Home / Κοινωνια / ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΑΛΛΑΓΗ-ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΤΗΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑΣ

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΑΛΛΑΓΗ-ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΤΗΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑΣ

Ο πλούτος που πέφτει στο Λεκανοπέδιο της Αττικής, πρέπει πλέον να διαχυθεί στην ελληνική Επαρχία

parthenonas-4 likavitos-1-300 likavitos-300Πρόταση Απομακρύνσεως από την Αθήνα του Διοικητικού Κέντρου της Ελλάδος

Είναι γνωστό ότι λίγο μετά την εθνική παλιγγενεσία η Αθήνα, επελέγη ως σύμβολο του Ελληνικού πολιτισμού για πρωτεύουσα του νέου Ελληνικού κράτους παρ’ ότι ήταν ακόμη μία ασήμαντη πολίχνη και χωρίς καμία ουσιαστική συμβολή στην εθνική αναγέννηση και αφύπνιση .

Ακολούθησε ένας περίπου αιώνας, κατά τον οποίο, παρά την ύπαρξη φιλόδοξων πολεοδομικών σχεδίων και προθέσεων, η ανάπτυξη της πόλεως έγινε με τρόπο άτακτο και ληστρικό, έτσι ώστε τα σχέδια συρρικνώθηκαν και το μέλλον της πόλεως υποθηκεύτηκε.

Αλλά η υπέρμετρη και αλόγιστη διόγκωση του πολεοδομικού συγκροτήματος της Αθήνας με τη συσσώρευση σ’ αυτό μεγάλου μέρους του  πληθυσμού της επαρχίας και του μέγιστου μέρους των οικονομικών δραστηριοτήτων της χώρας σημειώθηκε κυρίως κατά την μεταπολεμική περίοδο. Ο εμφύλιος σπαραγμός και το μετεμφυλιακό κλίμα έδιωξαν κόσμο από την επαρχία, ο διπολισμός, που ακολούθησε, απομόνωσε τις βόρειες (και πλέον παραγωγικές) επαρχίες της χώρας από την οικονομική ζώνη της Βαλκανικής ενδοχώρας, ενώ και στην υπόλοιπη Ελλάδα αναπτύχθηκε μια παρασιτική οικονομία, οι παράγοντες της οποίας (οικοπεδοφάγοι και έμποροι ακινήτων, αεριτζήδες, δανειοδίαιτοι “βιομήχανοι” κ.λπ.) δρούσαν πάντοτε σε άμεση επαφή και “συνεργασία” με την συγκεντρωμένη στην πρωτεύουσα κυβερνητική και διοικητική μηχανή.

Το Λεκανοπέδιο της Αθήνας έχει πλέον επιτύχει την μοναδική διεθνή πρωτοτυπία[1] να φιλοξενεί το 50% του πληθυσμού της Ελλάδας στο μόλις 2% του εδάφους της χώρας!!!

Οι πάσης φύσεως δραστηριότητες, οι δαπάνες και ο πληθυσμός του Λεκανοπεδίου υποτάσσονται σε μία  “φαύλη σπείρα” (νέα έργα-νέες πιστώσεις-νέες θέσεις εργασίας-νέοι κάτοικοι-νέες ανάγκες για έργα κ.ο.κ.), σύμφωνα με την οποία η αύξηση του ενός απαιτεί και προκαλεί, εν συνεχεία, διαδοχικώς την αύξηση των άλλων. Αυτή η σπειροειδής “ανάπτυξη” επιτελείται πλέον σε συνθήκες που λίγο απέχουν από το όριο καταρρεύσεως και ακινητοποιήσεως των πάντων.

Η διάθεση των τεραστίων πιστώσεων που απαιτούνται για την εκτέλεση έργων, τα οποία απλώς παρατείνουν την στοιχειώδη και οριακή λειτουργία του Λεκανοπεδίου, καθώς και η συνακόλουθη αιχμαλωσία του καλύτερου εργατικού και πνευματικού δυναμικού της χώρας στην κόλαση των Αθηνών, περιορίζει τα ενδιαφέροντά μας σ’ αυτήν την “πόλη-κράτος” και προκαλεί τον μαρασμό (οικονομικό, πληθυσμιακό, πολιτιστικό κ.λπ.) της υπόλοιπης Ελλάδος και ιδίως των ακριτικών Νομών, συρρικνώνοντας έτσι την κοινωνική συνοχή, την αμυντική μας ικανότητα και την εθνική υπερηφάνεια και αυτοπεποίθηση,  στοιχεία απαραίτητα για την συνοχή και την επιβίωση του Ελληνισμού.

