Home / Κοινωνια / Τα ιστορικά εγκαταλείματα στο Πραγγί Διδυμοτείχου

Τα ιστορικά εγκαταλείματα στο Πραγγί Διδυμοτείχου

Το πόνημα του Δασκάλου Χρήστου Γιαννόπουλου (1960) διέσωσε σημαντικές πτυχές της ιστορίας του τόπου μας – Καιρός να αρχίσουν ανασκαφές – Οι τάφοι και οι τύμβοι της περιοχής

   

Ο διδάσκαλος Χρήστος Γιαννόπουλος του Γεωργίου και της Παρασκευής γεννήθηκε στο παρέβριο χωριό Πραγγί. Αποφοίτησε από την Ζαρίφειο Παιδαγωγική Ακαδημία Αλεξανδρούπολης και επί σειρά ετών δίδαξε στα παιδιά της ιδιαίτερης πατρίδας του. Παράλληλα μετεκπαιδεύτηκε στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών αποκομίζοντας σημαντικές γνώσεις. Εν συνεχεία συνέχισε το διδακτικό του έργο στο Διδυμότειχο, αλλά και αργότερα ως Επιθεωρητής Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης στην Ξάνθη, στα Τρίκαλα και στην Ημαθία.

Το 1963 ολοκλήρωσε την «Κοινωνιογραφική και λαογραφική μελέτη» με τίτλο «ΤΟ ΠΡΑΓΓΙΟΝ ΤΟΥ ΝΟΤΙΟΥ ΕΒΡΟΥ», η οποία εκδόθηκε το επόμενο έτος (1964) στην Αθήνα από την Εταιρεία Θρακικών Μελετών και περιέχεται στον 30ο Τόμο του Αρχείου Θρακικού Λαογραφικού και Γλωσσικού Θησαυρού.

Η μελέτη κυκλοφόρησε και ως αυτούσιο φυλλάδιο του Αρχείου Συγχρόνων Γεγονότων της Εταιρείας Θρακικών Μελετών με αριθμό αντιτύπου «123», όπου μέσα από τις 65 σελίδες της μας διασώθηκαν στοιχεία, γεγονότα, έθιμα και παραδόσεις του υπόψη χωρίου, αλλά και της ευρύτερης περιοχής του Διδυμοτείχου.

Στο Κεφάλαιο «Ιδιάζοντα Στοιχεία του Τόπου», μετά την περιγραφή του «Φυσικού Τοπίου», ακολουθεί η καταγραφή για τα «ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΜΑΤΑ», δηλαδή τα απομεινάρια της ιστορίας που παρέμεναν στην περιοχή του χωριού, τουλάχιστον μέχρι τη συγγραφή της μελέτης. Αναπτύσσοντας το θέμα, μεταξύ άλλων, ο αείμνηστος διδάσκαλος περιέγραφε:

«Κάθε τόσο έρχονται σε φως πολλά ιστορικά τεκμήρια, τα οποία δείχνουν ότι στη θέση του σημερινού Πραγγίου υπήρχε πανάρχαιος οικισμός. Τα τεκμήρια αυτά είναι ανάγκη να ελεγχθούν ακριβέστερα.

α) ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΚΑ ΚΑΙ ΟΜΗΡΙΚΑ. Εις πλείστα όσα σημεία του οικισμού έρχονται ολοένα σε φως, από διάφορες εκσκαφές των κατοίκων (ανόρυξη φρεατίων, θεμελίωση οικιών κλπ.), πανάρχαιοι τάφοι.

1. Οι τάφοι, που είναι λακκοειδής με επενδύσεις διακρίνονται σε 2 ή 3 κατηγορίες.

α) Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν λακκοειδής τάφοι, μήκους όσον και το μέσον φυσικόν ύψος μεγάλου ανθρώπου, πλάτους 60 εκατ. και ύψους 40 εκατ. περίπου. Εσωτερικά είναι επενδεδυμένοι με 5 συνήθως τετράπλευρες και πρόχειρα εξειργασμένες λίθινες πλάκες. Εξ αυτών οι 4 περικλείουν τον τάφο και η άλλη χρησιμεύει συνήθως ως κάλυμμα. Ενίοτε όμως (σπανιότερα) χρησιμεύει και ως πυθμένας του δευτέρου εν συνεχεία τάφου, κατασκευασμένου ομοιοτέχνως.

