Home / Κοινωνια / ΑΛΕΞ/ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΣΠΡΙΝΤ

ΑΛΕΞ/ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΣΠΡΙΝΤ

Όταν, το περασμένο καλοκαίρι, αναζητούσα ένα πρωινό  το αλουμινάδικο του συμπέθερού μου μαστορο-Δημήτρη, στον κατσιβελόδρομο της οδού Άβαντος, με  σκοπό κάτι μικροκατασκευές που είχα παραγγείλει τηλεφωνικά και τις αργούσε χαρακτηριστικά, μοιραία αναπόλεσα το χρόνια τα παλιά, τότε της αρχής δεκαετίας του 1960, όταν μαθητές-Γυμνασιόπαιδες, κάναμε την περιβόητη «Μπουρδελότσαρκα» σημειολογική αναφορά βόλτας της μαθητιώσας νεολαίας  της εποχής εκείνης.

Μετά από τόσα χρόνια αναθυμήθηκα σχεδόν νοσταλγικά το σκηνικό του αμαρτωλού-διακριτικού αυτού δρόμου.

Εδώ, στην αρχή του χωματόδρομου, περνώντας το σιδηροδρομικό πασάζο και δεξιά στις παρυφές των γραμμών, υπήρχε το μεγαλομάγαζο-καφέ, κάπoιοι ονόματι Μπαρντζαλή που έπειτα μετατράπηκε σε βιντεοκλάμπ, όταν άρχισε η εποχή της VIDEO-κασέτας και της τηλελατρίας της τουρκάλας σταρ ΧΟΥΛΙΑΣ και της πολεμικής υστερίας του καράτε με τον επίσης πασίγνωστο ΜΠΡΟΥΣ-ΛΙ.

Δουλειές με φούντα έκανε ο Μπαρντζαλής με τον αφηνιασμένο κατσιβελόκοσμο.

Θυμήθηκα ακόμα μετά το κατάκλειστο πιο πέρα μαγαζί, ότι υπήρχε μια παραγωνιακή παράγκα, μπακιρτζίδικο-γανωτήριο που το δούλευε έξω χειμώνα, καλοκαίρι ένας σωματώδης ρωμιοκατσίβελος φτυστός ο Ομάρ-Σαρίφ του σινεμά.

Ακόμα πιο κάτω, στ’ αριστερά του δρόμου, σε κοντινή απόσταση από τα «μπουρδέλα» υπήρχε ένα κατασκεύασμα, τύπου περιπτέρου, χαμηλής στέγασης, που εκτός από τσιγάρα και ζαχαρώδη, ήταν φορτωμένο στις όψεις γύρω, με ναργιλέδες κρεμαστούς, πορτατίφ, πανέρια και ποτούρια τουρκικής βράκας για την γυναικεία πελατεία του μαχαλά.

Αργότερα, αυτό το περίεργο κατασκεύασμα, πήρε την μορφή κανονικού περιπτέρου, υπενοικιαζόμενο από γνωστό ποδοσφαιριστή του ΕΘΝΙΚΟΥ, του σχωρεμένου Φιλιούδη Γιάννη που έκανε χρυσές δουλειές, προμηθεύοντας σε ποσότητες προφυλακτικά στα εγγύς μπουρδέλα ένεκα του Νομοθετήματος προστασίας υγιεινής των πολιτών για την χρήση τους.

Καταργώντας ο Νόμος της μέχρι τότε αυτούσιας σεξουαλικής επαφής των πελατών με τις εκδιδόμενες ιέρειες της Αφροδίτης.

Τα πάντα όπως τα είδα τώρα, έχουν μεταμορφωθεί, ο χρόνος τα σάρωσε όλα.

Χάθηκε ακόμα ο τούρκικος αμανές που σκορπούσε σε διαπασών φωνητικών ντισιμέλ μέχρι τέρμα Άβαντος,  το πολίτικο γραμμόφωνο VOICE-ISTAMPUL του γνωστού τότε παϊτοντζή ΣΑΜΠΡΗ έξω από το κεντρικό κονάκι του της οδού, με το γραφικό χωνί υπερυψωμένο και αιωρούμενο πάνω στο πλατάνι του σπιτιού του. (Ρε τι θυμάμαι ο άτιμος).

Μόνο τα μπουρδέλα θα μείνουν ακλόνητα στο χρόνο, όπως μου το ‘χε επισημάνει ο κολλητός μου συμμαθητής Κολούρας, τότε που βολτάραμε βραδάκια την «Μπουρδελότσαρκα» στην Άβαντος.

Εβδόμη τάξη Γυμνασίου είμασταν -θυμήθηκα τώρα καλά – όταν έξω από το πρώτο μπουρδέλο ένα σούρουπο, διεξήχθη ο εξής διάλογος μεταξύ μας:

– Μπορεί να μην έχουν τα σπίτια αυτά την αμαρτία που της προσδίδουν» νομίζω λέει ο κολλητός μου.

