Home / Κοινωνια / ΖΗΤΕΙΤΑΙ Η ΕΠΑΝΟΔΟΣ ΣΤΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΑΞΙΕΣ

ΖΗΤΕΙΤΑΙ Η ΕΠΑΝΟΔΟΣ ΣΤΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΑΞΙΕΣ

Η Ελλάδα στην Ελλάδα, τελεί εν εξορία – Αν η Ελλάδα ως ήθος ξαναγυρίσει στον τόπο της, τότε θα γυρίσουν και τα ξενιτεμένα παιδιά της – Μα ποιος θα επαναφέρει το ήθος αυτό; – Όταν το Κράτος εργάζεται εναντίον της Ελλάδος   

THEA-ATHINA1

Ο Κων/νος Καβάφης έχει γράψει ένα πολυδουλεμένο ποίημα με τίτλο «Επάνοδος από την Ελλάδα», όπου απαντούν και οι περίφημοι στίχοι:
«Ας την παραδεχθούμε την αλήθεια πια•
είμεθα Έλληνες κι εμείς -τι άλλο είμεθα;-»
Σήμερα, για να είμεθα Έλληνες, απαιτείται επάνοδος στην Ελλάδα. Αλλά για να γίνει αυτή η ποθητή επάνοδος, πρέπει να επανέλθει η Ελλάς από την εξορία στον τόπο της. Στη χώρα μας η λέξη Ελλάς έγινε ευφημισμός. Ακούς Ελλάς και σου έρχεται να γελάς – για να μην κλαις. Ήδη από τον κάποτε ελλαδικό χώρο έχουν φύγει οι πέρδικες και μένουν κουρούνες ή λιανοπούλια, όπως κατά παραλλαγή έλεγε ο Γέρος του Μοριά. Η αφρόκρεμα της Ελλάδος βρίσκεται εκτός Ελλάδος. Φυραίνει ο τόπος μας σε αριθμητικό και κυρίως σε ποιοτικό δυναμικό. Ενώ πάσχει από πληθυσμιακή αναιμία, αιματοδοτεί πάσαν άλλη κοινωνία, ακόμη και την γείτονα Τουρκία, με επιστημονικό δυναμικό.
Οι Έλληνες ήσαν πάντα μεταναστευτικά πουλιά. Αλλά ως τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια υπήρχε πλησμονή παιδιών. Έφευγαν 2 ή 3 για το εξωτερικό, αλλά έμεναν άλλα τρία στο χωριό. Τώρα, που μόλις, σε κάθε ελληνική οικογένεια αναλογεί ένα παιδί, πρέπει πρώτη μέριμνα της πολιτικής να είναι η επάνοδος των Ελλήνων στην Ελλάδα. Των άριστων και όχι των άχρηστων. Αλλά, δυστυχώς, πρώτη μέριμνα της πολιτικής είναι το διώξιμο των παιδιών και η μη… γέννηση παιδιών.
Το κράτος, ως συντονιστικός των πάντων μηχανισμών, δεν εργάζεται για την Ελλάδα, εργάζεται εναντίον της Ελλάδος. Έτσι, ό,τι δημιουργήσαμε εμείς με θυσίες και αίματα, με ίδρωτα ενός απροσμέτρητου μόχθου, πολύωρης καθημερινής εργασίας θα το κληρονομήσουν άλλοι. Και αυτό που έγραψε για τον εαυτό του ο Παλαμάς, θα ισχύσει για μας που παλαίψαμε για να δημιουργήσουμε καλύτερες συνθήκες ζωής από αυτές που γνωρίσαμε εμείς: «Το σπίτι που γεννήθηκα ας το κρατούν οι ξένοι…». Μας μένει η παρηγοριά πως έτσι δεν θα ρημάξει…
Διαβάζουμε κι ακούμε πολύ συχνά ότι η Ελλάς είναι μια χώρα με τεράστια πλεονεκτήματα αλλά χρειάζεται τα κατάλληλα κίνητρα για να αναπτυχθεί και να εκτιναχθεί.
Σωστά έχει παρατηρηθεί ότι αυτό που απαιτείται δεν είναι η προσφορά κινήτρων αλλά η άρση των αντικινήτρων.
Να λείψει το «κράτος-τρικλοποδιά» που ανατρέπει κάθε προσπάθεια για τρέξιμο προς τα εμπρός ή για άλμα προς τα ψηλά.
Είχα γράψει παλαιά κάτι φαινομενικά απλό: «Αφήστε τον Έλληνα να πλουτίσει κι εκείνος θα θαυματουργήσει». Και η θαυματουργία αυτή μπορεί να είναι βεβαίως για τον εαυτό του άλλ’ όχι μόνο για τον εαυτό του.

