Τέλος, λοιπόν, το καλοκαιράκι και η γκρίνια μου για τις ολούθε γαλάζιες σημαίες των Αλεξ-πολίτικων ακτών διαπιστώνεται δυστυχώς ότι είναι ουτοπία και λάθος καταχώρησης του τουριστικού φυλλαδίου.
Θα εξηγήσω το παραπάνω, αφού πρώτα κάνω μια μικρή παρένθεση.
Θαλασσινή οικογένεια είμαστε, ο πατέρας καλαφατσής καραβιών σε παραλιακή πόλη της Μικράς Ασίας, ψαράδες και βουτηχτάδες οι αδελφοί της μάνας μου από το Μεγαρήσι της Κεσάνης, με καμάρι η δική μου αυτομουτσουνάρα που γεννήθηκα και μεγάλωσα αλατισμένος μέχρι μπούνια στις πλαζ και παραλίες της πόλης μου κάθε καλοκαίρι στα μπάνια. Ε, δεν ήθελα και πολύ να ξέρω τα περί θιν αλός.
Γνωρίζω τουτέστι ότι οι ΓΟΠΕΣ είναι νόστιμα ψάρια τόσο στα κάρβουνα της μαγκαλούνας όσο και στο ταψί πλακί με ντομάτα στο φούρνο.
ΓΟΠΕΣ ΛΙΑΣΤΕΣ όμως στον ήλιο δεν γίνονται. Αλλά φευ!! Γίνονται και διαπιστώνεται κάθε καλοκαίρι μετά τα μπάνια.
Ξέρεις ότι εν μέσω βδελυγμικών παρατηρήσεων, αποστροφικών αηδιαστικών και σιχαμένων ακαθαρσιών και σκουπιδιών πρώτο Ολυμπιακό ρεκόρ σε ποσότητα και αριθμό, τόχουν και βρίθουν εντυπωσιακά στις αμμουδιές, πλαζ και παραλίες της πόλης μας οι ΛΙΑΣΤΕΣ ΓΟΠΕΣ.
όχι βέβαια τα νόστιμα ψάρια αλλά τα βρωμερά και δυσώδη αποτσίγαρα, οι γόπες κιγκ-σάιζ.
Δύο μήνες είναι το καλοκαίρι στην Αλεξ-πολη, μόνο και πολλές φορές κωλοφαρτζίδικα αν ο καιρός πάει πρίμα, κολυμπάμε και με τρίμηνο χωρίς να το καταλάβουμε. Βάλε τώρα με πληθυσμό εκατό χιλιάδες και κάτι, οι πενήντα άντε οι σαράντα τόσοι φεύγα χιλιάδες είναι λουόμενοι επισκεπτόμενοι τις πλαζ.
Προτού βουτήξει για τη δοκιμασία της θαλάσσιας αγκαλιάς ο Αλεξ-πολίτης καθισμένος στην αμμουδιά της πλαζ θεωρεί δεδομένο ότι αν ανάψει ένα-δυο τσιγάρα πιο πριν, θα γεμίσει αερόφουσκα στα πνευμόνια του και το κολύμπι του θα γίνει πιο ελαφρύ και απολαυστικό.
Σβήνει όμως τις γόπες του κατώκορφα στην άμμο που κάθεται όπως στο πάτωμα του σπιτιού του.
Διατίθενται λοιπόν 30.000×2=60.000 αποτσίγαρα στις έρμες ακτές μας.
Άλλες τόσες μετά το μπάνιο πριν την αναχώρηση, να τες οι 120.000 ΛΙΑΣΤΕΣ.
Ψιλά γράμματα αυτά που περιγράφω, αφού ένα μέρος από δαύτες τις παίρνει η θάλασσα με την παλίρροια και την άμπωτη και τις υπόλοιπες τις λιώνει ο ήλιος και η αρμύρα.
Τώρα να μην πιάσουμε τις γόπες που δεν τις παίρνει η φουσκοθαλασσιά και θάβονται στην άμμο. Οι πιο λαχταριστές είναι βέβαια οι περσινές που κρατούν και υγρασία.
Την εξαίρεση από τον κανόνα δεν τον ξεχνάμε, γιατί υπάρχουν οι πολύ λίγοι που τα αποτσίγαρά τους τα περιμαζεύουν μέσα σε αλουμινόχαρτα ή σακουλίτσες και τις πετούν στο καλαθάκι της καθαριότητας που είναι στις οργανωμένες πλαζ.
άλλοι πάλι ρίχνουν τα αποτσίγαρά τους μέσα στο κουτί του αναψυκτικού που ήπιαν.
Το λέμε πάντως και καλαμπουρτζίδικα. Ότι οι γόπες της Ελλάδος γίνονται και ΛΙΑΣΤΕΣ. Δική μας συνταγή.
Ο ΣΧΟΛ-ιαστής