Home / Κοινωνια / Ξεπεσμός ονόματος

Ξεπεσμός ονόματος

Γράφει ο ΣΧΟΛ-ιαστής

Trechantiri_03

Από μαθητής ακόμα, το ‘φερνα βαρέως το ονοματεπώνυμό μου και ήθελα να το απαρνηθώ γιατί είχε κάτι το απογοητευτικό, κάτι το ακατανόητο.
Πολύ αργότερα, μεσήλικας, όταν άρχισα να γράφω στην Ε.Θ. Τα σατιρικά κομμάτια της Πέμπτης, υπέγραφα αυτά με παραποιημένο κατά το μισό του πραγματικού επωνύμου. Λίγο λογοτεχνικό μπαστάρδεμα και περισσότερο ψευδονήματος κλοπής.
Επέλεξα λοιπόν το “ΣΧΟΛ-ιαστής”.
Άκου ΣΧΟΛ-ιαστής, ε, ήταν όνομα αυτό;
Στο 1ο Δημ. Σχολείο της Αλεξ/πολης και σ’ όλο το εξατάξιο, οι δάσκαλοι μου στο παρουσιολόγιο, μ’ εκφωνούσαν:
– Σκουλικάκης Γεώργιος
– Παρών κύριε (κυρία) απαντούσα εγώ, αλλά συμπλήρωνα μπερδεμένος:
– Λάθος το είπατε δάσκαλε, αλλιώς είναι το πραγματικό μου.
Τώρα εδώ που τα λέμε, δεν ήτανε και κάτι πολύ διαφορετικό, μόνο στο καταληκτικό λήμμα του, και στην όλη του έννοια.
Θα μου πεις, δεν το ‘ξερες;
Το ‘ξερα. Αλλά από μέσα μου.
Άλλο όμως αν το ακούς.
Εγώ είχα ονειρευτεί άλλα πράγματα για μένα.
Φίλος του πατέρα μου, γείτονας στη γειτονιά μας τα Μνηματάκια, φουρνομπακάλης ο κ. Μαρτίνης, είχε ένα γάιδαρο για τις εξωτερικές δουλειές της μεταφοράς των προϊόντων του που τον φωνάζανε “Μάρκο”.
Αυτό μάλιστα. Ήταν όνομα γδουπερό, εντυπωσιακό, νταπντάπικο.
Έκανε, μωρέ αδελφέ μου, ένα θόρυβο, μια φασαρία, θύμιζε ιστορική κραυγή, ήταν και πολύ εύηχο.
Όταν τα καλοκαιρινά μεσημέρια, τον ενοχλούσα τσιγκλίδοντας με το βέλος του τόξου μου, σημαδεύοντας τον για πλάκα στα καπούλια του, αυτός αναστάτωνε την ήσυχη γειτονιά μας με γοερά γκαρίσματα, που τα σταματούσε πάραυτα μόλις άκουγε το “Πάψε Μάρκο” από το αφεντικό του.
Αυτό το όνομα του συμπαθέστατου υποζυγίου, είχε την αμέριστη εκτίμησή μου.
Ενώ το δικό μου όνομα, το κοινότατο και πολυβαφτισμένο, το Γιώργος, το λες και είναι σαν το “Γιούργια” των κατσαπλιάδων και ήταν παρόμοιο με εκείνο το όνομα του γραφικού λαϊκού τύπου της λαχαναγοράς που του ρίχνανε μαλατσούφες με την εμφάνισή του και την αναφορά στο όνομά του. Απαράδεκτο!
Πάω, λοιπόν, θυμάμαι, αμέσως στον πατέρα μου.
– Μπαμπά, Μάρκο θέλω να με φωνάζετε.
– Αλόγατο ή γαϊδουρομούλαρο είσαι παιδί μου. Δεν είμαστε καλά μου φαίνεται. Τόσο ωραίο όνομα έχεις το όνομα του παππού σου. Ξέρεις ότι το Γιώργος, είναι όνομα ιστορικό, θρησκευτικό, ηρωικό, τόχε και ο Αι-Γιώργης ο καβαλάρης της εκκλησίας.
Ουδόλως με έπεισε ο πατήρ.
