Home / Κοινωνια / Φόνισσες

Φόνισσες

«Θυμώνω με τις τάχα φεμινίστριες – Και λυπάμαι για τις ανεγκέφαλες που δολοφόνησαν, χωρίς κανένα δισταγμό, το θαύμα της Ζωής…»

Υπάρχει ένα ένστικτο. Λέγεται μητρικό. Υπάρχει κι ένα άλλο. Λέγεται δολοφονικό. Σπάνια αυτά τα δύο συναντώνται, ακόμη σπανιότερα το δεύτερο επικρατεί του πρώτου κι όταν τα καταφέρνει η τρέλα ξεπερνά την λογική, το έγκλημα δεν χωρά σε νόμους, η τιμωρία μοιάζει με γυναίκα στερημένη από κάθε δύναμη.

Τι να αποφασίσεις για ένα τέρας; Τι ν’ αποφανθείς για ένα κτήνος; Πόσες ελπίδες υπάρχουν για να σωφρονίσεις την ασυνειδησία μιας κενής από συναίσθημα γυναίκας;

Μιας κοινής φόνισσας που η σαλεμένη της υπόσταση, της υπαγορεύει να δολοφονήσει ένα μωρό. Ακόμη και η Μήδεια είχε ως ελαφρυντικό τον ματαιωμένο της έρωτα και ως όχημα την εκδίκηση, τούτα εδώ τα σύγχρονα τέρατα, οι «μάνες» της Νέας Σμύρνης και της Πετρούπολης, δεν έχουν άλλη δικαιολογία πέρα από ένα τυχαίο πήδημα. Το τελευταίο μαζί με τα μωρά που πέταξαν σε φωταγωγούς και σκουπιδοτενεκέδες γέννησε απλώς την κρύα και άψυχη δειλία του ανθρώπινου φόβου στην πιο ελεεινή του μορφή, και μας πάγωσε.

Τις προάλλες έπαιζα με την κόρη μου στο μπαλκόνι. Αλλάζαμε ρούχα στις κούκλες, τις κάναμε μπάνιο, τις χτενίζαμε, τις βάφαμε, βάζαμε κοκαλάκια στα μαλλιά τους και κολόνια στον άψυχο λαιμό τους, τους δίναμε ζωή μέσα από διαλόγους και ιστορίες. Η ώρα πέρασε, το παιχνίδι τέλειωσε, τα πατζούρια έκλεισαν, οι κούκλες έμειναν ξεχασμένες εκεί, όταν γύρω στις δώδεκα το βράδυ ένιωσα το σκούντημα της μικρής μου μαζί με την παράκληση: «Μαμά, ξύπνα σε παρακαλώ, πάμε στο μπαλκόνι να πάρουμε τις κούκλες. Είναι μόνες τους και θα φοβούνται. Είναι μωρά ακόμη και θα κρυώνουν…».

Εκείνα τα δευτερόλεπτα ένιωσα σαν να με χτύπησε κεραυνός κι αστραπιαία πέρασαν απ’ τα μάτια μου τα μιάσματα που δολοφόνησαν τα μωρά τους τη στιγμή της γέννησής τους. Άκουσα το κλάμα των δύστυχων αυτών πλασμάτων, ένιωσα την απόγνωσή τους, μύρισα το άρωμά τους, άρωμα μωρού που μόνο ένα κτήνος είναι ικανό να «δολοφονήσει», είδα πώς η ανθρώπινη ψυχή μπορεί να λυγίσει μπρος στη μοναξιά μιας κούκλας, πόσο μάλλον στην θανάτωση μιας λιλιπούτειας ζωής.

Όχι. Δεν με ενδιαφέρουν τα αίτια που οδήγησαν αυτές τις δύο γυναίκες στην αδιανόητη αυτή πράξη, όπως δεν μ’ ενδιαφέρουν και τα αίτια που οδηγούν τον κάθε δολοφόνο στην κάθε δολοφονία. Δεν μ’ αφορούν οι πληγές του παρελθόντος τους και γελάω κάθε φορά που ακούω κάτι ψευτοπροχωρημένες να ρίχνουν το φταίξιμο στην ελλιπή σεξουαλική διαπαιδαγώγηση μας – κι εμείς εδώ μάθαμε για τις συνέπειες του «γκαστρώματος», όχι στη Σουηδία.

Εξοργίζομαι που ζω σε μια χώρα όπου το έγκλημα της παιδοκτονίας έχει επιεικέστερη ποινική μεταχείριση από το έγκλημα της ανθρωποκτονίας και που ο νόμος δίνει σ’ αυτά τα γύναια το δικαίωμα να κυκλοφορούν ελεύθερα ανάμεσά μας. Θυμώνω με τις τάχα μου φεμινίστριες που σουλατσάρουν στα social media γράφοντας ανοησίες για το οπισθοδρομικό σύμπαν μας που δεν ανέχεται και δεν συγχωρεί μία γυναίκα χωρίς σύζυγο και ένα παιδί χωρίς πατέρα. Αηδιάζω με τις υπερασπιστικές γραμμές που χρήζουν αυτά τα ανθρωποειδή «ψυχωτικά» ή «κυριευμένα από επιλόχεια κατάθλιψη». Και λυπάμαι, λυπάμαι πολύ, για τα ανεγκέφαλα αυτά θηλαστικά που δολοφόνησαν χωρίς κανέναν δισταγμό το θαύμα της ζωής…

Ρομίνα Ξύδα