Home / Πολιτικη / Επικρατεί ο ακραίος διχαστικός λόγος

Επικρατεί ο ακραίος διχαστικός λόγος

Η αναζήτηση της αρετής δεν φαίνεται να απασχολεί σήμερα κανέναν Έλληνα πολιτικό – Γι’ αυτό και η αρετή του Σωκράτη, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, ελάχιστα συγκινεί την ελληνική κοινωνία – Δραματικά απούσα η Ελλάδα από την Ε.Ε.

xeria

Η αναζήτηση της αρετής δεν φαίνεται να απασχολεί κανέναν πολιτικό αρχηγό, γιατί ο όρος ακούγεται πια ξεπερασμένος και ενίοτε μάλιστα λοιδορείται ως ηθικολογικός.
Ο Αριστοτέλης πιστεύει ότι κάποια άτομα γεννιόνται με περισσότερη ευαισθησία προς την αρετή, άλλα δεν αμφιβάλλει ότι η αρετή καλλιεργείται και δεν διδάσκεται.
Δίνει όμως περισσότερη σημασία στην πρακτική έναντι τής θεωρητικής γνώσεως της ηθικής.
Υποστηρίζει ότι το ζήτημα και μόνον του καλού δεν είναι αρκετό για να κάνει το άτομο πραγματικά ενάρετο, άλλα είναι απαραίτητη η εφαρμογή του καλού.
Είναι όμως δύσκολο να αποκτήσει κανείς τη σωστή διαπαιδαγώγηση στην αρετή από τη νεότητα του, αν δεν έχει μεγαλώσει σε Πολιτεία με σωστούς νόμους.
Για τους περισσοτέρους και μάλιστα τους νέους, η μετριοπάθεια δεν είναι φυσική.
Γι αυτό η ανατροφή τους είναι απαραίτητο να εφαρμόζεται με νόμους τους όποιους δεν θα τους θεωρούν επίπονους όταν τους συνηθίσουν.
Έτσι για τον Αριστοτέλη η ηθική συνδέεται άρρηκτα με την πολιτική και τους νόμους της Πολιτείας.
Αντίθετα από ό,τι πιστεύεται από ορισμένους πολέμιους του Διαφωτισμού, αναβιώνει η συλλογικότητα της αρχαίας ελληνικής αρετής.
Τα πολιτικά μας κόμματα, παρά την ψευδεπίγραφη συλλογικότητα την οποίαν συνήθως επαγγέλλονται, δεν διαθέτουν ούτε τη γνώση ούτε το ενδιαφέρον για να εκπαιδεύσουν το κοινό τους στην αρετή των αρχαίων.
Η παλινδρόμηση τής Κοινωνίας μας στον κατακερματισμό των φατριών και των νομάδων βρήκε κιόλας την ανταπόκριση της στη σύνθεση της Βουλής των Ελλήνων.
Το ξαναλέμε: Η αρετή του Σωκράτη, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη ελάχιστα απασχολεί την Ελληνική Κοινωνία.
Στη χώρα μας μέχρι και σήμερα ισχύει ατυχώς το σύνθημα «της καμένης γης».
Το κόμμα πού ανέρχεται στην Εξουσία, ισχυρίζεται ότι παρέλαβε «καμένη γη» και ότι πρέπει να τα κάνει όλα από την αρχή.
Τα πράγματα δεν είναι έτσι και το σύνθημα είναι μάλλον ανόητο, άλλα χρήσιμο για την εκμηδένιση του αντιπάλου και κυρίως τη δικαιολόγηση αθέτησης των προεκλογικών υποσχέσεων.
Έτσι η Ελλάδα επιβιώνει με επιτυχίες και αποτυχίες, με κατακτήσεις και οπισθοδρομήσεις, περνώντας από τη μια «καμένη γη» στην άλλη.
Να προσθέσουμε όμως και κάτι άλλο επίκαιρο.
Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς, όχι αυθαίρετα, ότι στην Ευρωπαϊκή Ένωση οι Έλληνες δεν μετέχουμε, απλώς τη χρησιμοποιούμε.
Για να είμαστε ειλικρινείς: Συντηρούμε συμβατικά την ιδιότητα του μέλους και καρπωνόμαστε μέχρι τώρα άπληστα τις προνομίες.
Δεν μοιάζει να λαμβάνουμε υπ’ όψιν ούτε καν την επαρκή γνώση μιας ευρωπαϊκής γλώσσας.
Τα ανέκδοτα που κυκλοφορούν στους διαδρόμους του Ευρωκοινοβουλίου για τη «γλωσσομάθεια» των Ελλήνων είναι σπαρταριστά.
Φυσικά και υπάρχει συγχρονική διερμηνεία, όμως η ενεργός συμμετοχή στα γιγνόμενα δεν μπορεί να εξαντλείται με την παρουσία σε Ολομέλειες και Επιτροπές.
Η ανταπόκριση σε τυπικές παρουσίες δεν σημαίνει ελληνική συμμετοχή στην κοσμογονία τής Ευρωπαϊκής Ενοποίησης.
Η Ελλάδα τις περισσότερες φορές είναι δραματικά απούσα από τα συντελούμενα στην ΕΕ.
Μία ιστορία αιώνων πολιτισμού με πανανθρώπινη εμβέλεια και «πατίνα» αρχοντιάς, δεν επιχειρήθηκε ποτέ να μεταπλασθεί σε επικαιρικές προτάσεις, ζωτικές για την Ενωμένη Ευρώπη.
Άλλα τώρα ήρθε ή ώρα μηδέν. Δεν είναι καιρός για αστεία.
Ο ακραίος διχαστικός λόγος βουλευτών και υπουργών της Κυβερνήσεως είναι απαράδεκτος και επικίνδυνος.
Το επιχείρημα ότι «όποιος δεν συμφωνεί μαζί μας είναι προδότες» είναι καιρός να μπει στο χρονοντούλαπο της ιστορίας, μαζί με τους διχασμούς του Έθνους που δεν πρέπει να επαναληφθούν.
Πρόκειται για ρητορική, που στο τέλος θα οδηγήσει σε μια εκρηκτική άνοδο της εθνικιστικής ακροδεξιάς που θα διαλύσει τη χώρα. Ας αναζητήσουμε την τελευταία στιγμή προ του χάους τον ένα δρόμο πού μας απομένει. Τον δρόμο της αρετής. Κι αυτόν να ακολουθήσουμε.
Αν όμως για οποιουσδήποτε λόγους δεν μπορέσουμε να συμβιβασθούμε αξιοπρεπώς με τους εταίρους μας, αυτό πού θα επακολουθήσει για τον τόπο θα είναι δραματικό. Δεν θέλουμε να πιστέψουμε ότι είναι δυνατόν ένας Πρωθυπουργός να οδηγήσει τη χώρα σε καταστροφή και το λαό σε βαθύτατη και ανεπανόρθωτη δυστυχία. Αρνούμεθα να πιστέψουμε ότι είναι δυνατόν υπό οιονδήποτε πρωθυπουργό να έχει ο τόπος αυτού του είδους την τύχη. Αλλά ας ελπίσουμε αυτή την τελευταία στιγμή, οι αναλαβόντες την εξουσία της χώρας θα ανανήψουν και θα ακολουθήσουν τον έναν και μοναδικό δρόμο πού απομένει για τη σωτηρία της Ελλάδος.
Β.Ι. Κοραχάης