Κατά ζεύγη οι πλάκες είναι ισομεγέθεις, αλλά η κάτοψη του τάφου δείχνει ότι ο τάφος στενεύει προς το ένα άκρον και φαίνεται τραπεζοειδής. Οι πρωτόγονοι αυτοί τάφοι, έργα της λαϊκής τέχνης, έχουν αρχιτεκτονικήν ομοιότητα με τους λακκοειδής τάφους της προϊστορικής εποχής.

β) Στη δεύτερη κατηγορία ανήκουν τάφοι όμοιοι με τους παραπάνω με μόνη τη διαφορά ότι έχουν μικρότερες διαστάσεις, ιδία δε το μήκος κατά 20 – 30 εκ. μικρότερο. Οι τάφοι αυτοί, αν δεν ανήκουν σε παιδιά, ανήκουν σε μεταγενέστερη εποχή, την Ομηρική, κατά την οποία συνηθίζετο η καύση των νεκρών. Οι τάφοι είναι απλοί χωρίς επίστρωμα στον πυθμένα. Εδώ χρειάζεται ακόμη έρευνα για να διαπιστωθεί, αν περιέχουν ίχνη καύσεως.

γ) Στην τρίτη κατηγορία των λακκοειδών τάφων πρέπει να κατατάξουμε αποκαλυφθέντα εντός φυσικού γηλόφου λαρνακοειδή τάφο, λαξευμένο σε ασβεστολιθικό ογκόλιθο.

2. Τύμβοι. Πέραν των εγκατεσπαρμένων ανά τον οικισμό λακκοειδών τάφων, στους ανατολικούς αμπελώνες του χωριού, υπάρχει τύμβος, όμοιος με εκείνους που ο A. J. BACE κατατάσσει εις τους τύμβους (χώματα – τάφοι) τύπου Α. Ο τύμβος ομοιάζει με μικρόν κωνικόν γήλοφον. Έχει κυκλικήν περίμετρον βάσεως. Οι γήλοφοι αυτοί, κατά τον A. J. BACE, περικλείουν τάφους ιστορικής περιόδου. Αλλά τον λόγον εδώ έχει η σκαπάνη.

β) ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ ΤΕΚΜΗΡΙΑ

1. ΕΝΕΠΙΓΡΑΦΟΣ ΠΛΑΚΑ. Το σπουδαιότερο ιστορικό τεκμήριο της βυζαντινής περιόδου είναι η ενεπίγραφος από λευκό μάρμαρο επιτάφιος πλάκα κάποιου μοναχού; ονόματι ΔΙΟΓΕΝΗΣ Ο ΛΑΜΠΡΟς (= Διογένης ο Λαμπρός). Η πλάκα βρέθηκε στους ανατολικούς αμπελώνες, σε μικρή απόσταση από τον τύμβο, από τον κτηματία Β. Βενέτη. Η πλάκα βρισκόταν οριζόντια πάνω στον τάφο. Τι περιείχε ο τάφος αυτός δεν κατέστη δυνατόν εκ των υστέρων να εξακριβωθεί. Ολόκληρη η επιγραφή έχει ως εξής:

+ΕΝΘΑΔΕ ΚΑΤΑΚΙΤΕ

ΔΙΟΓΕΝΗΣ Ο ΛΑΜΠΡς ΚΟΜ

Ο CEΜΝΟC TON BION

ΠΟΛΙΤΕΥCΑΜΕΝΟC

ΤΕΛΙΩΘΗC Μ ΙΟΥΛΙΟΥ

ΚΔς ΙΝΔΙΚς Ζ ΥΠΑΤΙΑΣ

ΙΩΑΝΝΟΥ ΛΑΜΠΡς +

Η γραφή ανήκει στη μεταβατική περίοδο. Το μαρμάρινο ενεπίγραφο κάλυμμα του τάφου προδίδει την σπουδαιότητα του ταφέντος νεκρού. Γύρω στον τάφο υπάρχει σωρός μεγάλος από υλικό παλιάς οικοδομής (πέτρες – κεραμίδια). Κανείς δε θυμάται το παλιό αυτό κτίσμα, ούτε η παράδοσις το φέρνει σα μοναστήρι. Λέγεται μόνο ότι, κατά το 1912 και 1920 – 1922 Βουλγαρικός και Ελληνικός στρατός διαδοχικά χρησιμοποίησε πρόχειρα τις πέτρες για υπόγειο καταυλισμό. Τίποτε άλλο.

