Home / Κοινωνια / Η ιστορία της Αλεξ/πολης με… χαμόγελο

Η ιστορία της Αλεξ/πολης με… χαμόγελο

Γράφει ο ΣΧΟΛ-ιαστής

koutavos

Αίτηση για συνταξιοδότηση της Δόμνας Βιζβίζη στην αρμόδια επιτροπή κοινωνικών υπηρεσιών.(αρχειοθετημένο χρονικό Ελλην. Επικρατείας 1854).
Και να το εγγεγραμμένο σκεπτικό της επιτροπής με τη γνωμοδότηση μετά από 30 χρόνια παρακαλώ.
“Η αιτούσα συνταξιοδότησιν, Δόμνα Χατζή – Βιζβίζη, ιδιωτεύων αυτή εν απραξία εν των παρόντι χρονικόν έτος και υφισταμένης μακράς συμμετοχής εις Εθνικάς δραστηριότητας δια την ανασυγκρότησιν του νεοσύστατου κράτους, η αρμοδεία επιτροπή συνταξιοδοτήσεων ως ύπερθεν σχετικής αιτήσεως, αποφασίζει και επικυρώνει αποζημίωσιν τριάκοντα δραχμάς μηνιαίως εις την αιτούσαν, αναγνωρίζοντας το πατριωτικό παρελθόν της και τον αγώνα της δια την απελευθέρωσιν της πατρίδος”.
Αυτή η καταβολή των 30 δρχ. από την απόφαση την τελική της επιτροπής “ΚΛΩΘΟΓΥΡΙΖΕ” παρακαλώ 30 και πλέον χρόνια στα συρτάρια των διοικητικών καλαμαράδων της διοίκησης.
Πλήρη ξεφτίλα και όνειδος θριαμβευτικό!
Τι άλλο να πούμε, παρά μόνο ότι δεν ξεφεύγουμε και πολύ από το τότε μέχρι σήμερα από τα παραδεδειγμένα.
Έτσι, λοιπόν, με μπαγιόκα παχυλή σύνταξη η Δόμνα, έμεινε για λίγο με τον γιο της Θεμιστοκλή στην Αθήνα και όταν αυτός μετατέθηκε και πάλι την νοίκιασε στον Πειραιά ένα σπιτάκι δίπλα στη θάλασσα που τόσο τη λάτρευε και τη δόξασε.
Νοέμβρης του 1852 ήτανε, όταν ξεψύχησε η ηρωική καπετάνισσα με την πολιτεία ευτυχώς σήμερα να αναγνωρίζει τη μόνη αλήθεια που είναι γραμμένη πάνω στο μνημείο της που το βλέπουμε δίπλα στο φάρο Αλεξ/πολης.
Έστω. Μια δεύτερη αλήθεια πάντως είναι και θα την πούμε εδώ, ότι η Δόμνα με τον αγώνα της τους Τούρκους τους έβαλε να τρώνε τα κρέατά τους μέχρι σήμερα στη θάλασσα όταν αντίκριζαν ελληνικά πλοία. Πάντα να τα τρώνε Παναγιά μου!
Στο πάνθεον των ηρώων και πνευματικών ανθρώπων της περιοχής μας και γενικώς της Θράκης, συγκαταλέγεται και ο καπετάν Στρατής Σκόρδας που ακολούθησε τη Δόμνα Βιζβίζη σε πολλές ναυμαχίες και έγινε το φόβητρο των Τούρκων, κάθε φορά που τους εντόπιζε διασχίζοντας όλο το Αιγαίο.
Ο στόλος του μάλιστα ήταν αγκυροβολημένος στο δικό μας τότε λιμανίσκο, που ήταν το ορμητήριό του.
Ο Αντώνης Κομιζόπουλος, 4ος παρακαλώ στην ιεραρχία των Φιλικών, καταγότανε από τα μέρη μας.
Πάμε τώρα, τον καπετάν Κούταβος ή Μαργαρίτης Χατζηφραντζής Κούταβος, που έχει ενδιαφέρον ο αγώνας του.
Γεννήθηκε στην αίνο, το καπετανλίκι το εξάσκησε εδώ στη δική μας θάλασσας, ζώντας κοντά στην περιοχή Απολλωνιάδος, στον οικισμό των ψαράδων, εκπαιδευμένος στο στόλο της Δόμνας.
Για το πατριωτικό φιλότιμο του καπετάν Κούταβου, υπάρχει σχετικό ιστορικό που βρίσκεται στο αρχείο αγωνιστών της Εθνικής Βιβλιοθήκης.
Από πολύ νωρίς (1820) άρχισε να πολεμά τους Τούρκους με το δικό του πλοίο το “Ποσειδών”.
