Home / Θρακιωτικη Ποιηση / Η ΠΡΟΣΦΥΓΟΜΑΝΑ

Η ΠΡΟΣΦΥΓΟΜΑΝΑ

Προσφυγομάνα  Ελλάδα  μας,

άνοιξες  την καρδιά σου, την αγκαλιά σου,

χιλιάδες πρόσφυγες ήρθανε κοντά σου.

Έδειξες τον πολιτισμό  σου,

έδωσες απλόχερα την  αγάπη σου,

μοιράστηκες  μαζί τους

το πόνο, τα δάκρυα, την ανέχεια,

τη λύπη, την χαρά τους.

Η προσφυγιά  λέξη πολύ γνωστή,

στου Έλληνα την καρδιά και την ψυχή,

με ανεξίτηλο  μελάνι  έχει γραφτεί.

Η προσφυγιά για την Ελλάδα,

είναι μια ιστορία  πονεμένη,

Χρόνια παραμένει

στη πρώτη την γραμμή,

είναι ό, τι ποιο δύσκολο στη ζωή.

Φωνάζει μια προσφυγοπούλα δυνατά,

μα ποιος να την ακούσει;

μες στο χαλασμό να την παρηγορήσει;

Ψάχνω φωνάζει, δεν έμεινε για μένα,

μια χούφτα χώμα; Ένα δενδρί;

Κάπου να  γαντζωθώ να ξαναγεννηθώ,

να ζήσω, να ερωτευθώ, να χαρώ

όρθια και πάλι να σταθώ.

Φωνάζει ο μεσόκοπος ταλαίπωρος πρόσφυγας,

ξεριζωμένος, κυνηγημένος, απ’ το Θεό

και απ’ τους ανθρώπους ξεγραμμένος,

ψάχνω ένα τόπο να σταθώ,

ψάχνω μια ήσυχη γωνιά για να κλάψω,

για το διωγμό τον βασανισμό.

Ψάχνω μα δεν έμεινε σε ολόκληρη τη γη

για μένα λίγο χώμα να με σκεπάσει;

τα μάτια όταν κλείσω ,

να ξεχάσω, να ξαποστάσω!

Η βάρκα η φουσκωτή,

απ’ την απέναντι ακτή,

ξεκίνησε γεμάτη αισιοδοξία,

ελπίδα, όνειρα για ελευθερία.

Στοιβαγμένα σαν σακιά τα γυναικόπαιδα,

ταξιδεύουνε για μια νέα ζωή,

για μια νέα άγνωστη πατρίδα,

μα  ξάφνου ένα κύμα δυνατό,

την βάρκα αναποδογυρίζει

και τα όνειρά τους όλα σβήνει.

Μια μάνα  χάνει το μωρός της

μέσα από την αγκαλιά της,

κλαίει, οδύρεται , φωνάζει, πονά,

απελπισμένη με αγωνία κοιτά,

τώρα έμεινε μόνη με τα χέρια αδειανά,

τρέλα την πιάνει και παραμιλά,

και χάνεται μες τα θολά

του Αιγαίου τα νερά,

μαζί με όλα τα όνειρα.

Γεώργιος Χ. Τσαρακτσίδης

Αλεξανδρούπολη