Home / Κοινωνια / ΑΝΤΙΘΕΤΗ ΑΠΟΨΗ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ ΓΙΑ ΤΙΣ ΤΡΑΠΕΖΙΚΕΣ ΚΑΤΑΘΕΣΕΙΣ

ΑΝΤΙΘΕΤΗ ΑΠΟΨΗ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ ΓΙΑ ΤΙΣ ΤΡΑΠΕΖΙΚΕΣ ΚΑΤΑΘΕΣΕΙΣ

Στους αναδρομικούς ελέγχους σε βάθος δεκαετίας, του Υπουργείου Οικονομικών – “Δεν μπορεί η Εφορία να επικαλείται τραπεζικές καταθέσεις ως κατηγορία για προσαύξηση περιουσίας των πολιτών, σε χρόνο που δεν ίσχυε η συγκεκριμένη διάταξη”

TAMEIO-TRAPEZA

Στην λήψη στοιχείων καταθέσεων εκατομμυρίων φορολογουμένων αποκλειστικώς για το διάστημα 2005-2015 θα προχωρήσει στο προσεχές διάστημα η Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων.

Σύμφωνα με πληροφορίες, πρόκειται για λογαριασμούς πού αθροιστικά την περίοδο 2005-2015 εμφάνισαν τραπεζικό υπόλοιπο άνω των 300.000 ευρώ.

Κατά εκτιμήσεις πρόκειται για 1,5 εκατομμύρια φορολογουμένους, οι όποιοι θα ευρεθούν στο επίκεντρο των διασταυρώσεων που θα διενεργήσει η ΓΓΔΕ.

Η φορολογική διοίκηση στην περίπτωση αυτή θα διασταυρώνει τα στοιχεία των τραπεζικών καταθέσεων των φορολογούμενων με τα δεδομένα των φορολογικών τους δηλώσεων σε βάθος δεκαετίας.

Για να καταστεί ταχύτερος ο έλεγχος, η ΓΓΔΕ θα εφαρμόσει έναν αλγόριθμο απομειώσεως στις καταθέσεις, ο όποιος θα σχετίζεται με τις ετήσιες δαπάνες του φορολογουμένου.

Το ποσό που θα απομένει μετά την απομείωση των καταθέσεων θα συγκρίνεται με την φορολογική δήλωση του εκάστοτε στους και εφ’ όσον το ποσό του εισοδήματος πού δηλώθηκε εμφανίζεται χαμηλότερο από το ποσό της προσαυξήσεως της τραπεζικής καταθέσεως, τότε ο φορολογούμενος θα καλείται στην εφορία για να δικαιολογήσει την διαφορά.

Αν τελικά το πόσο της διαφοράς δεν δικαιολογηθεί από τον φορολογούμενο, τότε θα βεβαιώνεται ο πρόσθετος φόρος και οι προσαυξήσεις.

Δεδομένου ότι η φορολογική νομοθεσία έχει αλλάξει σημαντικά την τελευταία τριετία, ο αναδρομικός έλεγχος της ΓΓΔΕ αναμένεται να οδηγήσει πλήθος νομοταγών φορολογουμένων στις λίστες του μηχανισμού διασταυρώσεως.

Ένδεικτικώς, φορολογούμενοι θα κληθούν για εξηγήσεις στην εφορία πολίτες που πούλησαν μετοχές και αποκόμισαν κέρδη, τα οποία όμως δεν ήταν υποχρεωμένοι να δηλώσουν στην φορολογική τους δήλωση, καθώς δεν υπήρχε τα προηγούμενα χρόνια φόρος υπεραξίας στις μετοχές.

Ως φοροφυγάδες θα εμφανισθούν πιθανότατα και επιχειρηματίες που μέσω δικών τους τραπεζικών λογαριασμών διακίνησαν ποσά από επιταγές πελατών τους.

Δεδομένης τής εμπειρίας που ήδη υπάρχει στο θέμα των αναδρομικών φορολογικών ελέγχων, αναμένεται ότι τα δικαστήρια θα κατακλεισθούν εκ νέου από προσφυγές, όπως συνέβη στην περίπτωση εκατοντάδων φορολογουμένων που περιελήφθησαν στις 58.000 υποθέσεις εμβασματούχων του εξωτερικού της περιόδου 2009-2011, και κλήθησαν να καταβάλουν φόρους για εισοδήματα πού δεν μπόρεσαν να δικαιολογήσουν.

Στις περιπτώσεις αυτές η εφορία έλεγχε τους τραπεζικούς λογαριασμούς και χαρακτήριζε φοροδιαφυγή ακόμη και απλές φορολογικές διαφορές μόνο και μόνο για να επιβάλει φόρους, υποστηρίζοντας πως η κατάθεση δεν δικαιολογείται από τα δηλωθέντα εισοδήματα.

Μετά από δεκάδες προσφυγές, το Εφετείο έβαλε φρένο τόσο στην ευκολία με την οποία το υπουργείο Οικονομικών διέταζε τους αναδρομικούς ελέγχους όσο και στην ευκολία που η φορολογική διοίκηση απέρριπτε τις αιτιάσεις των φορολογουμένων.

Οι εν λόγω δικαστικές αποφάσεις επιτρέπουν ελέγχους των τραπεζικών καταθέσεων μόνο για τα τελευταία πέντε χρόνια, ήτοι για τις περιπτώσεις που ξεκάθαρα δεν τίθεται θέμα παραγραφής.

Μεταξύ άλλων, η Δικαιοσύνη έκρινε πως η εφορία δεν μπορεί να επικαλείται τις τραπεζικές καταθέσεις ως κατηγορία για προσαύξηση περιουσίας ώστε να την φορολογήσει, έφ’ όσον οι καταθέσεις προέκυψαν σε χρόνο πριν από την ημερομηνία κατά την όποια δεν ίσχυε ακόμη η συγκεκριμένη διάταξη.