– «Δεν είναι αυτό που νομίζεις!» του αντέτεινα. «Κατ’ αρχήν, δεν λέγονται μπουρδέλα αλλά μπουρντέλα».

– «Που το ξέρεις;»

  «Το έχω διαβάσει».

«Δεύτερον και κυριότερον, τα μπορντέλα στην είσοδό τους πρέπει να έχουν κόκκινο φωτάκι για να ξεχωρίζουν από τ’ άλλα κανονικά σπίτια».

– «Και αυτό  το έχεις διαβάσει; Μπαίνουμε μέσα και βλέπουμε αν είναι μπουρδέλο ή όχι!».

Δεν το τολμήσαμε.

Τη στήσαμε όμως για καμιά ώρα σαν χαφιέδες έξω στη γωνία.

Άντρες κάθε ηλικίας Αλεξ-πολίτες, μπαινόβγαιναν κατά διαστήματα μουλωχτοί, με σκυφτό κεφάλι, μερικοί φαντάροι ξεσκούφωτοι και ένας-δυο μεθυσμένα αλάνια της πιάτσας των καραγωγέων και αχθοφόρων του λιμανιού και του σιδηρ. Σταθμού, ανέβαιναν τα σκαλιά του μπουρδέλου με πεποίθηση συχνής επισκέψεως πελάτη γνώριμου.

Παρατηρώντας αρκετή ώρα αυτό το σκηνικό «έλα να πάμε κι εμείς!» μου είπε ο κολλητός μου φίλος.

Ούτε εκείνος όμως έβρισκε το θάρρος ν’ ανέβουμε τα δυο-τρία σκαλάκια της εισόδου.

Το ηρωικό της ΠΡΩΤΙΑΣ ήταν πέραν για πέραν ανασταλτικό της απόφασής μας.

Από τότε, κάθε φορά που επιχειρούσαμε μπουρδελότσαρκα ρίχναμε πάντα ένα λαίμαργο βλέμμα προς τις πόρτες των μπουρδέλων και φανταζόμασταν πίσω τους πράγματα και θάματα.

Έπρεπε να περάσει ακόμα ένας χρόνος, φθάνοντας στην ηλικία των 18 ετών, τελειόφοιτοι Γυμνασίου, ολοκληρωμένοι μαντράχαλοι πια, για την απόπειρα της πρώτης εμπειρίας που υπήρξε οικτρά απομυθοποιητική, για αυτό και έμεινε ανολοκλήρωτη.

Τώρα πλέον, όχι ως παρατηρητές απ’ έξω, αλλά αποφασισμένοι εισβολείς, με περίσσια τόλμη και παληκαριά.

Σίγουρα ήταν η αδηφάγα περιέργειά μας, παρά η λίμπιντο της πρωτιάς.

Είχαμε εξάλλου πληροφορίες και από σχετικές συζητήσεις που κάναμε μ’ άλλους συμμαθητές μας που είχανε τολμήσει πολύ πιο μπροστά την «ΕΠΕΛΑΣΗ ΤΟΥΣ» στα σπίτια αυτά και το δέσαμε κι εμείς αποκούμπι.

Μας έλεγαν χαρακτηριστικά ότι κυριαρχούσε μέσα στους χώρους αυτούς η αθέατη όψη της εντελώς Νόμιμης επαγγελματικής διεκπεραίωσης εξυπηρέτησης.

Έτσι, στα μισοσκότεινα σαλονάκια, τους χώρους αναμονής των πελατών, εμφανιζότανε κατά καιρούς Αριστοφανικές πράγματι κοπέλες (άντε πουτάνες επί τω χυδαϊστί) με ομορφιά, σωματότυπους λαχταριστούς και NEA ελκυστικότητα, δηλαδή, αξιοπρόσεκτη. παρακάτω δεν λέω να μην με πείτε και έκφυλο.

Μια τέτοια παρουσία, εντελώς ξεχωριστή την είχε εκείνη την εποχή, η με το όνομα ΕΦΗ, ωραία κουκλάρα ψηλή και περιποιημένη.

Ως εκ τούτου είχε και τη περισσότερη πελατεία.

Υπήρχε ακόμα μια κοπελιά που αναφερότανε «η ΓΕΡΜΑΝΙΔΑ». Ανταγωνιστικά στο απέναντι μπουρδέλο, απ’ αυτό της Έφης.

Με πάλευκη επιδερμίδα, γαλάζια μάτια, ξανθιά με ροδακινί μάγουλα και σπασμένα Ελληνικά του σειρμού.

Και άλλες επιλογές υπήρχαν βέβαια, όπως μία λεπτή καλλίγραμμη και σβέλτη στην οριζοντίωση με την επωνυμία το «ΧΑΝΟΥΜΑΚΙ» με άγνωστη υπηκοότητα και ιθαγένεια.

Μια άλλη, στο τρίτο κατά σειρά μπουρδέλο, ονόματι ΜΑΙΡΗ, καλή επαγγελματίας, ομορφούλα, πλην μπαγιάτικη με φωνή που θύμιζε χαλίκια, που ανακατεύονταν σε μίξερ.