Επιβάλλεται, λοιπόν, εκ των πραγμάτων να τερματιστεί αυτή η αδιέξοδη και αντιαναπτυξιακή μεγέθυνση του Λεκανοπεδίου. Η ανάπτυξη πρέπει να διαχυθεί σε όλη τη χώρα, ώστε η Νέα Γενιά να λειτουργήσει σε ένα νέο ορθολογικό, οικονομικά και κοινωνικά, περιβάλλον.

Πριν αναζητήσουμε “τεχνοκρατικές” λύσεις για τη “διαχείριση” των προβλημάτων του Λεκανοπεδίου, πρέπει  να προηγηθεί μία απάντηση στο ακόλουθο ερώτημα, το οποίο προβάλλεται ολοένα συχνότερα και από πολλές πλευρές:

“Είναι σκόπιμη η παραμονή  του διοικητικού κέντρου της χώρας στην Αθήνα;”

Συνεκτιμώντας, πέραν της τεχνικής πλευράς του προβλήματος,  τις αμυντικές ανάγκες, τη δημόσια υγεία, την ισόρροπη οικονομική και πληθυσμιακή ανάπτυξη της χώρας αλλά και τον συμβολισμό που θα αναδεικνύει η επιλογή μας, τότε η απάντησή μας δεν μπορεί παρά να είναι αρνητική.

Η απομάκρυνση του διοικητικού και οικονομικού κέντρου της χώρας από το λεκανοπέδιο της Αττικής αποτελεί και την πραγματική λύση του αναπτυξιακού προβλήματος της χώρας.

Η επανίδρυση του κράτους.

Αφετηρία μιας τέτοιας λύσεως πρέπει να είναι η λήψη διοικητικών μέτρων, η αναθεώρηση του προγράμματος δημοσίων έργων και η ανακατανομή των διαθεσίμων πόρων, ώστε να επιτευχθεί –ή- και να επιβληθεί η μεταφορά του διοικητικού και του οικονομικού κέντρου της χώρας αλλού, και μάλιστα σε διαφορετικούς τόπους.

Είναι, βεβαίως, ευνόητο ότι αυτή η μεταφορά θα γίνει σταδιακά και ότι δεν πρέπει ν’ αφεθεί η Αθήνα να διψάσει ή να πνιγεί μέσα στο κυκλοφοριακό τέλμα και το νέφος, που καθημερινά την περισφίγγουν περισσότερο. Αλλά θα προκρίνονται προς εκτέλεση τα φθηνότερα και απολύτως αναγκαία έργα για την αντιμετώπιση οξύτατων προβλημάτων και υπό την προϋπόθεση ότι τα έργα αυτά δεν συγκρούονται με τον στρατηγικό στόχο της μεταφοράς του οικονομικού και του διοικητικού κέντρου, καθώς και με το σχέδιο μελλοντικής αναπλάσεως των Αθηνών ώστε να καταστεί και πάλι το πνευματικό κέντρο της χώρας.

Η απόφαση για την μεταφορά του οικονομικού και του διοικητικού κέντρου της χώρας, που πρέπει ν’ αποτελεί στόχο και έργο κάθε πατριώτη και υψηλόφρονα πολιτικού, είναι ριζοσπαστική και απαιτεί μάλλον θέληση και διοικητικά-νομοθετικά μέτρα παρά δαπάνες, δαπάνες που πάντως θα είναι πολύ μικρότερες απ’ αυτές που απαιτούνται για την συντήρηση του  μεγάλου  ασθενούς και από τις ζημίες που συνεπάγεται η διατήρηση της Αθήνας ως διοικητικού και οικονομικού κέντρου.

Μια τέτοια επιλογή θα ελευθερώσει πόρους και ανθρώπινο δυναμικό που εξ  ανάγκης διατίθενται τώρα για τη “διαχείριση” της μόνιμης κρίσεως που διέρχεται η πρωτεύουσα και θ’ αναδείξει νέες προοπτικές γιά την ανάπτυξη της πατρίδας μας.

Θεωρούμε σκόπιμη και συμφέρουσα τη μεταφορά του διοικητικού και του οικονομικού κέντρου στη Βόρεια Ελλάδα.

Το διοικητικό κέντρο πρέπει να εγκατασταθεί σε μια νέα πόλη βορείως του Ολύμπου, που θα κατασκευασθεί εξ αρχής για να λειτουργήσει ως διοικητικό κέντρο και της οποίας ο πληθυσμός θα περιορίζεται με κατάλληλα διοικητικά και άλλα μέτρα  το πολύ σε 200-300.000 χιλιάδες κατοίκων.