Λιοντάρι Θρακικού Πελάγους τον λέγανε κι αυτός τη βόλευε φίνα με τις ναυμαχίες σ’ όλο το αιγαίο.
Είχε και ένα πρωτοπαλίκαρο μαζί του, που μετά χρίστηκε οπλαρχηγός. Τον Κριεζιώτη. Μια ναυτική μούρη, ριψοκίνδυνη, γενναία, πολεμιστής ατρόμητος και πολύ έξυπνος θαλασσινός και ευρηματικός.
Αυτή τη θαλασσινή “γάτα” είχε συνάψει ρομαντικές σχέσεις με την κόρη του προξενικού δικαστή, στην πόλη. Κι όταν λέμε “σχέσεις” δεν εννοούμε ότι παίζανε τις κουμπάρες (κομέρ τουρκιστί) ούτε αντάλλαζαν λευκώματα. Να καταλαμβανόμαστε.
Ο Κριεζιώτης λοιπόν, έβλεπε ότι ο καπετάνιος του Κούταβος είχε ανάγκη από κι άλλο πλήρωμα γιατί ο “Ποσεδώνας” ήτανε μεγάλο σκαρί.
Έγραψε τότε στον μέλλοντα πεθερό του, που τον αγαπούσε πολύ αυτός.
– Να την κάνω την κουτουράδα μπαμπά, να ΄ρθω να βρω τίποτε σαΐνια ναυτικούς που ΄χετε στα μέρη που διοικείτε; Γιατί εμείς εδώ στην Ελλάδα στερέψαμε.
– Κάντηνε, αλλά μη φανεί, ήρθε η απάντηση.
Βγήκε αλάργα στη μικρασιατική πιάτσα, ο αθεόφοβος και μάζεψε όλο τον αφρό της ομογένειας, ένα-ένα παιδάκια.
– Είστε ρε μάγκες, τα είπε, για σαματά στο αλμυρονέρι να φάμε τίποτε τούρκικους αφαλούς.
– Μα ξέρεις, εδώ αν δούνε ότι λείπουμε και το μάθουνε το γκιουβέτσι οι Μωχαμέτηδες θα βρούνε μπελά οι φαμίλιες μας.
– Ρε είσαστε;
– Ε, τέλος πάντων, μη σε χαλάσουμε και το χατήρι.
Έτσι κονόμησε 57 παρακαλώ διαλεκτό πλήρωμα και βούτηξε ακόμα 12 κανόνια από αγκυροβολημένη τουρκική φρεγάτα ένα βράδυ που ‘χανε Ραμαζάνι τα μεμέτια.
Οι μάγκες όλοι μαζί με καπετάνιο τον Κούταβο βάλανε πλώρη για το Αιγαίο με ναυτικό συμβουλάτορα τον πατέρα του Μαργαρίτη τον Χατζή-Φρατζή.
Από 23 Απριλίου έως 20 Ιουλίου 1822, τα πράγματα ήταν λιγάκι ζόρικα.
Με έξοδα της οικογένειας Κουταβού, η εκστρατεία του Ολύμπου και στην καταστροφή της Χίου, πάλεψε σχεδόν μόνος του.
Μετέφερε τον άμαχο πληθυσμό στα Ψαρά και με δικά του πάλι έξοδα συμμετείχε στην πολιορκία του Ευρύπου.
Ο Ναύαρχος Κουντουριώτης του πρόσφερε μάλιστα και το δικό του πυρπολικό πλοίο.
Σε κάποια ναυμαχία ο καπετάνιος Κουταβός έχασε το μάτι του από ένα θραύσμα αντίπαλου κανονιού και παρ’ όλο αυτό δεν έχασε διόλου το χιούμορ που τον διέκρινε πάντα.
Έλεγε. Τώρα μ’ ένα μάτι και το άλλο σκεπασμένο με τριγωνικό καναβάτσο, θα παριστάνω τον ξακουστό κουρσάρο Μπαρμπαρόσα και θα ρημάζω τα Τουρκικά παράλια.
Στις 22 Απριλίου 1824 έρχεται στα Λιχαδονήσια Βόλου και βλέποντας να κινδυνεύει από τον Τουρκικό στόλο, βυθίζει το πλοίο του, να μη πέσει στα χέρια του εχθρού.
Βάλανε τις φωνές οι ναύτες του για την απώλεια και πως θα ξεφεύγανε από τον τουρκικό κλοιό.
Απάντησε:
– Με φιλότιμο ελληνικό και πατριωτικό, δε φεύγουμε, πολεμάμε.
Ποιο γενναίος καπετάνιος δε γινόταν.
Πέθανε σε μεγάλη ηλικία το 1865.
(Συνεχίζεται)
Ο ΣΧΟΛ-ιαστής