Home / Κοινωνια / Διατηρητέα δώδεκα (12) κτίρια του Σιδηροδρομικού Σταθμού Πυθίου Έβρου

Διατηρητέα δώδεκα (12) κτίρια του Σιδηροδρομικού Σταθμού Πυθίου Έβρου

Τι αναφέρει η αιτιολογική Έκθεση του Τμήματος Παραδοσιακών Κτιρίων του Υπουργείου Εσωτερικών για την έκδοση Υπουργικής Απόφασης – Ιστορικά και Αρχιτεκτονικά στοιχεία – “Από την Ρωσία με Αγάπη”  

Στο βιβλίο του διάσημου συγγραφέα Γιάν Φλέμινγκ “From Russia with love” (από την Ρωσία με Αγάπη) που έγινε και ταινία του Τζέημς Μποντ, με πρωταγωνιστή τον Σον Κόνερι, υπάρχει εκτενής αναφορά στον Σιδηροδρομικό Σταθμό Πυθίου.

Στο κείμενο αναφέρεται ότι το τραίνο από την Κωνσταντινούπολη έκανε στάση στον Σιδηροδρομικό Σταθμό Πυθίου.

Και όπως θυμόμαστε από την περιγραφή επάνω στο κατάστρωμα της πλατφόρμας του Σταθμού, οι κότες τσιμπολογούσαν σιταράκια, που έπεφταν από τα τσουβάλια που φορτώνονταν στα βαγόνια.

Σήμερα γι’ αυτό τον Σταθμό, γίνεται πρόταση για χαρακτηρισμό ως διατηρητέων δώδεκα (12) κτιρίων, στα σύνορα Ελλάδος-Τουρκίας.

Στην Αιτιολογική Έκθεση, για την έκδοση υπουργικής απόφασης αναφέρονται συγκεκριμένα τα εξής:

***

Α. ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ
ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΚΑΙ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Ο σιδηροδρομικός σταθμός Πυθίου Έβρου, είναι ο μοναδικός συνοριακός σιδηροδρομικός σταθμός στα σύνορα της Ελλάδας με την Τουρκία, καθώς δεν υπάρχει άλλη σιδηροδρομική σύνδεση με τη γειτονική χώρα.

Αποτελεί μέρος του δικτύου του Σιδηρόδρομου της Ανατολής (Εταιρία των Ανατολικών Σιδηροδρόμων που ιδρύθηκε από τον βαρόνο Maurice de Hirsh – Chemins de ferorientaux -συντ. CO), όταν ολόκληρη η Θράκη αποτελούσε μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Το 1871, με αφετηρία την Αδριανούπολη ξεκίνησαν οι εργασίες με κατεύθυνση την Φιλιππούπολη, την Κωνσταντινούπολη και τέλος την Αλεξανδρούπολη, που ολοκληρώθηκαν τον Ιούνιο του επόμενου έτους. Το τμήμα μεταξύ Πυθίου και Σβίλενγκραντ (Βουλγαρία) ήταν μέρος της κύριας σιδηροδρομικής σύνδεσης της Κωνσταντινούπολης με τη Δυτική Ευρώπη, που ολοκληρώθηκε το 1874. Η σύνδεση Σβίλενγκραντ με Αλεξανδρούπολη αποτέλεσε τη μοναδική διέξοδο της Ανατολικής Ρωμυλίας και Βουλγαρίας στο Αιγαίο. Ο ρόλος του σιδηροδρομικού δικτύου ήταν ιδιαίτερα σημαντικός στην γεωπολιτική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη της περιοχής.

Μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης το 1923, το σιδηροδρομικό δίκτυο της εταιρίας των Ανατολικών Σιδηροδρόμων διαιρέθηκε σε τμήματα. Στο ελληνικό τμήμα με έδρα την Αλεξανδρούπολη και στο τουρκικό με έδρα την Κωνσταντινούπολη. Η σιδηροδρομική γραμμή Αλεξανδρούπολη – Ορμενίου – συνόρων (Σβίλενγκραντ) εντάχθηκε στα ελληνικά εδάφη, εκτός από ένα τμήμα (από τη Νέα Βύσσα έως τα Μαράσια μέσω του Κάραγατς) το οποίο βρισκόταν εντός Τουρκίας. Το 1971 τέθηκε σε λειτουργία νέα γραμμή εξ’ ολοκλήρου σε τουρκικό έδαφος που παρέκαμπτε τα ελληνικά τμήματα και στη συνέχεια και από τους ελληνικούς σιδηρόδρομους υλοποιήθηκαν τμήματα για τη δημιουργία σιδηροδρομικής γραμμής αποκλειστικά σε ελληνικό έδαφος, με σημαντικό έργο υποδομής τη γέφυρα επί του ποταμού Αρδα (1975).

Ο σιδηροδρομικός σταθμός Πυθίου, έκτοτε αποτελεί τη μοναδική σιδηροδρομική σύνδεση με την Τουρκία. Από τον Ιούλιο του 2005, μέχρι τον Ιανουάριο του 2011 λειτούργησε το «Εξπρές Φιλίας» (Dostluk Ekspresl), μια διεθνής υπεραστική σιδηροδρομική γραμμή που συνέδεε την Κωνσταντινούπολη με την Θεσσαλονίκη που σήμερα έχει διακόψει τη λειτουργία της. Έχουν γίνει εργασίες αναβάθμισης της μεταφορικής ικανότητας και της ταχύτητας του δικτύου, το οποίο σήμερα παραμένει αναξιοποίητο. Το 2016 υπεγράφη διακρατική συμφωνία για την επανασύνδεση της Κωνσταντινούπολης με τη Θεσσαλονίκη, με προοπτική επέκτασης προς την Ηγουμενίτσα (Σιδηροδρομική Εγνατία), κάτι που θα επαναφέρει και τη λειτουργία του σιδηροδρομικού σταθμού στο Πύθιο.

