Home / Πολιτικη / Δημοψηφίσματα κατά συνταγματικών πραξικοπημάτων

Δημοψηφίσματα κατά συνταγματικών πραξικοπημάτων

Πραξικόπημα δεν υπάρχει μόνον όταν κατεβάζει κάποιος τα Τανκς στην Βουλή, αλλά και όταν χρησιμοποιεί την Βουλή, για να παρακάμψει την βούληση του Ελληνικού Λαού 

Η έννοια του πραξικοπήματος είναι συνδεδεμένη στο μυαλό μας με μια ομάδα ανθρώπων, συνήθως στρατιωτικών, που καταλαμβάνουν αυθαίρετα την εξουσία, χωρίς δηλ. να έχουν εξουσιοδοτηθεί για αυτό από τον Λαό.

Πραξικόπημα όμως δεν υπάρχει μόνον όταν κατεβάζει κάποιος τα τανκς μπροστά στη Βουλή, αλλά και όταν χρησιμοποιεί την Βουλή για να παρακάμψει την βούληση του Λαού, που βρίσκεται σε ολοφάνερη δυσαρμονία προς την εντολή που του έδωσε ο ίδιος ο Λαός.

Για την αποτροπή τέτοιων «συνταγματικών πραξικοπημάτων» προβλέφτηκε στο άρ. 44 παρ. 2 του Συντάγματος ο θεσμός του Δημοψηφίσματος, που προκηρύσσεται για κρίσιμα εθνικά ζητήματα από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ύστερα από απόφαση της απόλυτης πλειοψηφίας του όλου αριθμού των βουλευτών, η όποια λαμβάνεται με πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου.

Από την διάταξη αυτή του Συντάγματος προκύπτει ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει δεσμία εξουσία στο ζήτημα τής διενέργειας Δημοψηφίσματος, όσο σπουδαίο κι αν είναι τοεθνικό θέμα που επιβάλλει την διεξαγωγή του.

Πρέπει δηλαδή αποφασίσει γι’ αυτό η Βουλή, εάν το ζητήσει η Κυβέρνηση.

Η τελευταία δεν είναι υποχρεωμένη να το πράξει, αφού ο συντακτικός νομοθέτης αφίεται στην διακριτική της ευχέρεια.

Η συγκεκριμένη ρύθμιση αποτυπώνει τις αρνητικές κοινοβουλευτικές εμπειρίες από την κατάχρηση της βασιλικής εξουσίας το 1965, που οδήγησε στην δικτατορία του 1967.

Έτσι, μόλις αποκαταστάθηκε η Δημοκρατία το 1974, φοβούμενοι οι συντάκτες του Συντάγματος του 1975 την επανάληψη του φαινομένου, στο Νέο Πολίτευμα της Προεδρευομένης Δημοκρατίας που διαμορφώθηκε μετά την κατάργηση της Βασιλείας, αφαίρεσαν όλες τις ουσιαστικές αρμοδιότητες που είχε παλιότερα ο Ανώτατος Αρχών και έφτιαξαν έναΠρόεδρο της Δημοκρατίας απλό διακοσμητικό στοιχείο του Πολιτεύματος.

Ένα Πρόεδρο τωναποφάσεων της Βουλής και της Κυβέρνησης. Απλό θεατή των γεγονότων, χωρίς καμμία δυνατότητα παρέμβασης σε αυτά.

Σεακραίες περιπτώσεις εάν θέλει νααποτρέψει την δημιουργία επικίνδυνων καταστάσεων για την χώρα, μοναδική διέξοδος που τουαπομένει είναι η παραίτηση από τοαξίωμά του, ώστε να δώσει την λύση έμμεσα ο Λαός με τις εκλογές που θα γίνουν για την ανάδειξη νέου Προέδρου της Δημοκρατίας, έφ’ όσον βέβαια έχει αποτύχει προηγουμένως ηαπόπειρα εκλογής του από την υπάρ- χουσα Βουλή.

