Home / Κοινωνια / Τα Αλεξανδρουπολίτικα: ΡΕΖΙΛΙΚΙ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΛΙΑ

Τα Αλεξανδρουπολίτικα: ΡΕΖΙΛΙΚΙ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΛΙΑ

Αφορμή ήταν μια παλιά ασπρόμαυρη φωτογραφία που ανακάλυψα στον πάτο μιας κούτας. Από αυτές που φέρνουν νοσταλγία και μνήμες για τα παλιά χρόνια.

Οι γεροντότεροι νοικοκυραίοι, διατηρούν τέτοιες κούτες ακόμα και γράφουν απ’ έξω, τι περιέχουν.

Εκτός από τα φωτογραφικά Άλμπουμ που τα τοποθετούν μπροστά στο σύνθετο έπιπλο για να τα ξεφυλλίσουν στους επισκέπτες τους, όλες οι άλλες κοινόχρηστες φωτογραφίες καταλήγουν εύλογα στον πάτο κάποιας κούτας.

Με τι περιπέτεια και δυσπρόσιτες συνθήκες, τεχνικής δηλαδή, βγαίνουν οι φωτογραφίες, τότε στην εποχή την μεταπολεμική και τι είδους φωτογραφικές συσκευές υπήρχαν, οι νεότεροι σήμερα ας γκουγκλάρουν στα ηλεκτρονικά πρότζεκτ τους για να μάθουν πόσο αξία είχαν οι τότε φωτογραφίσεις.

Βέβαια, η ασπρόμαυρη φωτογραφία που ανέσυρα από τον πάτο της κούτας ήταν αρκετά φωτογενής, μιας και εκτυπώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1960. Νομίζω!

Μάλλον ήταν η εξέλιξη της μηχανής χειρός πολλαπλών στάσεων του διαφράγματός των.

Τέλος πάντων, με αφορμή λοιπόν αυτήν τη φωτογραφία, τοποθετώ το ρεζιλίκι στην παραλία που το παθαίνω κάθε καλοκαίρι.

Το παρακάτω κείμενο που φυσικά δεν διεκδικεί λογοτεχνικές δάφνες, διεκδικεί όμως καύσιμη μνήμη και υλικό για ηλικίες όπως η δική μου, όταν αποφασίζουν να διακτινιστούν παραλιακά με σωματότυπο της νεότητας των, ξεγελώντας τον πανδαμάτορα χρόνο.

Α, και κάτι ακόμα. Δεν εξήγησα τι παρουσίαζε η φωτογραφία του πάτου, γιατί αυτή δείχνει την αφορμή του ρεζιλικιού.

Παρουσίαζε λοιπόν μια παρέα από έξι εύανδρους Αλεξ/πολιτες, πιο πάνω από τα 20 που κιμπάρντιζαν στον φακό, ένα καλοκαιριάτικο μεσημέρι στην τότε παραλία του Φλοίσβου, εκεί που σήμερα υπάρχει το κτίσμα των Ναυτοπροσκόπων.

Πρέπει νάτανε γύρω το 1965, γιατί η σωματική τους «βερσιόν» ανέδειχνε έντονη ερωτική και επιθετική απόδειξη.

Το ξέρω αυτό καλά, αφού μεταξύ των έξι της παρέας, ήταν και η αυτομουτσουνάρα μου.

Ξεχώριζε λοιπόν, η σωματοδομή μας, το γυμνασμένο νεανικό μας σκαρί και η προσφορά της νιότης στο όλο παράστημα.

Κολακευόμασταν μπροστά στ’ άλλα «Ναυάγια» των λουομένων, ασχέτων ηλικιών, με ναρκισσισμό Άδωνι και Φαέθωνα.

Την παράσταση όμως την έκλεβε ο φίλος της παρέας, ο Ρούλης, ο σημερινός εκδότης της «Ελεύθερης Θράκης».

Με εντυπωσιακή διάπλαση στα φτερά ωμοπλάτης και ευρύστερνος με τοκματζίδικους κοιλιακούς.

Όταν κάποτε, πολύ αργότερα τον ρώτησα πως διατηρούσε ακόμα – φαινόταν ευκρινώς παρ’ όλο το ντύσιμο – τέτοια σωματοδομή μετά από τόσα χρόνια της παραλιακής φωτογράφισης, μ’ απάντησε χαμογελώντας ότι πάντα διακατείχε τον αθλητικό διαλογισμό προσαρμοσμένο στην αφαιρετική του καθημερινού στρες και του εργασιακού άγχους.

Δεν το πολυκατάλαβα αυτό, αλλά εγώ εξακολουθούσα την άτσαλη ζωή στη συνέχεια των χρόνων μου.

