Για να ξεπλύνει την ντροπή της Ήττας στην εκστρατεία της Μικράς Ασίας – Ήταν πανίσχυρο διαπραγματευτικό χαρτί για την διαμόρφωση των όρων της Συνθήκης της Λωζάνης
Το τελευταίο διάστημα Τούρκοι επίσημοι, ο ένας μετά τον άλλον και πάλι από την αρχή, θέλουν και επιδιώκουν να είναι Εξαιρετικά δυσάρεστοι απέναντι μας.
Πυκνές, συστηματικές, επίμονες είναι οι αναφορές τους στο τέλος της εκστρατείας στη Μικρά Ασία.
Το λεξιλόγιο είναι διαλεγμένο για να προσβάλει και να προκαλέσει αντιδράσεις μη ορθολογικές πού οι εξ Ανατολών ιδιόρρυθμοι φίλοι θα μπορέσουν να εκμεταλλευθούν και να αξιοποιήσουν προς όφελος τους και σε βάρος μας.
Όμως, δεν είναι βέβαιο ότι οι γείτονες είναι πεπεισμένοι για τα όσα λένε οι ίδιοι.
Ασφαλώς δε θα ήταν λάθος να τους αφήσουμε να μας κάνουν να δεχθούμε την εικόνα των γεγονότων εκείνων πού αυτοί δίνουν.
Ναι, είναι γεγονός πως η παρουσία του ελληνικού στρατού στην Ανατολία έληξε με μια καταστροφή.
Περιήλθε σε δεινή κατάσταση, η συνοχή του ήταν πλέον αμφίβολη, το αξιόμαχο του αβέβαιο, οι απώλειες και οι ελλείψεις μέγιστες.
Ναι, το Ελληνικό Κράτος, μικρό, φτωχό και εξουθενωμένο από μια δεκαετή πολεμική περίοδο, υποχρεώθηκε να δεχθεί, σε ελάχιστο χρόνο, επταψήφιο αριθμό προσφύγων, ικανό να γονατίσει, πολύ ισχυρότερα κράτη.
Ναι, φαινόταν η Ελλάδα να κινδυνεύει να αποσυντεθεί, κυρίως προς όφελος της νέας Τουρκίας.
Παρ’ όλα αυτά και πολλά άλλα, ακόμα δε και έναν ολέθριο διχασμό που εξακολουθούσε, το Ελληνικό Κράτος δεν κατέρρευσε, βρήκε τη δύναμη να σταθεί στα πόδια του και να ξεπεράσει τους πολλούς κινδύνους, αντιμετωπίζοντας προβλήματα που το καθένα από αυτά αν έμενε άλυτο, θα είχε καταλυτικά αποτελέσματα.
Πιο άμεση, πιο επιτακτική ανάγκη ήταν η ανασυγκρότηση τού στρατού.
Και αυτό κατορθώθηκε κάτω από συνθήκες που προκάλεσαν θαυμασμό.
Σε μερικούς μήνες, από την Καταστροφή και την ανακωχή των Μουδανιών μέχρι τη συνθήκη της Λωζάνης (Σεπτέμβριος 1922-Ιούλιος 1923), ένας στρατός, αρχικά χωρίς ηθικό, χωρίς πειθαρχία, χωρίς υλικά, ανασυγκροτήθηκε δυτικά του Έβρου.
Αναγεννήθηκε μάλλον και θα περάσει στην ιστορία με το όνομα «Στρατιά του Έβρου».
Τα μέτρα πού πάρθηκαν τότε ήσαν σκληρά μέτρα. Δεν είναι βέβαιο ότι άλλου χαρακτήρα θα είχαν επαρκέσει.
Προοδευτικά, αλλά σε σύντομο χρονικό διάστημα, η Στρατιά ξεπέρασε σημαντικά τους 100.000 άνδρες και περιέλαβε εννέα μεραρχίες πεζικού και μια Ιππικού.
Η στελέχωσή της έγινε με αυστηρή επιλογή, εξασφαλίζοντας της ό,τι καλύτερο διέθετε το στράτευμα.
Δόθηκε προτεραιότητα στην ικανότητα και όχι στην αρχαιότητα.
Μαζί με τον στόλο που είχε παραμείνει άθικτος από την ήττα εκείνη, η Στρατιά εξασφάλιζε στην Ελλάδα μια αποτρεπτική ισχύ ικανή να αποθαρρύνει την Τουρκία να επαναλάβει τις εχθροπραξίες.
Αντιθέτως, το αίσθημα ότι η Χώρα μας ανακτούσε τη στρατιωτική της δύναμη έκανε την ελληνική πλευρά να αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο ενός ακόμη Ελληνοτουρκικού γύρου.
Γύρου που θα ανέτρεπε τα αποτελέσματα της πρόσφατης συμφοράς.
Σχέδια ετοιμάστηκαν που προέβλεπαν τη διάβαση του Έβρου και την προέλαση προς Ανατολάς, την είσοδο δε του στόλου στα Στενά.
Καθώς τον Μάιο του 1923 οι διαπραγματεύσεις για ειρήνη στη Λωζάνη φαίνονταν να οδηγούνται σε αδιέξοδο, η Στρατιά του Έβρου και το Ναυτικό προχώρησαν στις προβλεπόμενες προκαταρκτικές ενέργειες. Αλλά στις26 Μαΐου τουρκική υποχώρηση έφερε την απεμπλοκή των διαπραγματεύσεων που απέληξαν λίγο αργότερα στην υπογραφή της Συνθήκης Κρήνης.
Η Στρατιά του Έβρου δε χρειάστηκε να πολεμήσει.
Η συγκρότηση και η ύπαρξή της, όμως, αποδείχθηκαν ένα πολύ ισχυρό διαπραγματευτικό χαρτί στα χέρια του Ελευθερίου Βενιζέλου που το χρησιμοποίησε με επιτυχία για να εξασφαλίσει μια έντιμη ειρήνη στη Χώρα.
Σε μια κρίσιμη στιγμή ό πολιτικός από την Κρήτη έλεγε:
«Καίτοι πολλάκις έδωσα συμβουλές τη Ελληνική κυβερνήσει ήκιστα αισιόδοξους, πιστεύω εν τούτος ακραδάντως ότι ο Ελληνικός στρατός θα θριάμβευση και ότι η τιμή αυτοί και της Πατρίδος θα αναστυλωθεί».
Ήξερε ότι είχε τη δυνατότητα της Επιλογής της ένοπλης αναμετρήσεως με την Άγκυρα με προοπτικές μιας κάποιας Επιτυχίας.
Οι Τούρκοι Εποχής εκείνης θα πρέπει να είχαν καταλήξει στο ίδιο συμπέρασμα. Με αποτέλεσμα την ειρήνη.
Που δεν είχε μόνο οπαδούς στις δύο χώρες.
Για μας σήμερα, πάντως, θα ήταν λάθος να βλέπουμε τους προγόνους μας των χρόνων εκείνων με τα μάτια των τωρινών Τούρκων και να δεχόμαστε ότι τα λόγια των τους χαρακτηρίζουν ορθά.
Χριστόφορος Χ. Μανιάτος
Νομικός