Γίνεται έτσι φανερό ότι το Σύνταγμά μας έχει λάβει όλα τα μέτρα για νααποτρέψει «συνταγματικά πραξικοπήματα» εκ μέρους του Ανωτάτου Άρχοντα, όπως ήσαν τα «Ιουλιανά» του 1965.

Ουδέν όμως προνοεί για τηναποτροπή τέτοιων πραξικοπημάτων εκ μέρους της Κυβέρνησης, που είναι πολύ πιθανά, όταν η Κυβέρνηση έχει ανέλθει στην εξουσία μεαπατηλές υποσχέσεις, οπότε επικαλούμενη την εντολή που της έδωσαν οι κάλπες προβαίνει σεενέργειες, τις οποίεςαποδοκιμάζει ο Λαός.

Δεν τοείδαμε αυτό το 2010, όταν η τότε Κυβέρνηση είχε αναρριχηθεί στην εξουσία με την ψευδή διαβεβαίωση τού Λαού ότι «λεφτά υπάρχουν».

Και τί έκανε όταν πια κρατούσε στα χέρια της το «πηδάλιο» του κυβερνητικού «σκάφους»; Αντί να λύσει τα οικονομικά προβλήματα των Ελλήνων με αυτά τα «λεφτά», εφ’ όσον γνώριζε προφανώς που ήσαν, πέρασε στον «λαιμό» του Λαού με περισσή αναλγησία τις θηλιές των «μνημονίων»;

Τυπικά η κυβέρνηση είχε την λαϊκή νομιμοποίηση για αυτά που έκανε. Ουσιαστικά όμως την είχε χάσει, έφ’ όσον ο Λαός αντιστεκόταν μαζικά στα «μνημόνια» με το «κίνημα των αγανακτισμένων» πολιτών που ήσαν καθημερινά στους δρόμους και στις πλατείες διαμαρτυρόμενοι για τα τεκταινόμενα ερήμην του λαού.

Δεν έπρεπε η Κυβέρνηση, εάν πραγματικά σεβόταν τον Λαό, να προκαλέσει την διενέργεια Δημοψηφίσματος, για νααποφανθεί αυτός ως πηγή όλων των εξουσιών πως ήθελε να λυθεί η οικονομική κρίση που δημιούργησαν οι προηγούμενες Κυβερνήσεις;

Μέσα από το «κίνημα των αγανακτισμένων» προέκυψε ή παρούσα Κυβέρνηση, η οποία επίσης ανήλθε στην εξουσία με την ψευδή υπόσχεση στον Λαό ότι θα «σχίσει» τα «μνημόνια».

Και τί κάνει αντί για αυτό; «Σχίζει» την εθνική και πολιτισμική ταυτότητα τού Ελληνικού Λαού. Δεν έχει στεγνώσει ακόμη το μελάνι της Συμφωνίας των Πρεσπών, με την όποια πωλήθηκε η Μακεδονία στους Σκοπιανούς χωρίς να ζητηθεί η γνώμη του Λαού, που ήταν και πάλι συνεχώς μαζικά στους δρόμους και στις πλατείες διαμαρτυρόμενος για την σχετική πώληση.

Τι έπρεπε να κάνει η Κυβέρνηση, όταν μάλιστα «ανδρώθηκε» ως πολιτική δύναμη εξουσίας μέσα από τα συλλαλητήρια;

Δεν έπρεπε να ζητήσει την έγκριση του Λαού για την πώληση που σχεδίαζε να πραγματοποιήσει;

Μία τέτοια πώληση δεν θα την αποτολμούσε χωρίς προηγούμενη διενέργεια Δημοψηφίσματος, ούτε μία αυτοδύναμη Κυβέρνηση η Κυβέρνηση ισχυρής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.

