Home / Κοινωνια / Ιστορία της Αλεξ/πολης με … χαμόγελο

Ιστορία της Αλεξ/πολης με … χαμόγελο

Ο ΣΧΟΛ-ιαστής

posidonas

Το σκηνικό στο έμπα του μικρού προς τα ντόκ του μεγάλου λιμανιού της Αλεξ/πολης.
Ήτανε Κυριακή, Απρίλης, θυμάμαι και συννεφιά.
Απόγευμα αργά. Και λοιπόν ένας -ας πούμε τούτος που τα γράφει αυτά- βρισκόταν χαζεύοντας, ακουμπισμένος στα προστατευτικά κάγκελα του Λιμεναρχείου που σκοπό είχαν τη τάξη για την αχταρματζήδικη επιβίβαση των επιβατών στο δρομολόγιο προς Σαμοθράκη (πλοίο το Σάος).
Χάζευε, λοιπόν, τη θάλασσα, τα καΐκια, τις ψαρόβαρκες και πιο πέρα από τις δύο σπίθες τον Γλαύκο.
Και Γλαύκος, να πούμε για τους αδαείς είναι ακριβώς τούτο το γαλάζιο κύμα που το ‘βλεπε αναπολών ηλίθιος ο γράφων με μάτια που έφθανε μέχρι τουρκικά παράλια.
Τούτο το γαλάζιο κύμα, ήταν το δικό μας, το γλυκό, το σμαραγδένιο, το Θρακιώτικο.
Τη νεότερη ιστορία της Αλεξ-πολης, που αρχίζει από τη δεκαετία του 1850, όταν λίγοι ψαράδες από την Αίνο, Μάκρη και Μαρώνεια, δημιούργησαν ένα μικρό οικισμό σε τούτο το μέρος, την ξέρουν λίγο πολύ οι περισσότεροι γηγενείς Αλεξ-πολίτες.
Εκείνη όμως την παλιά, αρχαία ιστορία της που δεν τη γνωρίζουν σχεδόν καθόλου, μ’ αυτή θ’ αρχίσουμε, διανθίσμενη με την πικάντικη και σατιρική πλευρά, όπως υπόσχεται τη τωρινή επιφυλλίδα, και θα φθάσουμε μέχρι τη νεωτέρα.
Στην αρχαία εποχή λοιπόν, ΣΑΛΗ και αργότερα ΔΡΥΣ, λέγανε τούτο τον τόπο που στην θέση τους είναι κτισμένη η σημερινή Αλεξ-πολη.
Μια περιοχή πλούσια με λειβάδια, όμορφη στη χλωρίδα με πολλές καστανιές, ελαιόδεντρα και δρεις και αξιόλογη πανίδα, ήρεμα θαλάσσια νερά πλούσια με είδη του βυθού.
Οι θεοί του Ολύμπου, Απόλλων, Ορφέας και Φαέθων μαζί με τον σαρδανάπαλο Ποσειδώνα, μετακόμισαν εδώ στα Θρακικά παράλια, γιατί είχε ο τόπος ησυχία και το κολατσιό ήταν μπόλικο, τα κρασιά γνήσια και ο ποδόγυρος εύκολος. Καλοκαιρινή μέρα ήτανε που ο Ποσειδώνας την είχε αράξει πάνω σε κάτι μπλόκια και βράχους που ήταν αραδιασμένοι κάτω από το σημερινό κρηπίδωμα του Φάρου, ενώ τα άλλα μακαντάσια του ο Ορφέας, Απόλλωνας και Φαέθωνας, λείπανε στο κονσερβατουάρ, προπονούμενοι για το θερινό ρεσιτάλ μουσικής του διαγωνισμού. Ο Ποσειδώνας, λοιπ0ον, καθότανε ζωχαδιασμένος να κοιτάζει από κάτω προς τα πάνω τις καρίνες των ψαρόβαρκων και τους κοκοβιούς που γαργαλούσαν τις πατούσες του.
Στα μάτια του, αντί για φρύδια είχε παχιά κιτρινόφικα και δραγάνα του Φλοίσβου. Αφού θπύμωσε ξαφνικά μια στιγμή, κάνει έτσι φυσώντας και φτιάχνει ένα μικρό χώρο στη θάλασσα μπροστά του, ένα όμορφο, κιμπάρικο μικρό λιμανάκι, που αργότερα τον 19ο αιώνα θα μεγαλώσει και θα γίνει το διαμετακομιστικό κέντρο εμπορίου θαλασσίου δρομολογίου της Αλεξ-πολης.
Από τότε στη Θρακική θάλασσα τρέχουμε τα εμπορικά καράβια και αρμενίζουμε καλάροντας κάθε λογής ψαρόβαρκες, άσε που οι όμορφες παραλιακές ακτές σηματοδοτούν καλοκαιρινές διακοπές.
Γιατί φθάνοντας μέχρι των σημερινών μερών από τις όχθες του τωρινού Ταρσανά μέχρι τα Δίκελλα, ευχές και προτροπές των ενήλικων θεών Ορφέα και Απόλλωνα, ήταν για τους ρομαντικούς, σεξίτικους Αλε-πολίτες τους μετέποντα κατοίκους να ξεδίδουν ερωτικούς.
Λέγανε: – Τι ωραία που είναι το πέλαγος, τα ξώβαθα, οι αμμουδιές που τα φωτίζει ολούθε ο φάρος.
Θέλετε να πάμε μια βόλτα με τη λέμβο μου Κατινίτσα; (και σας βολεύω εγώ σούμπιτο)
Η Κατινίτσα θα ήθελε ναι ας καμώμεται ότι δεν θέλει.
Ωραία την έφτιαξε την ακροθαλασσιά της πόλης ο άτιμος μπερμπάντης Ποσειδώνας.
Μύδια, στρείδια, κοχύλια, γαρίδες, κοτσομούρες καλαμάρια και πολλά άλλα ψαροφάγωτα γέμιζαν τις ακροθαλασσιές μέχρι βαθιά στον πόντο τον θαλασσινό και μέχρι την σημερινή Αμφιτρίτη που τότε αρχαία ήταν παραθαλάσσια.
Εξάλλου Αμφιτρίτη θα πει “γύρω-γύρω η ακτή”. Αμφί και τρι λέγεται η ακροθαλασσιά στα σανσκτιτικά.

Ο ΣΧΟΛ-ιαστής