Ό,τι ωραίο, ό,τι σπουδαίο, ό,τι ευεργετικό φτιάχτηκε στον τόπο αυτό, είναι κατά βάση έργο ευεργετών, που οι πλείστοι έδρασαν στο εξωτερικό.
Άραγε, δεν θα μπορούσαν να δράσουν κι εδώ, στην πατρίδα τους, οι Έλληνες που σαν επιστημονικά και επιχειρηματικά κεφάλαια θαυματουργούν στο εξωτερικό; Μπορούν και παραμπορούν. Αλλά δεν τολμούν. Φοβούνται το κράτος-Λαβύρινθο, όπου στα βάθη του καραδοκεί κάποιος Μινώταυρος, φοβούνται το φθόνο των συνελλήνων, φοβούνται τις διαβολές και τις προσβολές των «μίντια», φοβούνται την τρομοκρατία, φοβούνται την εδώ και δεκαετίες επιβληθείσα, με την ανοχή των κομμάτων και τις ευλογίες των «μίντια», αλητοκρατία.
Δουλειά του κράτους δεν είναι να κάνει τον επιχειρηματία, αλλά να διασφαλίζει τους χώρους στους οποίους θα δράσει ο επιχειρηματίας, ο επιστήμονας, ο καλλιτέχνης, γενικά ο πνευματικός δημιουργός. Μήπως δεν είναι και η πνευματική παραγωγή πηγή πλούτου; Πάνε δύο δεκαετίες και πλέον όταν ρωτήθηκα από σοβαρό δημοσιογράφο της τηλοψίας (εξακολουθούν να υπάρχουν ακόμη κάποιοι τέτοιοι), «ποιος θα σώσει την Ελλάδα;». – «Μα είναι αυτονόητο, είπα• η αρχαία Ελλάδα»! Και δεν την εννοούσα ως «ταμιείον» πνευματικού, ηθικού και αισθητικού πλούτου. Εννοούσα κάτι πολύ πρακτικό και απέραντα ευεργετικό: να κάνουμε ό,τι έκανε μόνος του ο Αδαμάντιος Κοραής.
Υπήρχαν ακόμη φιλόλογοι τότε που ήξεραν άπταιστα τ’ αρχαία ελληνικά. Θα μπορούσε τότε με ένα σεβαστό ποσό -πάντως μικρότερο από αυτά που χρησιμοποιήθηκαν για έργα βιτρίνας- για να εκδοθούν ΟΛΟΙ οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς σε αυστηρά επιστημονική έκδοση (που θα μπορούσε να είναι υπέρτερη αυτών της Οξφόρδης και της Λειψίας) όχι μόνο με νεοελληνική αλλά και με αγγλική μετάφραση. Και όχι μόνο αγγλική. Είχα το θράσος να μιλήσω τότε και για κινεζική.Αντιλαμβάνεται κανείς τι πλούτος θα εισέρεε από αυτό στην Ελλάδα. Τουλάχιστον 500 φιλόλογοι θα είχαν μια σταθερή εργασία, επίσης 2.000 ως 4.000 διορθωτές, επιμελητές και αναρίθμητοι δακτυλογράφοι και τυπογράφοι.
Και σήμερα μπορεί να γίνει αυτό, άλλ’ οι φιλόλογοι που μπορούμε να γράφουμε και να μιλάμε αρχαία Ελληνικά μετριόμαστε πια στα δάκτυλα. Και ούτε μας μένουν πολλά χρόνια ζωής. Ας σκεφθούμε μόνο πόσα Ελληνόπουλα με άριστη αρχαιολογική κατάρτιση θα έρχονταν τότε από το εξωτερικό να συμβάλουν σ’ ένα τέτοιο μεγαλειώδες έργο! Αλλά και κάτι πιο απλό: τα περισσότερα μουσεία μας είναι πιο… μουσεία από τα αρχαιολογικά αντικείμενα πού φυλάσσουν!