Εκτός όμως, απ’ το μικρό, ήθελα κι ένα επώνυμο κάπως πιο ελκυστικό, πιο νακ, πιο εντυπωσιακό.
Γιατί, την πικράδα της απογοήτευσης την είχα στο επώνυμο από τότε που το προσφωνούσαν λάθος οι δάσκαλοί μου στο Σχολείο.
Κακά τα ψέμματα, όσο να ‘ναι το λανθασμένο Σκουλικάκης είχε κάτι μέσα του σιχαμερό, το λασπώδες. Θύμιζε περισσότερο υδρόβιο ερπετό, σκουλήκι της βροχής και του δολώματος.
¨ταν στο μάθημα της φυσικής ιστορίας στο Δημοτικό, κάναμε για τα σκωληκόβρωτα είδη, τότε απέκτησα και δεύτερο όνομα, σαν να πούμε το Φάνη Πάλλη-Πετραλιά.
Και το όνομα αυτού: Γιώργος Σκουλικάκης ο κοινός. Ειλικρινά. Έτσι μ’ αποκαλούσε τακτικά η αείμνηστη δασκάλα μου κυρία Χαρίκλεια.
Έψαχνα, λοιπόν. Για ένα επώνυμο της προκοπής, καραμπινάτο και χλιδάτο, επιβλητικό και αναγνωρίσιμο. Εντυπωσιακό, δηλαδή.
Είχα δει τον Τζέιμς Μπόντ τον πράκτορα 007 στο σινεμά, και πολύ το ζήλευα.
Όχι το Τζέιμς. Το Μπόντ.
Αλλά πάλι, Γιώργος Μπόντ, κάπως ακούγεται.
Μια κυρία Βάσω, συγγενής από γαμπρό μου, αδελφή του, που έμενε στη Χρυσούπολη Καβάλας, είχε ένα ωραίο επώνυμο, πατρικό της. Τρεχαντιρίδη Βασιλική τη λέγανε.
Την κόρη της δε, λίγο πιο μικρή από ένα που τα καλοκαίρια ερχόταν στην Αλεξ/πολη για μπάνια, μπορεί να ήταν ωραίο μελαχρινό κορίτσι, αλλά εγώ το επίθετό της ερωτεύτηκα. Το δεύτερο δηλαδή της μάνας της.
Δεν ξέρω, ίσως για πρώτη φορά ερχόμουν κοντά σε κάτι τόσο τρεχούμενο όνομα.
Είχε πράγματι, κάτι το θαλασσινό, κάτι βαπορίσιο, βαρκάρικο και καϊκίσιο, μέναν παφλασμό χαμηλά στην καρίνα και υδάτινο θρόισμα ανάμεσα στην προπέλα.
Έτσι το αποφάσισα.
Από δω και μπρος, έτσι θα με φώναζαν. Όχι, όπως το Γιώργος Σκουλικάκης που τόσο λανθασμένα μ’ αποκαλούσαν στο Σχολείο. Αλλά Μάρκος Τρεχαντίρης.
Που να το πεις όμως και να μη σε πετάξουν πατσαβούρες και μάλιστα καραβίσιες.
Ήθελα, λοιπόν, κάπου να το δοκιμάσω.
Πήγαινα μόνος μου στα βράχια της παραλίας κάτω από τον φάρο, καβάλαγα ένα ψηλό μπλόκι και τραγουδούσα φωναχτά το “Έγια μόλα έγια λέσα” συγχρόνως μέσα μου, έτσι σαν μουσική επένδυση, έπαιζα νοερά ακορντεόν με θαλασσινά ακούσματα.
Σήμερα που στην Αλεξ/πολη ακούς τα πιο παράξενα, παρδαλά και περίεργα επίθετα, ενίοτε και γελοία, λόγω πολλών Ρωσοπόντιων μεταναστών ακι άλλων αλλοδαπών, ενώ γυρνάω στην παιδική ακροθαλασσιά και συνεχίζω να τραγουδώ “Έγια μόλα, έγια λέσα γειά σου τρεχαντήρα πριγκιπέσα”.
Γ. Τρεχαντίρης ή μάλλον για το τυπικό
ο ΣΧΟΛ-ιαστής