Το οικονομικό κέντρο δεν χρειάζεται μία νέα πόλη, αλλά μία  ενδοχώρα, που θα του εξασφαλίσει  μια περιοχή με στρατηγική θέση κοντά σε χώρο που αναπτύσσονται ή και που προβλέπεται ν’ αναπτυχθούν έντονες οικονομικές δραστηριότητες, δηλαδή κοντά στην ενιαία πλέον Ευρώπη και στο κέντρο των Βαλκανίων. Και τέτοια είναι η περιοχή με επίκεντρο τη Κεντρική Μακεδονία στην οποία, παρά την τροχοπέδη του διπολισμού και της αρτηριοσκληρωτικής Αθήνας, αναπτύσσεται ήδη από χρόνια σημαντικό-και προπάντων υγιές-μέρος των οικονομικών δραστηριοτήτων της χώρας.

Η αναγωγή της Βόρειας Ελλάδος σε οικονομικό κέντρο της χώρας θα υποβοηθηθεί από την μεταφορά του διοικητικού κέντρου πλησιέστερα προς αυτήν.

Η ιδέα για μια μικρή πρωτεύουσα-διοικητικό κέντρο  σ’ ένα κράτος, που οι κύριες οικονομικές δραστηριότητες ασκούνται αλλού, δεν είναι πρωτότυπη. Αντιθέτως, έχει εφαρμοσθεί ήδη με επιτυχία σε πολλά και σε μερικά από τα πλέον προοδευμένα κράτη (ΗΠΑ, Αυστραλία, Καναδάς, Βραζιλία, Γερμανία, Νότια Αφρική, Καζακστάν, Ιράν κ.λπ. Πρωτεύουσα άλλαξε το 2010 η Μιανμάρ. Η Αίγυπτος παρουσίασε  τον Μάρτιο του 2015 την  μακέτα της νέας πρωτεύουσας, 2 εκατ. κατοίκων έναντι 12 που έχει σήμερα το Κάιρο, κόστους 25 δις δολαρίων, αυτοχρηματοδοτούμενο από ιδιωτικές Σαουδαραβικές εταιρείες 560 χλμ. Ν.Α. του Καίρου, η Αργεντινή (Φερνάντες) ανακοίνωσε τις διεργασίες για απομάκρυνση από το Μπ.΄Αιρες και το Ιράν  από την Τεχεράνη).

Αλλά ούτε και στην Ελλάδα διατυπώνεται για πρώτη φορά αυτή  η πρόταση. Από τους πρώτους και πλέον ειδικούς εμπνευστές αυτής της ιδέας ήταν, ήδη από το 1959, ο Αρχιτέκτων, Καθηγητής στο Ε.Μ.Π. & Ακαδημαϊκός, Σόλων Κυδωνιάτης (Τρίπολη 1903 – Αθήνα 2001), ο οποίος επιχειρηματολόγησε υπέρ της Θεσσαλονίκης.

Υπέρ της αλλαγής επιχειρηματολόγησε και ο διεθνούς φήμης Αρχιτέκτων-Πολεοδόμος Κωνσταντίνος Δοξιάδης, ο οποίος κατήρτισε το πολεοδομικό σχέδιο δυο σημαντικών πρωτευουσών: του Ισλαμαμπάντ και της Μπραζίλια.

Το 1990, κυκλοφόρησε μια «απόρρητη» έκθεση των Αμερικανών  (την δημοσίευσε ο Οικονομικός Ταχυδρόμος) πού προέβλεπε τα δεινά για την Ελλάδα από την πτώση των σοσιαλιστικών καθεστώτων (οικονομικά-πολιτικά-εθνικά) και καλούσε σε άμεση μεταφορά της κυβέρνησης σε πόλη της Μακεδονίας (δεν ανέφερε συγκεκριμένη πόλη). Καλούσε μάλιστα την ελληνική πολιτεία να μην κάνει κανένα άλλο έργο υποδομής στην Αθήνα, ώστε να λειτουργήσει η «αυτόματη–αυτορυθμιζόμενη αποκέντρωση».

Για να μην υφιστάμεθα πλέον την ιστορία, αλλά να συμμετέχουμε στη χάραξή της.

Η μεταφορά του οικονομικού και του διοικητικού κέντρου της χώρας θα συμβάλει ώστε:

1 Να γίνει αποδοτικότερη η Δημόσια διοίκηση σε ένα σύγχρονο διοικητικό κέντρο σχεδιασμένο να λειτουργεί ως τέτοιο και όχι όπως τώρα διασκορπισμένη στο χαώδες Αθηναϊκό συγκρότημα.

2 Να γίνουν παραγωγικές και αναπτυξιακές επενδύσεις σ’ όλη τη χώρα και ν’ αναπτυχθούν υγιέστερες οικονομικές δραστηριότητες μέσα στην Ελλάδα και προπάντων στον Βαλκανικό και τον ευρύτερο περίγυρο, συμβάλλοντας έτσι και στην αντιμετώπιση του  μεταναστευτικού και του δημογραφικού προβλήματος[2].