Ο σιδηροδρομικός σταθμός βρίσκεται στα όρια του οικισμού Πύθιο, με το βυζαντινό κάστρο του Πυθίου, που παρουσιάζει αξιόλογο αρχαιολογκό και ιστορικό ενδιαφέρον. (Το κάστρο αποτέλεσε οχυρωματικό προπύργιο του Ιωάννη Στ’ Κατακουζηνού που διεκδικούσε τη θέση του αυτοκράτορα της βυζαντινής αυτοκρατορίας από το νόμιμο διάδοχο Ιωάννη Γ Παλαιολόγο, στο πρώτο μισό του 14ου αιώνα. Το σημείο αποτελούσε στρατηγική θέση για τον έλεγχο της κοιλάδας του Έβρου).

Το σύνολο των παλιών κτιρίων του σιδηροδρομικού σταθμού δημιουργεί ένα αξιόλογο αρχιτεκτονικό σύνολο, με χαρακτηριστικά που επαναλαμβάνονται σε άλλους σταθμούς της Θράκης και αποτελούν μαρτυρίες της ιστορικής και αρχιτεκτονικής εξέλιξης της περιοχής και της κατασκευής των σιδηροδρομικών σταθμών.

Αρχιτεκτονικά και κατασκευαστικά χαρακτηριστικά, τα οποία μαρτυρούν διαφορετικές φάσεις της εξέλιξης των κτιριακών εγκαταστάσεων του σιδηροδρομικού στάθμου Πυθίου. Ο χαρακτηρισμός τους ως διατηρητέων και η αποκατάσταση τους μπορεί να συμβάλει στην ανάδειξη της ιδιαίτερης αρχιτεκτονικής και ιστορικής τους αξίας ως ειδικών κτιρίων, αλλά και στην ανάδειξη της ευρύτερης περιοχής, για την οποία ο σιδηροδρομικός σταθμός αποτελεί σημαντικό στοιχείο της ιστορικής, οικονομικής και κοινωνικής της εξέλιξης.

Η Υπηρεσία μας, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα παραπάνω, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του αρθ. 6 παρ.θα του Ν. 4067/2012, προτείνει το χαρακτηρισμό ως διατηρητέων των κτιρίων του θέματος, γιατί αυτά αποτελούν ένα αρχιτεκτονικό σύνολο με αξιόλογα μορφολογικά χαρακτηριστικά της αρχιτεκτονικής των σιδηροδρομικών σταθμών στην Βόρεια Ελλάδας.

Β.ΠΡΟΤΑΣΗ

Ύστερα από τα παραπάνω προτείνουμε την έκδοση απόφασης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6, παρ.3α του Ν.4067/2012 (ΦΕΚ 79/Α/09.04.2012) «Νέος Οικοδομικός Κανονισμός», στην οποία να προβλέπονται τα εξής:

1.0 χαρακτηρισμός ως διατηρητέων δώδεκα (12) κτιρίων του σιδηροδρομικού σταθμού του Πυθίου, που βρίσκονται σε μικρή απόσταση από τον οικισμό Πύθιο του Δήμου Διδυμοτείχου του Νομού Έβρου, στα σύνορα Ελλάδας – Τουρκίας (η θέση των οποίων ενδεικτικά σημειώνεται στο ετπσυνατττόμενο διάγραμμα άνευ κλίμακας), για τους παρακάτω λόγους:

α) Το σύνολο των κτιρίων διαθέτει αξιόλογα μορφολογικά και κατασκευαστικά χαρακτηριστικά της αρχιτεκτονικής των σιδηροδρομικών σταθμών της Βόρειας Ελλάδας, τα οποία μαρτυρούν διαφορετικές φάσεις της εξέλιξης των κτιριακών εγκαταστάσεων του σιδηροδρομικού σταθμού Πυθίου.

β) Ο χαρακτηρισμός τους ως διατηρητέων και η αποκατάστασή τους μπορεί να συμβάλει στην ανάδειξη της ιδιαίτερης αρχιτεκτονικής και ιστορικής τους αξίας ως ειδικών κτιρίων και στην ανάδειξη της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς της Θράκης. Επίσης θα συμβάλλει στην ανάδειξη της αισθητικής φυσιογνωμίας της ευρύτερης περιοχής για την οποία ο σιδηροδρομικός σταθμός αποτελεί σημαντικό στοιχείο της ιστορικής, οικονομικής και κοινωνικής της εξέλιξης.

γ) Τα κτίρια Α, Β1, Β2, Γ1 και το κτίριο του Τελωνείου χαρακτηρίζονται ως διατηρητέα με απόλυτη προστασία, γιατί παρουσιάζουν ιδιαίτερα αξιόλογα αρχιτεκτονικά, τυπολογικά, κατασκευαστικά και μορφολογικά χαρακτηριστικά. Διατηρούν τα αυθεντικά δομικά υλικά κατασκευής τους και παρουσιάζουν αξιόλογα χαρακτηριστικά σε ότι αφορά την ποιότητα του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού, τη σύνθεση των όψεων με αρμονικές αναλογίες και την επιμέλεια της κατασκευής.