Home / Κοινωνια / Η ιστορία της Αλεξ/πολης με… χαμόγελο

Η ιστορία της Αλεξ/πολης με… χαμόγελο

Γράφει ο ΣΧΟΛ-ιαστής

Papadrakos

Και πνευματικοί Θρακιώτες βρίσκονται στο κάδρο του Πάνθεον ηρώων.
Απόστολος Μαμέλης: Γιατρός, ποιητής που έδωσε κι αυτός τον ανάλογο αγώνα.
Νικόλαος Ποριώτης από την Καλλίπολη Θράκη.
Ιωσήφ Ραφτόπουλος από το Σκεπαστό.
Αργύρης Αλτιναλμάζης, ακολούθησε τον Κούταβο σ’ όλες τις αποστολές.
Σχολάριος ο Γενάδιος, ο δεύτερος, σοφός Πατριάρχης, μέγιστος των γραμμάτων και σπουδαίος πατριώτης.
Παρένθεση – απορία προσωπική:
Το επίθετο αυτό του μεγάλου σοφού των γραμμάτων με γεννάει συνειρμοί καταγωγής με το δικό μου επίθετο.
Λες, αναρωτιέμαι, μήπως έχω καταγωγή και συγγένεια με τον Πατριάρχη και το δικό μου επίθετο ήταν το ίδιο προτού το αλλάξει ο σχετικός με την απογραφή χωροφύλακας εκεί στο σύνορο όταν μετά τον διωγμό πέρασαν οι πρόγονοί μου ερχόμενοι στη Θράκη.
Όλα γίνονται. Το άλλαξε το επίθετό μας ο χωροφύλακας που φαίνεται ότι ήταν κρητικάκι, πρόσθεσε κατάληξη “άκης” και δόξασε την υστεροφημία του. (Φάσκελα ου χρειάζεται η στραβομουτσουνάρα μας).
Πάμε παρακάτω.
Χρυσόστομος Χρυσομαλλίδης ο Παππαδράκος. Οπλαρχηγός και συγγραφέας (ο γενναίος θαυμάζει τους γενναίους).
Στην Ηράκλεια Ανατ. Θράκης το 1872 γεννήθηκε ο Χρυσόστομος και βρέθηκε να κατοικεί με την οικογένεια για μεγάλο διάστημα στην περιοχή μας.
Εκείνη την εποχή, παρ’ όλο που υπήρχε η ένταση του απελευθερωτικού αγώνα στη θάλασσα με τις ναυμαχίες προς τον τουρκικό στόλο, στην περιοχή μας όλα πήγαιναν γλυκά, σεμνά και σχετικά ήρεμα.
Δουλεύανε οι άνθρωποι, κοιμόντουσαν νωρίς, κάνανε ως τούτου πολλά παιδιά, που εξακολουθούσαν την ίδια ζωή και πότε-πότε, ένα απ’ αυτά τα παιδιά ξεχώριζε για εξέλιξη και πρόοδο.
Λοιπόν, ένα τέτοιο παιδί ήταν τούτο ο Χρυσόστομος. Πιτσιρίκι, δεν του δίνανε παρά καρπαζιές και σάμαλι, συμβουλές και καμία σημασία. Τον ρωτάγανε όμως:
– Εσύ σαι, ρε το ανηψούδι του Αρχιμανδρίτη Σοφρώνη Θεοδωρίδη;
– Εγώ ‘μαι μπάρμπα ψαρά και καπετάνιε.
– Α, μπράβο, το κάνει ο θειόκας σου;
Κι άμα τους έκλεβε το πετίκι από τα πεύκα πούχανε για να βάψουν τα δίχτυα τους, το φοβερίζανε.
– Θα σ’ αφαλοκόψουμε μπάσταρδε.
Έφευγε το παιδί, το ξεχνάγανε κι αυτό μεγάλωνε. Τότε πολλά παραρτήματα είχε η Ζαρίφειος Διδασκαλεία που έφθανε μέχρι τη Φιλιππούπολη. Εκεί σπούδασε ο μικρός και ήθελε να γίνει Μητροπολίτης. Το 1895 συνεχίζει τις σπουδές του στη Σχολή της Χάλκης και γίνεται δάσκαλος στη Χαλκηδόνα.
Τύχαινε, όμως, τούτος ο Χρυσομαλίδης να πάει ακόμα πιο μπροστά. Να γίνει διαλεχτό.
Από τη στιγμή αυτή, το τόπος μας, η μικρή μας πόλη έπαυε να το έχει σαν άνθρωπο καμαρωτό, τον προβίβαζε και τον έκανε τοπική προσωπικότητα. Καμάρι του Ήρωά του. Άνθρωπό του.
Και θυμόντουσαν όλοι.
– Α, ήτουνα μικρός και του τράβηξα τ’ αυτί.
– Αμ, εγώ, τον κέρναγα παστέλι.
– Αμ τόδειχνε ότι αυτός θα γενεί μια μέρα μεγάλος.
Και λέγανε ακόμα:
– Αυτός; Δικός μας. Από το μέρος μας.