Τα περισσότερα έχουν παθητικό• κάποια είναι άγνωστα και στον τοπικό πληθυσμό. Τι μπορεί να αγοράσει ο επισκέπτης από αυτά; Γιατί σε κάθε μουσείο να μην υπάρχει εργαστήριο αναπαραγωγής των έργων που φυλάσσονται εκεί; Γιατί όχι και μια ειδική αίθουσα για να καθήσει ο επισκέπτης να πάρει ένα αναψυκτικό; Πόσο αξιοποιείται επιχειρηματικά το παλαιό Μουσείο της Ακροπόλεως; Μια σκέψη κάνω. Μήπως η αξιοποίηση των μουσείων πρέπει να ανατεθεί σε ιδιώτες επιχειρηματίες; Οι αρχαιολόγοι θα έχουν την επίβλεψη.
Και για να μη μου καταλογισθεί ωμός ωφελισμός, θα το πάω πιο ρομαντικά, πιο ποιητικά. Αν ήμουνα εξουσία, θα απευθυνόμουν στα παιδιά που έφυγαν, στα παιδιά που φεύγουν η ετοιμάζονται να φύγουν και θα τους έλεγα:
Πουθενά η βροχή δεν μυρίζει τόσο όμορφα όσο στην Ελλάδα. Πουθενά ο ήλιος δεν θωπεύει -κι ας είναι καλοκαιριού μεσημέρι- τόσο θωπευτικά όσο στην Ελλάδα. Πουθενά ο αέρας δεν είναι τόσο ευωδιαστός όσο στα ελληνικά βουνά και νησιά. Πουθενά η αστροφεγγιά δεν φτάνει τόσο χαμηλά όσο στην Ελλάδα. Που στην Ευρώπη ανθίζει δέντρο μέσα στο χιονιά, όπως στην Ελλάδα η αμυγδαλιά; Αφήσαμε την Ελλάδα, γιατί δεν μάθαμε να αγαπάμε το αιώνιο. Μάθαμε ν’ αγαπάμε το προσωρινό αλλά φαντακτερό, το νεογενές άλλ’ όχι το αειγενές• το νεόχυτο και όχι το αείχυτο και αείφυτο.
Το κράτος, κατά την τελευταία τριακονταετία περισσότερο, όπου γιγαντώθηκε η Λερναία Ύδρα της υπαλληλοδεσποτείας, η οποία ουσιαστικά παρέλυσε και υποκατέστησε το κράτος, στέκεται σαν Βαλαωρίτειος Βράχος που εμποδίζει το κύμα να διαβεί. Πρέπει όμως το κύμα να περάσει• και θα περάσει, αν είναι αντρειωμένο. Και, φυσικά, οργανωμένο. Οι νέοι, ας μην ζητούν απαντήσεις στα προβλήματα τους από την κρατική Πυθία. Δεν πείθει πια. Πρέπει οι ίδιοι να βρουν τη σωστή απάντηση στο αίνιγμα που τους θέτει η νεώτερη Σφίγγα και που, αν δεν απαντήσουν σ’ αυτό, τους σπαράζει. Η νεώτερη Σφίγγα λέγεται ανεργία. Δεν είναι ανάγκη να μιμηθούν τον Οιδίποδα, γιατί αυτός, μη ακούγοντας τον τυφλό Τειρεσία, έβγαλε τα μάτια του και πήρε το δρόμο της ξενιτιάς σαν Έλληνας πολιτικός που ζητά δανεικά.
Η απάντηση είναι μία: Επάνοδος στην Ελλάδα. Και δεν εννοώ να έλθουν ξαφνικά όλα τα παιδιά από την ξενιτιά στην Ελλάδα (που μακάρι να γινόταν), εννοώ επάνοδο στις ελληνικές αξίες, στις ελληνικές αρχές που από πιθηκισμό και ξενομανια-ξενοπληξία απεμπολήσαμε. Η Ελλάδα -το ξαναλέω- στην Ελλάδα τελεί εν εξορία. “Αν ή Ελλάδα ως ήθος ξαναγυρίσει στον τόπο της, τότε θα γυρίσουν και τα ξενιτεμένα παιδιά της. Μα ποιος θα φέρει το ήθος αυτό; Δεν παραβλέπω το υπάρχον στη χώρα δυναμικό. Τώρα όμως προσβλέπω περισσότερο στο έκτος της χώρας ελληνικό δυναμικό. Μια δική τους επάνοδος θα σημάνει και της Ελλάδος επάνοδος, έτσι που η χώρα μας θα γίνει, δεν λέω χώρα του πλούτου, λέω απλώς η γη της προκοπής.
Ίσως πολλοί δεν ξέρουν ότι η προκοπή, απ’ όπου τα Πρακόπιος και Προκοπής παράγονται από το ρήμα προκύπτω που σημαίνει κόβω τα αγριόδεντρα και δημιουργώ χωράφι για καλλιέργεια. Είναι πολλά τα αγριόδεντρα και τα παρασιτικά φυτά που πρέπει να κοπούν, για να ξεχερσώσουμε το χώμα και να δημιουργήσουμε χωριά της προκοπής.
Χωριά που να μη ζουν με επιδοτήσεις αλλά με παραγωγικές επινοήσεις. Κι έχω υπόψη ένα τέτοιο χωριό που παρότι -κακώς- το ρήμαξε η ξενιτιά, το έζησα στο παρελθόν και διδάχθηκα -απ’ όσα επί ζωής διδάχθηκα- τα πιο καλά. Και το πιο καλό: «Δούλευε και μη ζητάς». Σ αυτή την αρχή πρέπει να στηρίζεται η πρόσφατη διατυμπανιζόμενη εθνική μας αξιοπρέπεια.