Home / Κοινωνια / ΕΙΚΟΝΕΣ ΠΟΥ ΧΑΘΗΚΑΝ

ΕΙΚΟΝΕΣ ΠΟΥ ΧΑΘΗΚΑΝ

Ένα πρωινό, πριν από χρόνια, ο Βασίλης ο Κωνσταντινοπολίτης, μέγας λόγιος, ποιητής, κοσμοπολίτης που καντάντησε  φουκαράς λαχειοπώλης όταν αναγκάσθηκε να φύγει από την Κων-πολη με τα γνωστά επεισόδια του 1954 και να γίνει κάτοικος Αλεξ-πολης χωρίς  την οικογένειά του και τσέπη άδεια (οι παλιοί Αλεξ-πολίτες τον θυμούνται με νοσταλγία για το σπινθηροβόλο πνεύμα του και τα έξυπνα στιχάκια που σκάρωνε αυτοστιγμής) καθόταν στο καφενείο απέναντι του φάρου.

Κάποια στιγμή πέρασε από μπροστά του ένας γύφτος, διαλαλώντας τις ικανότητές του στο ακόνισμα των μαχαιριών.

«Νε ολντού μπε;» το είπε.

«Hi μπε» απάντησε ο σκούρος.

«Που έμαθες την τέχνη;» τον ξαναρώτησε ο Βασίλης.

«Στο Μπουγιούκερτε της Ισταμπούλ» ανταπάντησε ο Τουρκόγυφτος.

«Γειτονιά μου ήταν ρε καϊμακάμη, εκεί είχα σπίτι» . Είπε ο Κω-πολίτης.

Μέσα σε λίγα λεπτά γίνανε και δύο τους μακαντάσια.

όταν τελικά έφυγε-εγώ καθόμουν στο διπλανό τραπέζι παρακολουθώντας με περιέργεια την συνομιλία τους -ότι είχε πολύ καιρό να δει ακονιστή και οι αναμνήσεις από την Πόλη όπου μεγάλωσε, δούλεψε και απόκτησε οικογένεια, επανήλθαν.

Δεν τον είχαν αφήσει και ποτέ ήσυχο, αυτή τη φορά όμως κατέφθασαν με τη μορφή ξεχασμένων επαγγελμάτων που τα έβλεπε στην Αλεξ-πολη την δεκαετία του ’50, όταν ερχόταν με τους παππούδες του για διακοπές και επισκέψεις σε συγγενείς  του.

Αλωνιάρηδες με τις πατόζες και γαλατάδες με τα γκιούμια να μοιράζουν τα πρωινά το γάλα στα σπίτια των μαχαλάδων, γανωτήδες και καροποιοί, κοφινάδες και ομπρελομάστορες, οργανοπαίκτες και φωτογράφους πεζοδρομίου, καρεκλατζήδες και στιλβωτάριδες μπατιροσποράδες και τυροπιτατζήδες της κινούμενης θερμαντικής μόστρας, σελεπιστήδες και καστανάδες, αρκουδιάρηδες και μαϊμουτζήδες, πλανόδιους γιατρούς με τις βδέλλες σε μπουκάλια για την αφαίμαξη της γρίπης στους πάσχοντες, πεταλουργούς και παγοπώλες και τόσα άλλα αναρίθμητα.

«Είχα την τύχη να τα δω αυτά στην Αλεξ-πολη σε εποχές στέρησης όπως τα ίδια έβλεπα στην Πόλη, και να έχω από αυτές μνήμες νωπές» μου τα ‘λεγε νοσταλγώντας όσα επαγγέλματα έχουν εκλείψει στην σημερινή εποχή.

Αλλά και νέος, εικοσιπεντάχρονος, ο Κωνσταντινουπολίτης Βασίλης, ερχόταν στην Αλεξ-πολη, φιλοξενούμενος επί πολύ καιρό της θείας του της μαμμής της Λιθαρής με το όνομα, που έμενε στα μνηματάκια πίσω από το ΠΙΚΠΑ και κατέγραφε ό,τι έβλεπε και ό,τι ζούσε.