3 Να ανακατανεμηθεί ο πληθυσμός της χώρας με οικονομικά και αμυντικά κριτήρια. Η Αθήνα έχει συγκεντρώσει το 50% του ελληνικού πληθυσμού, άνω του 50% της οικονομικής δραστηριότητας, της βιομηχανίας και εσχάτως και της ενέργειας. Απλοί λόγοι  στρατηγικής καθιστούν λανθασμένη την επιλογή αυτή, της συγκέντρωσης  όλων των   εργοστασίων όπλων και νέων εργοστασίων  ενέργειας  (5 εργοστάσια ενέργειας φυσικού αερίου, όπως εγκρίθηκαν τον Ιούλιο του 2007 από το Υπ. Ανάπτυξης) πέριξ των Αθηνών.

4 Να τονωθεί το φρόνημα των πολιτών όλης της χώρας με τον ιδεολογικό συμβολισμό που θα έχει μια τέτοια επιλογή, της γέννησης του νέου, της αναγέννησης, της επανίδρυσης του κράτους.

5 Να μειωθούν δραστικά οι οικονομικές δραστηριότητες και ο πληθυσμός των Αθηνών και συνακόλουθα η αξία των ακινήτων της.  Αυτό θα καταστήσει τεχνικώς και οικονομικώς δυνατή:

5.1.    Τη ριζική αναμόρφωση της παλαιάς πόλεως όπως αυτή οριοθετείται από τα αρχαιολογικά ευρήματα και τα ιστορικά κείμενα, με την αποκάλυψη και αποκατάσταση των αρχαιολογικών χώρων και την αναστήλωση των μνημείων που αποτελούν τα ιερά λείψανα του πνευματικού κέντρου του κόσμου. Έτσι θα υλοποιηθεί αυτό που σήμερα φαίνεται ουτοπία αλλά που πρέπει να είναι ο πόθος κάθε Έλληνα (αλλά και ξένου), ο οποίος γνωρίζει έστω στοιχειωδώς την ΙΣΤΟΡΙΑ της ΑΘΗΝΑΣ.  Να δοθεί δηλαδή πάλι στην Ελλάδα και στην ανθρωπότητα, αναμορφωμένη με τον σεβασμό και την αίγλη που αξίζει στην  πνευματική  τους πρωτεύουσα.

5.2.    Τη ριζική ανάπλαση της υπόλοιπης πόλεως βάσει ενός νέου χωροταξικού σχεδίου (σταδιακή ανάπλαση από τα όρια της παλαιάς πόλεως προς την περιφέρεια με εκτεταμένες κατεδαφίσεις γιά την κατασκευή των νέων υπογείων δικτύων, των δρόμων και τη δημιουργία κοινοχρήστων χώρων κλπ.). Αυτές οι επεμβάσεις θα έδιναν στην Αθήνα την μοναδικότητα μιας διαφυλαγμένης και όσο είναι δυνατόν αναστηλωμένης αρχαίας πόλεως, περιβαλλόμενης από ορθά αναπλασμένους οικισμούς και θα την καθιστούσαν έτσι τόπο κατοικίας και δραστηριοτήτων υψηλού επιπέδου, πηγή πλούτου, πολιτισμού και πνεύματος και καύχημα για την πατρίδα μας.

Συμπερασματικώς.

Επειδή εγκαταλείψαμε την επαρχία και τις συνεχώς απειλούμενες μεθοριακές περιοχές και έχουμε καταληφθεί από το “σύνδρομο της Κωνσταντινουπόλεως”, ασχολούμενοι μόνον με τα προβλήματα και τη συντήρηση της πρωτεύουσας, πρέπει να ξέρουμε ότι, όσο περιορίζουμε τα Ελληνικά ενδιαφέροντα στα όρια της Αθήνας, θα υποστούμε και τις συνέπειες του  ανωτέρω  “συνδρόμου”.

Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε εγκαίρως ότι, εάν δεν δώσουμε μια ριζική λύση στο πρόβλημα της πρωτεύουσας, ώστε να ξαναγίνουν πανελλήνια τα ενδιαφέροντα των πολιτών και της πολιτείας, θα υποστούμε, συντομότερα απ’ όσο υποψιάζονται οι κορυβαντιώντες Έλληνες, εδαφική συρρίκνωση της πατρίδας μας και πολιτιστική αλλοτρίωση του έθνους μας.

Είμαστε πεπεισμένοι ότι η μεταφορά της πρωτεύουσας ίσως είναι η σημαντικότερη  κίνηση αναδιάρθρωσης και επαναδημιουργίας του ελληνικού κράτους, και θα συμβάλει δραστικά στην επιβίωσή του.

Γι΄ αυτό καλούμε κάθε Έλληνα να συμπαραταχθεί μαζί μας στις ενέργειες που πρέπει να γίνουν για να κάνουμε ευρύτερα γνωστή και αποδεκτή αυτή την πρόταση.

http://facebook.com/allagh.prwtevousas