Home / Κοινωνια / ΑΛΕΞ/ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΕΜΜΟΝΕΣ

ΑΛΕΞ/ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΕΜΜΟΝΕΣ

Κάθε καλοκαίρι και μόνο τα καλοκαίρια στη σειρά όλα τα χρόνια από τότε που ήμουν πιτσιρικάς του Δημοτικού και στη συνέχεια τις πρώτες τάξεις του Γυμνασίου, έχει εμπεδωθεί μέχρι σήμερα στο μυαλό μου η πρώτη έκθεση της σχολικής χρονιάς που είχε θέμα: «Πως πέρασα το καλοκαίρι».

Μπαίνοντας στην εφηβεία, τα ψέματα που θα γράφονταν σε ένα τέτοιο θέματα ήταν καταφανή και νομίζω πως η φιλόλογος καθηγήτριά μας στις πρώτες τάξεις, για να μη μας φέρει σε δύσκολη θέση το απέφευγε.

Η κυρία Καράμπαλη, ήξερε καλά την ψυχολογία της νεαρής ηλικίας.

Αλλά και πιο μικροί στο Δημοτικό και οι αείμνηστες δασκάλες μας Χαρίκλεια Ρήγα και Χρυσούλα Τριανταφυλλίδη, το γνώριζαν καλά αυτό το ψυχοβγαλτικό.

Γιατί πάλι ψέματα θα γράφαμε.

Στερεότυπα παιδικά ψέματα που περιέγραφαν πανομοιότυπα καλοκαίρια βγαλμένα λες από τα σινεματζίδικα παιδικά φίλμς.

Θυμάμαι ότι κάθε χρόνο με καβαλούσε ο διάβολος να κάνω την ανατροπή.

Ότι με απήγαγαν γιγάντια χταπόδια και καλαμάρια και με έκλεισαν στην θαλασσινή σπηλιά του Κύκλωπα εκεί στην Μάκρη.

Ή ότι έπαιξα ξιφομαχία με τον Σεβάχ τον θαλασσινό και το κατενίκησα πάνω στο δικό του καράβι.

Ή, πάλι, ότι κατατρόπωσα ναζιστική φρουρά κι απελευθέρωσα τον διευθυντή του σχολείου μας κύριο Ηλιόπουλο από την Κομαντατούρ που τον είχαν κλείσει.

Τύφλα, δηλαδή, ο Γιώργος Θαλάσσης στο «Μικρό Ήρωα».

Και στο πιο άγριο, ότι η παρέα μου στη γειτονιά μας τα μνηματάκια, ο Χρήστος του Αυγέρη, ο Τακουνάκιας κι εγώ,  ξυλοκοπήσαμε μέχρι λιποθυμίας τον αντιπαθή  Καλαμπόκα, γιατί μας είχε κλέψει τα βέλη και τόξα από την κρυψώνα μας, στον ακάλυπτο της αυλής του σφραγιδοποιού Αγγλιά.

Μου άρεσε να φαντάζομαι την έκφραση της κυρίας Χαρίκλειας όταν θα το διάβαζε.

Δεν το τόλμησα ποτέ.

Όχι για τις κυρώσεις του ψέματος, αλλά διότι θα έπρεπε να εξηγήσει γιατί τα σκαρφίστηκα.

Και πού να εξηγείς τώρα σε μεγάλους και μάλιστα δασκάλα, ότι ήθελες να κάνεις μία φάρσα στο καλοκαίρι.

Τέλος πάντων, αυτά τότε.

Τώρα, άλλα. Ως μεγάλοι έχω την εντύπωση ότι προτιμάμε τους αφορισμούς αντί για τους απολογισμούς.

Και ως χρήστες των μοντέρνων μέσων επικοινωνίας, από την πρώτη μέρα των διακοπών, λες και μας καταλαμβάνει μία συλλογική υποχρέωση να κρεμάσουμε την αναγγελία του καλοκαιριού.

Επιστρατεύοντας έναν ρομαντισμό που τον χειμώνα νομίζω ότι θα μας φαινόταν ασυγχώρητα γλυκερός.

Καμία παιδική έκθεση τότε ότι το καλοκαίρι είναι τα ζουμιά από το καρπούζι στο πάτωμα της κουζίνας, η άμμος του ΦΛΟΙΣΒΟΥ στα πλακάκια του μπάνιου, η ξυπολυσιά στο παιχνίδι του μαχαλά, το σημάδι από τον αχινό στα «Κόκκινα» που πηγαίναμε για μπάνιο, το κουφωτό γαλλικό παράθυρο με τα ξύλινα παντζούρια ανοιχτά το μεσημέρι, οι κουρτίνες που ανέμιζαν τα βραδάκια τα δροσερά από Νότιους θαλασσινούς αέρηδες, από τη φέτα στη σάλτσα των λαδερών και άλλα τέτοια.

Εικόνες αποσπασματικές, κλεμμένες από τραγούδια του χωλού τραγουδιστή ΓΙΑΝΝΙΚΟΥ, βουτηγμένες στη νοσταλγία των παιδικών μας χρόνων.

Τέτοια υπήρχαν στη μοναδικότητα του καλοκαιριού και τέτοια έπρεπε να εφεύρουμε και να γραφούν στις εκθέσεις μας.

Αλλά πάλι για να το συνδέσουμε το «μασάλι» με την αρχή, αν έπρεπε σήμερα να γράψω έκθεση για το καλοκαίρι με τον συμβολικό λόγο του παιδικού μυαλού πάλι ψέματα θα ‘γραφα.

Ο ΣΧΟΛ-ιαστής