγιού, βαμβακιού, καλαμποκιού κ.ά. Το 52% της συνολικής έκτασης της λεκάνης απορροής του ποταμού καταλαμβάνεται σήμερα από γεωργικές εκτάσεις.
Αυτές είναι οι πρώτες που πλημμυρίζουν, κάθε φορά που ο Έβρος αδυνατεί να κρατήσει τις αυξημένες ροές μέσα στα ασφυκτικά του πλαίσια και αναζητά τον ζωτικό του χώρο.
Το νερό περνάει πάνω από τα υπερβλητά αναχώματα και κατακλύζει τις καλλιέργειες των αγροτών, οι οποίοι στη συνέχεια εισπράττουν αποζημιώσεις από τον ΕΛΓΑ. Τα νερά υποχωρούν μετά από εβδομάδες ή μήνες, τα «τραυματισμένα» αναχώματα επισκευάζονται και περιμένουν την επόμενη πλημμύρα.
«Το γεγονός αυτό είναι αλήθεια πως κράτησε για πολλές δεκαετίες τον πληθυσμό στον ακριτικό τόπο, δίνοντάς του δουλειά και εισόδημα.
Όμως παράλληλα δημιούργησε έναν φαύλο κύκλο προβλημάτων, που βρίσκουμε κάθε χρόνο μπροστά μας», λέει ο κ. Κώστας Κατσιμίγας, μέχρι πρότινος εκτελεστικός γραμματέας της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας – Θράκης, ο οποίος για πολλά χρόνια είχε την ευθύνη διαχείρισης του ζητήματος, συμμετέχοντας και στις κοινές επιτροπές Ελλάδας, Τουρκίας και Βουλγαρίας.
Το ύφος της πρόσφατης ανακοίνωσης του νυν Περιφερειάρχη Γιώργου Παυλίδη είναι ενδεικτικό της απογοήτευσης για την κατάσταση που επικρατεί:
«Χτίζαμε αναχώματα, σπάζαμε αναχώματα, κλείναμε γέφυρες, ανοίγαμε γέφυρες, διοχετεύαμε αλλού όγκους νερών, βλέποντας και κάνοντας ανάλογα με τους εκάστοτε εμφανιζόμενους κινδύνους.
Περιστασιακά, με τεράστια κόστη και κινδύνους των εμπλεκομένων», ανέφερε ο κ. Παυλίδης σε έναν πρώτο απολογισμό των 7 ημερών της πλημμύρας που χτυπάει για τρίτη φορά φέτος την περιοχή, τονίζοντας πως λείπουν ολοκληρωμένες βασικές αντιπλημμυρικές υποδομές μεγάλου κόστους και ένα διακρατικό σχέδιο διαχείρισης, ώστε να μην τρέχουμε πίσω από κάθε ισχυρή βροχόπτωση, όπως επισημαίνει.

Τα βουλγαρικά φράγματα

Από την ελληνοτουρκική συμφωνία του 1934 μέχρι σήμερα έχουν υπογραφεί τουλάχιστον 16 διμερείς ή τριμερείς συμφωνίες μεταξύ Ελλάδας, Βουλγαρίας και Τουρκίας, σε απανωτές προσπάθειες να δοθεί μια λύση στο κοινό πρόβλημα, σύμφωνα με καταγραφή των Δρ Σ. Αρσενίου, Σ. Σκιά, Α. Καλλιώρα, το 2007.
Μία απ’ αυτές ήταν το πρωτόκολλο του 1964 μεταξύ του Βασιλείου της Ελλάδας και της Λαϊκής Δημοκρατίας της Βουλγαρίας για τα διασυνοριακά νερά.
Με αυτήν, η βουλγαρική πλευρά δεσμευόταν για την ετήσια αποδέσμευση 186Χ106 κ.μ. νερού από το φράγμα του Ιβαΐλοβγκραντ του ποταμού Άρδα (ένας από τους μεγαλύτερους παραποτάμους του Έβρου) κατά την περίοδο Μαΐου – Σεπτεμβρίου, για τις αρδευτικές ανάγκες του κάμπου του Βορείου Έβρου. Η συμφωνία βρίσκεται ακόμα σε ισχύ και λήγει το 2024.
Ωστόσο, το πρόβλημα σήμερα είναι διαφορετικό από την περίοδο σύναψης του πρωτοκόλλου.
Η βουλγαρική πλευρά, που διατηρεί τρία μεγάλα φράγματα κατά μήκος του Άρδα, (Κίρτζαλι, Στούντεν Κλάντενετς, Ιβαΐλοβγκραντ), συγκρατεί σ’ αυτά μεγάλες ποσότητες νερού για τις ανάγκες παραγωγής ενέργειας και κάθε φορά που αυτά υπερχειλίζουν αποδεσμεύει απότομα τεράστιο όγκο, προκαλώντας πλημμύρες στην ελληνική και την τουρκική πλευρά.
Σύμφωνα με αρμόδιους παράγοντες, η Βουλγαρία δεν δεσμεύεται από κάποια άλλη συμφωνία ορθολογικής διαχείρισης και η συμβολή της στην αποτροπή των πλημμυρικών φαινομένων επαφίεται ουσιαστικά στην καλή της πίστη.
Η μοναδική της δέσμευση είναι να ενημερώνει μέσω ρηματικών διακοινώσεων την ελληνική πρεσβεία στη Σόφια κάθε φορά που υποχρεώνεται να αποδεσμεύσει ποσότητες που ξεπερνούν τα 300 m3/sec.