Τέλος στην απαρίθμηση, ήτανε και η περιβόητη εκείνη τη χρονιά «ΚΑΛΛΙΡΡΟΗ».

Γυναίκα φαινομενικά ταλαιπωρημένη στην όψη, άσαρκη σχεδόν σκελετωμένη αλλά αρκούντως ευγενική στους τρόπους της υποδοχής.

Λέγανε τα κουτσομπολιά ότι ήταν πολύ θρησκόληπτη ασχέτως αν λόγω επαγγέλματος, έκρυβε την πίστη στο μπούστο της και την αμαρτία κάτω από το φουστάνι της.

Πολλοί πελάτες κατέφευγαν σ’ αυτήν για λόγους τονωτικούς για την έλλειψή τους σε λίμπιντο και αγχώδους τρακ.

Αλλά, ας αρχίσω με μια μικρή τοποθέτηση της στιγμής για να δούμε το ξεκίνημα της προσωπικής αφήγησης και να βεβαιωθεί το «ΣΠΡΙΝΤ» της επιφυλλίδας του κομματιού αυτού.

Απόγευμα, λοιπόν, ήτανε κάποιας ανοιξιάτικης μέρας όταν επιτέλους, αποφασίσαμε με τον συμμαθητή μου να ρισκάρουμε την είσοδο στο μπουρδέλο της ΕΦΗΣ.

Ξεκινήσαμε με πρώτο εμένα και ακολουθούσε ο κολλητός μου φίλος Κολούρας με έκδηλη επιφυλακτικότητα.

Με το έμπα μας στο σαλονάκι (προχώλ-διάδρομο) του μπουρδέλου, λεμφατικά φωτισμένο με κόκκινο παλ χρωματισμό, δίπλα στην κάμαρα, στη πόρτα απ’ έξω καθότανε σε σκαμνάκι πάνω, ξεφυλλίζοντας το περιοδικό «Ρομάντζο» μια γριέντζω, με μαλλί λουλακί και μούρη τίγκα σε ντουκόχρωμα, γατομούστακη, μουστόγρια, σωστό φρικιό, πάνω από 80 χρονών σίγουρα, ένα υποκατάστατο γυναίκας, μια αηδία πλάσματος.

Για μια στιγμή που την πρωτοείδαμε νιώσαμε σαν να καθόμασταν σε πολύφωτο ταβανιού στη διάρκεια ενός σεισμού. Τέτοια ταραχή και σαστιμάρα στην πρώτη μας επίσκεψή μας σε μπουρδέλο. Πλήρης Άγνοια.

Μια «τσατσά» «μία μαντάμ» σιχαμερού σε εμφάνιση γεροντικού είδους, που αν την έβλεπε αστύατρος μέσα σε ζαχαροπλαστείο, θα πήγαινε μέσα τον ζαχαροπλάστη.

Τα καθήκοντά της και η δουλειά της ήτανε όπως μας είχανε πληροφορήσει σχετικά πιο πριν οι «γνώστες» φίλοι και συμμαθητές μας, το άδειασμα της λεκάνης, το απαραίτητο φαρμακευτικό «Υπερμαγκανάτ» για την πλύση-καθαρισμό της κοπέλας και το προμήθευμα προφυλακτικών, καθάρισμα, σκούπισμα του χώρου και άλλες ανομολόγητες εργασίες της διαδικασίας.

Ο κολλητός μου φίλος, ξεπερνώντας την πρώτη ταραχή του, με μειλίχια και ευγενική προσφώνηση (έτσι μας είχαν πει να φερθούμε εκεί μέσα, γιατί μαγκιές και τσαμπουκάδες είχανε επακόλουθα την προσέλευση νταβατζή-προστάτη για τη τάξη του «οίκου»), ρώτησε αναπολών ηλιθίως για την ματαιότητα της σεξιστικής ματαιοδοξίας μας:

– «Καλημέρα σας, τί κανετε;»

– «Τι να κάνουμε παιδάκι μου, πηδιόμαστε» έκραξε με σαρδόνιο χαμόγελο η γριά-ούφο.

Αυτοστιγμής, τιναχτήκαμε ακαριαία και οι δυο μας μαζί και τρέξαμε προς την έξοδο ανακουφισμένοι θεωρώντας με φρίκη ότι η συνουσία μας θα ήτανε μ’ αυτό το γραΐδιο, μ’ αυτόν τον ίσκιο γυναίκας.

Που να ξέραμε;

Με λίγα λόγια, ακόμα και τώρα τρέχουμε, το «ΣΠΡΙΝΤ» που αναπτύξαμε τότε στο τροχάδην φυγής.

Δεν είχε αθλητική χρονομέτρηση. Ρεκόρ στις φτέρνες μέχρι τα αφτιά μας για διαδρομή μέχρι έξω από την Αλεξ-πολη.

Ο ΣΧΟΛ-ιαστής