2. ΤΟ «ΕΠΑΝΩΚΚΛΗΣΙ». Άλλο βυζαντινό κτίσμα θεωρείται το έξω του χωριού πεσμένο εκκλησάκι, σε απόσταση ενός χιλιομ. στο βόρειο μέρος. Σήμερα όλη η γύρω περιοχή φέρει το όνομα «επανωκκλήσι». Σώζονται μόνο τα θεμέλια του ναϋδρίου. Το υλικό της οικοδομής προδίδει στερεότητα και μακροζωία στο «επανωκκλήσι», το οποίο φαίνεται να ελειτουργείτο μέχρι των αρχών του 19ου αιώνα, όπως δείχνουν σωζόμενα παλιά βαφτιστικά. Έκτοτε έπαψαν οι ψαλμωδίες, χάθηκε κι η μορφή του! Η σημερινή εκκλησία, βασιλικού ρυθμού είναι κτισμένη από το 1859.

2. ΤΟ «ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ». Στενόμακρος φυσικός γήλοφος δίπλα στα παλιά νεκροταφεία, παρά τη Σ.Σ. έφερε το όνομα «Μοναστήρι» και το φέρνει και σήμερα ακόμη, που ο γήλοφος έχει ισοπεδωθεί. Προ 20 ετών ανευρίσκονταν απομεινάρια κάποιου παλιού κτίσματος, χωρίς να το θυμάται κανένας. Το «Μοναστήρι» εχρησίμευε ως ιερός τόπος για την ταφή των θνησκόντων ιερέων του χωριού. Κατά την ισοπέδωση αποκαλύπτονταν συνεχώς τάφοι λακκοειδείς με επένδυση από λίθινες πλάκες. Εδώ βρέθηκε και ο λαρνακοειδής τάφος.»

ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ-ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ

Ξεκινώντας το σύντομο σχολιασμό επί της μελέτης, γεννάται η απορία γιατί αναφέρεται το Πραγγί ως χωριό του Νοτίου Έβρου. Αρχικά θα πρέπει να δούμε πως στο χειρόγραφο κείμενο αναφέρεται ως «ΠΡΑΓΓΙ-ΈΒΡΟΥ». Αν εννοήσουμε ότι το θέμα του τίτλου δεν αφορά (βεβαίως) στον σύγχρονο διοικητικό ορισμό του Νομού Έβρου σε Βόρειο και Νότιο τμήμα. Δύο εξηγήσεις μπορούν να δοθούν στο θέμα αυτό:

1. Η πρώτη εκδοχή και μάλλον αυθαίρετη, οδηγεί στην περίπτωση του τυπογραφικού λάθους, καθώς στο εσώφυλλο ο τίτλος αναγράφεται ως «Το Πραγγίον του Ν.Έβρου», όπου το «Ν.Έβρου» ενδεχομένως παραπέμπει ότι πρόκειται για χωριό του «Νομού Έβρου». Έτσι ο τίτλο μπορεί να αποδόθηκε εσφαλμένα από το τυπογραφείο στο εξώφυλλο, ως χωριό του «Νοτίου Έβρου».

2. Η δεύτερη και ίσως πιθανότερη εκδοχή, αφορά στην γενική εξέταση της Θράκης ως ενιαίας ιστορικής οντότητας, την οποία περιρρέει ο μεγάλος ποταμός Έβρος σχηματίζοντας δύο κύριες γεωγραφικές ενότητες, με ανάλογες κατευθύνσεις των υδάτων του. Τον Βόρειο Έβρο στην περιοχή της Ανατολικής Ρωμυλίας (σημ. Βουλγαρία), με κατεύθυνση ροής από δυτικά προς ανατολικά και το Νότιο Έβρο όπου τα νερά του ποταμού κατευθύνονται από Βορρά προς Νότο και το μεγαλύτερο μήκος του αποτελεί σύνορο Ελλάδας – Τουρκίας. Με αυτή την έννοια μπορούμε να πούμε ότι το σύνολο των οικισμού του σημερινού Νομού Έβρου, ανήκουν στην περιοχή του Νοτίου Έβρου.