Τα αποτελέσματα και οι συνέπειες μιας τέτοιας διαβίωσης, φαινόταν ολοκάθαρα τα καλοκαίρια και στα θαλασσινά μπάνια.

Το σκηνικό του κολπίσκου στην παραλία της Αγίας Παρασκευής στη Μάκρη, κάτω από την ταβέρνα του Κίκηρα, ένα κυριακάτικο πρωινό που έφθασα για μπάνιο οικογενειακά, ήταν «μπίβα», από λουομένους και μη.

Ξεντύθηκα οσονούπω, προετοίμασα αρθρώσεις και κινητικότητα με σουηδικές ανατάσεις και πρακτική γυμναστική, έτοιμος να κάνω την πρώτη μου βουτιά.

Προσημείωσα την πεποίθησή μου ότι το κορμί μου μετά τις τόσες δεκαετίες που πέρασαν από την παρατήρηση της παλιάς φωτογραφίας στον Φλοίσβο, δεν θα είχε αλλάξει και πολύ.

Αλλά φευ! Αλοίμονο!

Διαπίστωσα ότι με την κάλυψη μόνο με το μαγιό, το γυμνό κορμί μου ήταν κορμί ενός συνθετικού πλαδαρού γερασμένου σκαριού με απουσία παραστατικού επιεικούς σχηματισμού ανθρωπίνου κατασκευάσματος.

Την πλήρη απογοήτευσή μου, την αποτελείωσε η ατάκα του φίλου μου Άκη του δικηγόρου που έτυχε να είναι κοντά πιο πέρα, που ήδη είχε μπανιαριστεί.

«Πώς είσαι ρε Σχολιαστή έτσι; Σαν όρθιο απίδι με δύο οδοντογλυφίδες για πόδια μοιάζεις».

Τι του λες τώρα…

Η δεύτερη «μπαταριά» χαστούκι ήρθε πάλι από γνωστό. Ήταν ο λυγερόκορμος και μ’ αθλητικό παράστημα Γιώργος, ο συνταξιούχος μαθηματικός που παραθέριζε εκεί στο ξενοδοχείο του Μπουρκέλη.

Όταν βραχήκαμε σε πρώτη ανάσα, ύστερα από το άτσαλο βουτηκτήρι στα ρηχά μαζί με την γυναίκα μου, αναφώνησε κράζοντας επιτιμητικά:

«Νάτο, το κορίτσι-λάστιχο και το παιδί-κοιλιά».

Την εμπροσθοβαρή μπυροκοιλιά του την καμάρωνε ο ίδιος σαν δείγμα ζεϊμπέκικου πίστας χορευτού.

Προηγούμενα, μετά το σοκ της σωματοδομικής διαπίστωσης παίρνοντας μια μεγάλη πετσέτα, την τύλιξα Μουσουλμανικά γύρω από την μέση και προς τα πάνω μέχρι τον λαιμό.

«Τι την έχεις ζωστεί την πετσέτα μέχρι τα αφτιά;», ήλθε να με ταπεινώσει και η γυναίκα μου, παρατηρώντας το φάσκιωμά μου.

Τώρα βρήκε κι αυτή το συμπλήρωμα του χαρακτηριστικού της βολής. Τσατίστηκα προσθείως και υπτίως, βρίζοντας την, μουρμουρίζοντας.

«Με τόση ζέστη μωρέ», συνέχισε την επίθεση.

Ε, και. Το πρώτο μας μπάνιο είναι και η θάλασσα ήταν κρύα, της απάντησα.

«Τότε, σκουπίσου καλά, μην πάθεις μητρικά», ανταπάντησε με το βιτριολικό της χιούμορ.

Ρωτώ τους αγαπητούς αναγνώστες της Ε.Θ.:

Οι δικές σας γυναίκες τόσο αιχμηρές είναι, ειδικά όταν δεν έχουν δει τα δικά τους χάλια, έστω και στον καθρέφτη;

Εγώ τουλάχιστον μοιρολατρικά, προσπαθούσα να μην εκθέσω όσο γίνεται, σε κοινή θέα και στο «παρά θιν’ αλός» το φυσικό επακόλουθο της ηλικίας μου.

Τέτοια παραθαλάσσιο ΡΕΖΙΛΙΚΙ, σίγουρα δεν θα το πάθαινα αν από ρα χρόνια ακολουθούσα το ΜΟΤΟ του φίλου και εκδότη της Ε.Θ. κυρίου Σταύρου, περί γυμναστικού διαλογισμού και την προσεκτική διαβίωση, αν ήθελα να συνεχίσω τα μπάνια του καλοκαιριού.

Πάντως, από ‘δω και πέρα, θα φροντίσω να αγοράσω μια μεγαλύτερη πετσέτα και ένα πιο αποκαλυπτικό «παρεό».

Ο ΣΧΟΛ-ιαστής