Γιατί έτσι κάπως αξιολογούσε την περιπέτεια που έζησε μαζί με την θεία  του την μαμμή, ένα βράδυ με μια έγκυο Αλεξ-πολίτισσα που την τρέχανε μ’ ένα σαράβαλο κάρο, από τον μαχαλά στο νοσοκομείο το παλιό, που βρισκότανε κοντά στο κτήριο το σημερινό, της Εφορίας.

Βοηθούσε -λέει ο Βασίλης- κι εκείνος στον τοκετό της εγκύου μαζί με την θεία του, αλλά το μωρό δεν έλεγε να βγει.

Ευτυχώς στο σαραβαλιασμένο κάρο, αντιμέτωπο με ένα σωρό λακκούβες του δρόμου προς το νοσοκομείο έγινε τελικά και αιφνιδίως η γέννηση ενός βρέφους μέσα στη καρότσα.

Θυμάται ακόμα τη λαογραφική φυσιογνωμία της, με το ανατολιτικό-θρακιώτικο όνομα ΝΕΡΑΤΖΩ που έμενε στην όμορο γειτονιά των τσιμεντένιων, που δεν καλάκουγε και ρωτούσε ευγενικά «να σε ψήσω ένα καφέ, τζιέρι μου» κι έπειτα επιδιδόταν στις προβλέψεις της.

Αξέχαστη θα του μείνει η φράση που έλεγε ο παππούς του όταν έλεγε στον κουρέα κύριο Κλημεντάκη να τον κουρέψει με τρόπο «κουρουμπέτσι» δηλαδή «σκληρό καύκαλο».

Γουλί το λέμε σήμερα.

Δεν σταμάτησε εδώ ο Βασιλάκης την άτυπη συνέντευξη που μου έδωσε εκείνη την ημέρα έξω από το καφενείο του φάρου.

Καταιγιστικός συνέχιζε να αφηγείται για τις διασκεδάσεις που είχε τα Σαββατοκύριακα στην Αλεξ-πολη σε νεανική ηλικία.

Καλοκαιράκια φρόντιζε να έρχεται για επίσκεψη στη θεία του για να απολαμβάνει -έλεγε- τη διασκέδαση στο παραθαλάσσιο κέντρο «ΦΛΟΙΣΒΟΣ» εκεί κάτω από το ΠΑΣΑΛΙΚΙ στην παραλία.

Παρουσία σχεδόν μόνιμη το καλοκαίρι ο τραγουδιστής, ο κουτσός «ΓΙΑΝΝΙΚΟΣ» με την ορχήστρα του πλαισιωμένος με την γνωστή ενζενύ Σοφία Κολλητήρη.

Ξεσήκωναν μεσημέρι-βράδυ όλους τους θαμώνες του κέντρου.

Δεν υπήρχαν -λέει ο Βασίλης- τότε μικροφωνικές κονσόλες και ενισχυτές και ακουγόταν τα τραγούδια τους μέχρι τα Καραγατσιανά.

Θυμίζει ακόμα τον ρομαντισμό που είχε τις Κυριακές η οδός 14ης Μαΐου και η παραλιακή το θέρος.

Όλος ο κόσμος της Αλεξ-πολης έβγαινε σε αυτούς τους δρόμους κι έκανε βόλτες πάνω-κάτω, ανταλλάζοντας πειράγματα ή κάνοντας κόρτε, Νυφοπάζαρο τους λέγανε οι ντόπιοι.

Μετά καθότανε στα καφενεία, ζαχαροπλαστεία, ταβερνάκια και στα σκαλοπάτια μεγάλων σπιτιών ιππαστί των δρόμων, συζητώντας μέχρι αργά το βράδυ.

Ήταν για μένα, τελειώνοντας ο Βασίλαρος, κάτι συνταρακτικό, κάτι μαγευτικό, κάτι ανεξίτηλο καρτ-ποστάλ μνήμης.

Αυτά νοσταλγούσε ο Κων-πολίτης και στεναχωριέται που όλα χάθηκαν, τότε στη δεκαετία του ’70.

Ο ΣΧΟΛ-ιαστής