Η καταγραφή και οι λεπτομέρειες των ευρημάτων φανερώνουν το ενδιαφέρον του Χρήστου Γιαννόπουλου για τη διάσωση, αλλά και την παρότρυνση για περαιτέρω έρευνα. Οι μετρήσεις επί των σωζόμενων τάφων ή τύμβων και η προσπάθεια χρονολόγησής τους παρουσιάζουν τη μεθοδικότητα που ακολούθησε για την εργασία του, η οποία μάλλον θα ήταν πολυετής.

Ίσως το σημαντικότερο στοιχείο που αντλούμε από την καταγραφή του Χρ.Γιαννόπουλου, είναι αυτή που αφορά στην ενεπίγραφη επιτύμβια πλάκα, η οποία βρέθηκε στην περιοχή των αμπελώνων, ανατολικά του Πραγγίου σε μικρή απόσταση από υπάρχον τύμβο. Μας διασώζει επίσης το όνομα του κτηματία (Β. Βενέτη) που βρήκε την πλάκα, αλλά και τη θέση που βρέθηκε (οριζόντια πάνω στον τάφο), την οποία πιθανόν να είδε «ιδίοις όμμασι».

Όπως αναγράφει ο Χρ.Γιαννόπουλος: «Το μαρμάρινο ενεπίγραφο κάλυμμα του τάφου προδίδει την σπουδαιότητα του ταφέντος νεκρού». Αν και αρχικά η εκτίμησή του ήταν πως επρόκειτο για Μοναχό, ενδεχομένως οδηγούμενος στο συμπέρασμα από τους εγχάρακτους σταυρούς επί της πλάκας. Παρακάτω θα δούμε τελικά ότι, ο νεκρός (Διογένης) πιθανώς ταυτίζεται με σημαίνον πρόσωπο του β΄ μισού του 5ου μ.Χ. αιώνα, στρατιωτικό Κόμη και ευεργέτη πολλών ελληνικών πόλεων.

Στο έργο των Μεϊμάρη Ι. – Μπακιρτζή Χ. («Ελληνικές επιγραφές υστερορωμαϊκών και παλαιοχριστιανικών χρόνων από τη Δυτική Θράκη», Κομοτηνή 1994), αναφέρεται πως η υπόψη πλάκα ίσως προέρχεται από την Πλωτινόπολη του Διδυμοτείχου, ενδεχόμενο που δεν μπορεί να αποκλεισθεί.

Σύμφωνα με τον αρχαιολόγο Iωάννη Θρεψιάδη («Άνασκαφαι έν Μεγάροις»,  Πρακτικά της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας 1936) ανευρέθηκε επιγραφή στα Μέγαρα Αττικής σύμφωνα με την οποία ο Κόμης Διογένης ευεργέτησε την πόλη και με προσωπική του δαπάνη επισκεύασε τους πύργους και ανανέωσε το δημόσιο λουτρό της. Η επιγραφή αναφέρει μεταξύ άλλων: «Έργον και τούτο του μεγαλοπρεπεστάτου Κόμητος Διογένους, του παίδος Αρχελάου … τους Έλληνας ευεργετείν, ανανεούν τε τας πόλεις.»

Ο ίδιος (Κόμης Διογένης) ήταν συγγενής της Αριάδνης, συζύγου του αυτοκράτορα Αναστασίου Α΄ και κατά τον ιστορικό Θεοφάνη (Χρονογραφία Θεοφάνους, Τόμος Α΄), εστάλη εναντίον των Ισαύρων κατά την εξέγερσή του, η οποία που διήρκεσε συνολικά επί επτά χρόνια (491-498 μ.Χ.).