Και όμως την πραγματοποίησε μια «αριστερή» Κυβέρνηση, ηοποία μάλιστα αυτή την στιγμή ούτε την δεδηλωμένη εμπιστοσύνη της Βουλής διαθέτει, έφ’ όσον ο κυβερνητικός της εταίρος που την «αιμοδοτεί» με την απαραίτητη κοινοβουλευτική δύναμη για να κρατηθεί στην εξουσία, έχει κατ’ επανάληψη δηλώσει ότι είναι αντίθετος στη σχετική συμφωνία και θα την καταψηφίσει όταν έλθει στη Βουλή προς επικύρωση.

Ήταν, λέει, ένα θέμα που παρέμενε άλυτο 27 χρόνια και παρουσιάζετο η ευκαιρία να λυθεί οριστικά.

Τί σημαίνει όμως αυτό; Ποιό είναι το νόημα της «ευκαιρίας»; Να δώσεις στους «πειρατές» την «λεία» που διεκδικούσαν τόσα χρόνια με την «πειρατεία», μόνο και μόνο για να μή σε βαραίνει ηεκκρεμότητα 27 χρόνων μαζί τους;

Για «ευκαιρία» μπορεί να γίνει λόγος σε αυτές τις περιπτώσεις, όταν οι «πειρατές» υπαναχωρούν έμπρακτα από την «πειρατεία» και ζητούν διάλογο μαζί σου για να διαμορφωθούν σχέσεις καλής γειτονίας και συνεργασίας.

Αλλιώς, είναι προτιμότερο να διαιωνίζεται ηαντιδικία με τους «πειρατές», η οποία σουεπιτρέπει τουλάχιστον ναυπερασπίζεσαι με αξιοπρέπεια εκείνο που θέλεις να διαφυλάξεις και πάντως δεν σα «στιγματίζει» ποτέ με την ντροπή ότι νομιμοποίησες κάποια στιγμή την «πειρατεία».

Αυτή η ντροπή «στιγματίζει» τώρα την Κυβέρνηση του κ. Τσίπρα, αφού έδωσε στους Σκοπιανούς «πειρατές» εκείνο που διεκδικούσαν τόσα χρόνια: την Μακεδονία, την πιο ένδοξη περιοχή της πατρίδος μας. Και μάλιστα παρά την σθεναρή αντίσταση του Ελληνικού Λαού.

Η σχετική ντροπή μπορεί να μετριασθεί -όχι ναεξαλειφθεί- με την όψιμη διενέργεια Δημοψηφίσματος, τοοποίο προς αποφυγή πρόσθετων δαπανών πρέπει να γίνει μαζί με τις επόμενες εκλογές, ώστε νααποφανθείο Λαός εάν εγκρίνει ή όχι την συμφωνία των Πρεσπών.

Διαφορετικά η παράκαμψη του Λαού στην πώληση της Μακεδονίας από μια Κυβέρνηση που ενεργεί εξ ονόματός του, κατά τρόπο όμως αντίθετο στην ολοφάνερη βούλησή του, θα προσθέσει ένα ακόμη «συνταγματικό πραξικόπημα» στην μεταπολιτευτική κοινοβουλευτική περίοδο της χώρας.

Ο δε κ. Τσίπρας, μιας και πιστεύει ότι με αυτά που κάνει θα τον γράψει η ιστορία, ας είναι βέβαιος ότι άσχετα από τις άλλες αξιολογήσεις που θα κάνει για αυτόν η τελευταία θα τον καταχωρίσει πάντως στις δέλτους της ως τον μοναδικό Πρωθυπουργό της Ελλάδος, ο οποίος κατέστησε την έννοια του Δημοψηφίσματος συνώνυμο της «φάρσας» ή της αλλεργίας απέναντι σε αυτόν τον κατ’ εξοχήν δημοκρατικό θεσμό.

Αλέξανδρος Π. Κωστάρας

Ομότιμος Καθηγητής

Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Θράκης