Νησίδες στη ροή

Η κοίτη του ποταμού Έβρου δεν έχει καθαριστεί ποτέ. Κορμοί δέντρων και άλλα φερτά υλικά που παρασέρνονται από τη ροή του, έχουν δημιουργήσει ολόκληρες νησίδες (υπολογίζονται σε περισσότερες από 90) και προσχώσεις κατά μήκος του ποταμού, που «στραγγαλίζουν» τη φυσική ροή του και να μειώνουν τη διατομή της κοίτης του.
Η διάβρωση των εδαφών και η μεταφορά άμμου και αμμοχάλικου που επικάθεται στην κοίτη επιδεινώνει το πρόβλημα, το οποίο είναι περισσότερο έντονο στο ελληνικό τμήμα και κυρίως στον νότιο ρου προσεγγίζοντας τις εκβολές, όπου η κατά μήκος κλίση του ποταμού ελαττώνεται.

Ο μεγαλύτερος ποταμός των Βαλκανίων

Ο Έβρος (Μαρίτσα στα Βουλγαρικά, Μέριτς στα Τουρκικά) είναι ο μεγαλύτερος σε μήκος και παροχή νερού ποταμός των Βαλκανίων και δεύτερος μεγαλύτερος σε ολόκληρη τη Νοτιοανατολική Ευρώπη μετά τον Δούναβη.
Πηγάζει από το όρος Ρίλα στη Βόρεια Βουλγαρία και αφού διασχίσει το 45% της βουλγαρικής επικράτειας εισέρχεται σε ελληνικό και τουρκικό έδαφος, για να εκβάλει σε ένα τεράστιο δαιδαλώδες Δέλτα στο Θρακικό Πέλαγος, έπειτα από μια συνολική πορεία 530 χιλιομέτρων.
Στα τελευταία 210 απ’ αυτά ορίζει τα σύνορα της Ελλάδας με τη Βουλγαρία και την Τουρκία.
Αποτελεί ένα τεράστιο υδατικό σύστημα, με λεκάνη απορροής συνολικής έκτασης 53.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων, από τα οποία μόλις το 6% (3.340 τετρ. χλµ.) βρίσκεται σε ελληνικό έδαφος, το 66% (31.100 τετρ. χλµ.) σε βουλγαρικό και το 28% (14.560 τετρ. χλµ.) σε τουρκικό.
Ωστόσο, μέσα στον ελληνικό ρου του ποταμού ή λίγο πριν εισέλθει σε ελληνικό έδαφος κοντά στο Ορμένιο, ο Έβρος δέχεται στην κοίτη του τα νερά των τριών μεγαλύτερων παραποτάμων του (Άρδας, Τούντζας, Εργίνης), που μαζί με τον ελληνικό Ερυθροπόταμο αντιπροσωπεύουν πάνω από το μισό (51%) της συνολικής υδρολογικής του επιφάνειας.
Βασίλης Ιγνατιάδης