Συγκεκριμένα το 493/494 μ.Χ. ο Διογένης κατέλαβε την Κλαυδιούπολη της Κιλικίας, όπου στη συνέχεια πολιορκήθηκε από τους Ισαύρους που είχαν επικεφαλή τον Κόνωνα, πρώην επίσκοπο Απαμείας. Για την υποστήριξή του αφίχθηκε στην περιοχή ο Στρατηγός Ιωάννης ο Κυρτός, ο οποίος πέρασε τα στενά της οροσειράς του Ταύρου και αιφνιδίως εξολόθρευσε τις φρουρές, ενώ ο Διογένης πραγματοποίησε έξοδο εφόδου. Η νίκη των Ρωμαίων θεωρήθηκε εξαιρετικά σημαντική, αφενός λόγω της επικράτησης τους στη μάχη και αφετέρου του ότι ο επικεφαλής των Ισαύρων, Κόνων τραυματίσθηκε και μετ’ ολίγου έχασε τη ζωή του.

Επιστρέφοντας στην ενεπίγραφη πλάκα, το όνομα του νεκρού αναγράφεται ως «ΔΙΟΓΕΝΗΣ Ο ΛΑΜΠΡ(ότατο)ς ΚΟΜ(ης)» και η ημερομηνία θανάτου του, η 24η (ΚΔ) Ιουλίου του έτους 499 μ.Χ. Στο τέλος της επιγραφής η αναγραφή «ΥΠΑΤΙΑΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ΛΑΜΠΡ(οτάτου)», αποτελεί επιβεβαίωση της ορθής χρονολόγησης, καθώς το έτος 498 ο Ιωάννης ο Σκύθης ανεδείχθη Ύπατος, ενώ το επόμενο έτος (499) ανέλαβε Ύπατος ο Ιωάννης ο Κυρτός, πρώην συμπολεμιστής του νεκρού Κόμη Διογένη, στην Κλαυδιούπολη.

Χρονολογικά τα γεγονότα συνάδουν με το παραπάνω ιστορικό πρόσωπο, έναν στρατιωτικό αξιωματούχο και συγγενή της αυτοκράτειρας. Το εύρημα από την περιοχή του Πραγγίου Διδυμοτείχου, εφόσον αφορά τον συγκεκριμένο Κόμη Διογένη, μία ιστορική μορφή του 5ου μ.Χ. αιώνα, προσδίδει στον τόπο ιδιαίτερη αξία, αλλά αποτελεί και επιπλέον έναυσμα για μελέτη και έρευνα.

Τα άλλα σημεία που απαιτούν την ερευνητική σκαπάνη, σύμφωνα με τον αείμνηστο διδάσκαλο αναφέρονται ως «ΕΠΑΝΩΚΚΛΗΣΙ» και «ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ» που από την ονομασία και μόνο μαρτυρούν τη θρησκευτική δραστηριότητα της περιοχής τουλάχιστον κατά τη μεταβυζαντινή περίοδο και πιθανόν παλαιότερα.

Εξίσου σημαντικό το στοιχείο πως μέχρι των αρχών του 19ου αιώνα λειτουργούσε και τελούνταν τα Ιερά Μυστήρια (βαπτίσεις) στο «Επανωκκλήσι», όπως μαρτυρούσαν παλιά βαφτιστικά. Η παύση της λειτουργίας του εν λόγω Ναού, είναι δυνατόν να συνδέεται με τις σφαγές και καταστροφές που συνετελέστηκαν από τους Τούρκους το 1821, ως αντίποινα για την Ελληνική Επανάσταση. Ανάλογες καταστροφές διαπράχθηκαν σε χωριά της γύρω περιοχής, αλλά και εντός του Κάστρου του Διδυμοτείχου.

Τέλος το τοπωνύμιο «Μοναστήρι», μόνο ως τυχαίο δεν μπορεί να ληφθεί. Η ταφική χρήση τα επόμενα χρόνια για τους κληρικούς του χωριού φανερώνει τη συνέχεια του ως «Ιερού χώρου» που δεν έσβησε από τη μνήμη των κατοίκων.

Το έργο του αείμνηστου διδάσκαλου Χρήστου Γιαννόπουλου μας αποκαλύπτεται ως θησαυρός, που όσο τον ξεσκονίζουμε τόσο αυτός λάμπει. Συνεχίζουμε λοιπόν τη μελέτη με την ελπίδα κι άλλων αποκαλύψεων.

Ευάγγελος Σ. Σοβαράς (Καστροπολίτης)