Home / Κοινωνια / Τα Αλεξανδρουπολίτικα: ΜΠΑΝΙΟ ΠΟΤΕ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ

Τα Αλεξανδρουπολίτικα: ΜΠΑΝΙΟ ΠΟΤΕ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ

Γράφει ο ΣΧΟΛ-ιαστής

Προ ημερών έβλεπα στη T.V. την ταινία ΠΟΤΕ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ με την σχωρεμένη Μελίνα, να βουτάει από τα ξάρτια ενός καϊκιού στα δροσερά νερά του Φαλήρου και ο Φούντας ερωτήλος τοκματζής περιμένοντας να την «καμακώσει» κάθε κυριακάτικο καλοκαιριανό μεσημέρι, παραμονεύοντας στην ακτή.

Επιρροπιστής πάντα στα καλλιτεχνικά μοτίδα με θαλασσινά τοπία, που συχνά προσπαθώ ερασιτεχνικά να ζωγραφίζω, έτσι από χόμπυ, αλλά και από νοσταλγικές μνήμες της εφηβικής μου ηλικίας, τότε που βουτούσαμε με την παρέα στον ανατολικό βραχίονα του κυματοθραύστη εκεί στη πράσινη σπίθα του μεγάλου λιμανιού της Αλεξ-πολης και μάλιστα από ψηλά αραγμένου βαποριού, σκέφτομαι αν θα αποτολμούσα και τώρα στα γεροντάματα να το επιχειρήσω.

Αλλά οι εποχές άλλαξαν. Στο λιμάνι μας υπάρχουν απαγορευτικά κολύμβησης για τους πολίτες, τα διάφορα λιμενίζοντα σκάφη παρακολουθούνται επισταμένα και αν κάποιος νεαρός παραβιάσει τον κανονισμό περνάει η «φάλαγγα» από τον πρόεδρο του Ο.Λ.Α. κ. Δούκα.

Εξάλλου δεν με κρατούν τα «κότσια» μου, τί τα θέλω τώρα τέτοια «ηρωϊκά»; Φτάνει ένα δροσερό μπάνιο στα ξώβαθα κάποιας παραλίες μας.

Έτσι, λοιπόν, που ξημέρωσε η καυτερή περασμένη Κυριακή το τηλέφωνό μου επίμονα χτυπούσε σαν προάγγελος κάποιας ενδιαφέρουσας ιδέας.

– Πάμε για μπάνιο; Ήταν ο συμπέθερος Ράλλης που με προσκαλούσε για κυριακάτικο κολύμπι.

Την ώρα που ξυπνάς δεν έχεις και πολλές αντιστάσεις, είχες και αβανταδόρο τη χθεσινή ταινία με την Μερκούρη και τα μακροβούτια του Φούντα, δεν ήθελε πολύ να αρνηθείς.

Σκέφτεσαι ότι ένα ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟ μπάνιο είναι διαφορετικό, δεδομένου του γεγονότος ότι το καθημερινό είναι σύντομο και πολλές φορές βαρετό.

Και έτσι κάπως βρέθηκα στο αυτοκίνητο του συμπέθερου να οδεύουμε για μακρινή πλαζ, σε Δίκελλα και πιο πέρα, με την ελπίδα να πετύχουμε οργανωμένη παραλία.

Με την προσδοκία λοιπόν ότι θα περάσουμε ωραία θαλασσινή μέρα μετ’ επιτάσεως δροσερής τοποθεσίας και όχι συνηθισμένο τσουρούτικο βρέξιμο, στη γραμμή προς το Focus της παραλίας δεν μας εκνεύρισαν και τα φανάρια της Χηλής, ούτε η φορμολίστικη κυκλική παράκαμψη μέσα στο κέντρο της Μάκρης, ούτε οι σαρδώνιες στροφές από θέση Κατασκηνώσεων μέχρι ξενοδοχείο Μπουρκέλη της Αγίας Παρασκευής.

Ώσπου αρχίζεις να μπαίνεις στα «πιτ» από παραλιακό κόμβο της ταβέρνας ΚΙΚΙΡΑ και προχωράς  Δικελλικά μέχρι υφαλοδείκτη των Πετρωτών, ψάχνοντας πάντα την οργανωμένη αμμούδα.

Κάπου θεωρήσαμε ότι πετύχαμε το μέρος, τη θέση και την θαλασσινή βερσιόν, παρκάραμε κάπου στριμωχτά μ’ άλλα παρκαρισμένα αμάξια, μοτοσυκλέτες, τρίκυκλα, παπάκια και δύο αλόγατα σε κάρα με πλουμιστά κιλίμια και τέντα καλαμένια που φιλοξενούσε αλλόθρησκη με τα κουτσούβελά της.