Έτσι γίνεται.
Και έτσι έγινε με τον Χρυσόστομο.
Τον Χρυσομαλλίδη δεν τον γέννησε η φαντασία.
Τον γέννησε η ίδια η Θράκη, το μέρος μας.
Ήταν η εξυπνάδα, τα νιάτα, η παλικαριά.
Ήταν ότι καλό είχε μέσα του ο Θρακιώτης, ο Έλληνας, ο ντόπιος.
Όλα αυτά τα υλικά, τον γεννήσανε με δόσεις και τον φορτώσανε με αγώνες για την πατρίδα.
Ας πούμε από τα πιο γνωστά.
Παραμονές του ελληνοτουρκικού πολέμου το 1897 με το ψευδώνυμο Αλέξανδρος Παπαδράκος με 50 Σμυρνιώτες επίλεκτους πολεμά στο Δομοκό. Ο Τούρκος καϊμακάμης είχε ταμπουρωθεί εδώ. Αλλά, έτσι και είδε τη φόρα και την ορμή του Χρυσόστομου που πήγαινε μπροστά με το ντουφέκι και τον σταυρό, τον πιάσανε κάτι κοιλιακά.
– Ρε παιδιά, είπε στο ασκέρι του, δεν αισθάνομαι καλά.
– Θέλετε ένα αλοντρόξ;
– Αφού δεν έχει εφευρεθεί ακόμα.
Τοτε φεύγουμε μη μας καπατζώσουν και δεν έχει και τουαλέτα, εδώ στο Δομοκό.
Στο Τεπελίνι τον Μάρτιο του 1913, μόνος του καβάλα στο άλογο μπαίνει φουριόζος μέσα στο Τουρκικό στρατόπεδο. Τα μεμέτια του Χασάν – Αλή μόλις είδανε την επέλαση του Χρυσόστολου με τ’ άλογο αφηνιασμένο και ορμητικό σαν σίφουνας καλυμμένο με κορνιαχτό καλπασμό, το βάλαν έντρομοι στα πόδια.
– Πάμε παιδιά γιατί εμείς είπαμε να πολεμήσουμε μ’ ανθρώπους, όχι με αερικά.
Καμιά φορά λαχαίνει να πέσει στο Λεμπίτσοβο. Περικυκλώνει τους Βούλγαρους κομιτατζήδες και κάνει σκορδαλιά τις κεφάλες τους, λες και ήταν ο Δοξαπατρής. Ξεκαθάρισε την περιοχή και γίνεται αρχηγός της.
Διορίζεται υπαρχηγός του ταγματάρχη Ιωάν. Βερνάδου. Παντρεύεται και φεύγει για τη Μ Ασία, χωρίς ακόμα να χειροτονηθεί (έφερνε το ράσο πάντα, προερχόμενος από τη Θεολογική Σχολή Χάλκης). Στη Μ. Ασία κατηγορείται γιατί γυμνάζει τους μαθητές και προορισμένους για ιερείς με στρατιωτική εκπαίδευση.
Ο Μητροπολίτης Ναζιανζού Γερμανό που το 1916 κατακρεουργήθηκε από τους Βουλγάρους στο Πράβι, όταν συνάντησε τον Χρυσόστομο και τον είδε, νεαρό, ψωμομένο και σαν Μητροπολίτης διάβαζε, να πούμε, τας ψυχάς των ανθρώπων τον φώναξε στο μαγαζί.
– Χρυσομαλλίδη, σε λένε;
– Χρυσοστόμι το μικρό μου.
– Μπράβο. Το ξέρεις ρε μόρτη ότι μεταξύ των μαθητών της σχολής ιερέων, είναι και η υπεράσπιση της Μητρόπολης και στην ανάγκη κι όλας μαλώνεις;
– Τόμαθα, δεν το ήξερα.
– Από καυγά με τουρκάκια αλάνικα πως τα πας;
– Τρώω σπλάχνα.
– Ε, λοιπόν, Χρυσόστομε κάνουμε κάτι; Αντί να σου δώσω ενορία, να σου δώσω τη θέση του κουμανταδόρου στη σχολή να μου γυμνάζεις όλους τους μαθητές σαν στρατιώτες και αργότερα ας κάνουν αυτοί την άγια εργασία του ιερωμένου.
Έτσι ο νεαρός Χρυσομαλλίδης έγινε ρασοφόρος επιλοχίας και αντί “Αγαπάτε αλλήλους” κοπάναγε κάτι “επί δεξιάαααα” και κάτι αγιοτάρια που τους τάραζε τους μαθητές-φαντάρους του.
Και επειδή είχε μέσα του και το στρατιωτικό και το στρατηγικό, έδειξε αυταπάρνηση στις μάχες, έδινε θάρρος, πήγαινε μπροστά, ενθουσίαζε και συγκινούσε με τον απαράμιλλο ηρωισμό του.
Πάμε σ’ άλλον.
(συνεχίζεται)
Ο ΣΧΟΛ-ιαστής