Φορτωθήκαμε τους σάκους μας με τις πετσέτες, ψάθα, βατραχοπέδιλα, μάσκες, αντηλιακά και άλλα θαλασσινά τσαμαρσίδια.

Θεωρώντας ότι η θέση της ξαπλώστρας είναι πιο κοντά στο σκάσιμο του τερματικού κύματος, βγάλαμε τα παπούτσια προτού γεμίσουν άμμο. Και τότε άρχισε η χαρά του αναστενάρη.

Διότι καμία ξάπλωσα δεν υπήρχε αδειανή, αλλά ώσπου να συμβιβαστούμε με την προοπτική του απλώματος της πετσέτας και της ψάθας κάτω από τον φλέγοντα ήλιο, διασχίσαμε τουλάχιστον τρεις φορές στην πλαζ, πάνω, κάτω με τα τσαπράζια μας (που πας, ρε Καραμήτρο;) μήπως και αδειάσει καμία και ίσως φανούμε «κωλόφαρδοι».

Με κούτελα πυροφάνια τράτας γρι-γρι και καμένες πατούσες κάποτε αποφασίσαμε να αράξουμε την πονεμένη ύπαρξή μας, στον ελάχιστο χώρο που είχε απομείνει δίπλα σε κάποια βουλγάρικη οικογένεια απ’ αυτές που δεν αγοράζουν τίποτα Ελληνικό, αλλά φέρνουν μαζί τους από τη χώρα τους ακόμα και εμφιαλωμένα νερά.

Η σχετικά μικρή μπουκαδούρα με το νότιο κυματάκι δεν μας απάλλαξε με την είσοδό μας στο υγρό στοιχείο της παραλίας να αισθανθούμε ότι κάτι κολλούσε στα πέλματά μας.

Ελπίζαμε να ήταν απλώς φύκι ή θαλασσινό μαρούλι από εκείνα που τα κουβαριάζει το ρεύμα εν είδη χάμπουργκερ, αλλά αυτό που είδαμε όταν άρχισαν να επιπλέουν δεν ήταν αυτό που νομίσαμε, οπότε γυρίσαμε στο γρήγορο πιο βαθιά κάνοντας ότι δεν το είδαμε.

Η θαλάσσια τουαλέτα δεν είχε εγκαταστήσει ακόμα τη δίνη του μηχανισμού Νιαγάρα- καταρράκτη.

Τα κατάλοιπα των λουομένων της ακτής που διαλέξαμε για κολύμπι φαίνεται ότι συγκαταλεγόταν από εκείνους της ανωτέρας βίας όταν προηγουμένως είχαν φάει παραλιακά κάνα δυο σετ κεφτέδες, μπιφτέκια, καλαμαράκια, ήπιαν κάνα δυο μπύρες, και από τρία μισοφέγγαρα φέτες καρπουζιών κι έτσι ανταριασμένοι μπούκαραν στο νερό ν’ ανακουφιστούνς από τις εντερικές ενοχλήσεις.

Για τις επόμενες δύο ώρες, καταφύγαμε στο σκαμπό του Αιγιαλικού κέντρου με τις ιδιόκτητες απλώστρες, αγναντεύοντας το Θρακικό πέλαγος σχολιάζοντας με τον φίλο μαγαζάτορα το παραλιακό ναρκοπέδιο της επικράτειάς του, ενώ απορούσαμε με την επιγραφή νταμπέλας που ήταν αναρτημένη στις παράπλευρες τουαλέτες του καταστήματος.

«ΓΙΑ ΤΟ ΨΙΛΟ ΣΑΣ ΓΙΕΣ», «ΓΙΑ ΤΟ ΧΟΝΤΡΟΣ ΣΑΣ NO».

Και μη χειρότερα!!! Ήταν γραμμένη στα ελληνικά οι πρώτες τρεις φράσεις και στα Εγγλέζικα το αρνητικό απαγορευτικό μόριο.

Για τους τουρίστες την έχω, μας διαβεβαίωνε ο νουνεχής καταστηματάρχης αλλά και για τους δικούς μας ανεκδιήγητους.

Η θερινή λοιπόν η ραστώνη, λέει καλά μπάνια την Κυριακή και μην ξεχνάτε προτού πάμε στη θάλασσα, υπάρχουν και τουαλέτες στα σπίτια μας.

Η νεοελληνική νοοτροπία στο μεγαλείο της.

Ο

ΣΧΟΛ-ιαστής