Έμεινε θρύλος, μέχρι και σήμερα σε Έλληνες, Βουλγάρους και Τούρκους της Βόρειας-Ανατολικής και Δυτικής Θράκης, την δεκαετία 1920-1927
Ποιος δεν είχε ακούσει και τρομάξει στο όνομα του μεγάλου ληστή Στάθη Στάικοφ-Στάικωφ, με την τσέτα του.
Για κάθε εθνικότητα είχε και το όνομά του, Έλληνες-Τούρκους Βουλγάρους. Ο Ελληνικής καταγωγής Ευστάθιος γεννήθηκε στο Ορτάκιοϊ της επαρχίας Λίτιτσας γύρω στα έτη 1885. Η οικογένειά του πρέπει να ήταν εύπορη.
Ο πατέρας του εξασκούσε το επάγγελμα του Δικηγόρου, σε δικαστήρια, Βουλγαρίας, Τουρκίας, της Αν Ρωμυλίας και Αν Θράκης .
Ο Σταθάκης τελείωσε το Δημοτικό Σχολείο, αλλά και το Γυμνάσιο στη Κωμόπολη του Ορτάκιο (Κοινό χωριό).
Όταν ενηλικιώθηκε αγάπησε το κορίτσι του με το όνομα Δέσπω, -Δέσποινα την οποία και αρραβωνιάστηκε. Οι γονείς του όμως αντέδρασαν που δεν τους συμβουλεύθηκε, για την εκλογή της γυναίκας του.
Από τότες ήρθε, η ρήξη με τους γονείς του. Ακολούθως φεύγει από το σπίτι του και μπλέκεται με παρέα, ληστών, όπου και αναλαμβάνει την διοίκηση της, Οργάνωσης.
Άλογα, όπλα, μαχαίρια, πυροστιές, περίστροφα, και αρχίζουν τις κλοπές σε αρχοντικά σπίτια, που κατείχανε περιουσίες, αλλά και χρυσά. Αυτά ήταν τα βοηθητικά των όπλα για την εποχή εκείνη.
Σύμφωνα με μαρτυρίες, αυτών που τον είδαν τελευταία ζωντανό και μας αφηγήθηκαν, ο Στάικος ήταν όμορφος άνδρας, ύψος γύρω στα 1,75, το σώμα του σπαθάτο, με μουστάκι,, “η ηλικία του όπως τον υπολόγισα όταν εγώ, ήμουν- g ετών πρέπει να περνούσε τα πενήντα χρόνια”, μου λέγει η αδερφή μου Βιργινία.
Άλλη μαρτυρία μας λέγει πώς το επίθετό του ήταν Καράμπαλτας, αφηγητής μας κ Χρήστος Καράηλιας, όπως του έλεγε ο παππούς του Τσιαντηρμάς Βασίλης από την Λάδη Διδυμοτείχου, πώς, καπότες βρισκόταν στην Βουλγαροκρατούμενη περιοχή ο Στάικωφ, και η τσέτα του κρυμμένοι είδαν σε χωράφι τέσσερις Βουλγαροπούλες να τσαπίζουν το χωράφι των
Τι, του ήρθε του Στάικο, περιμένει, ώστε να ευθυγραμμιστούν στα αυλάκι α νεαρές κοπέλες, και πατάει την σκάνταλη, και μια – μια βολίδα τις ρίχνει όλες νεκρές, αυτό το είχε ως κατόρθωμα, και ως καλώς σκοπευτής.
Μιά άλλη φορά, (σύμφωνα με μαρτυρία, πάλι Δημοτιανού παππού, τότε με το όνομα Πολυμένης), μας λέγει, ο κ Πασχάλης Κοντός (Λαογράφος ιστοριογράφος που ζει σήμερα στο Διδυμότειχο), ο Στάικος προίκισε κοπέλες.
Συγκεκριμένα κάποτε στα εδάφη της Βουλγαρίας, ο Στάικο και η παρέα του, βοήθησε κοπέλες μιας φτωχής Ελληνικής οικογένειας που δεν είχαν καν προίκα για να παντρευτούν, τους χάρισε αρκετές αρμάδες, με ντούμπλες χρυσές αλλά και φλουριά χρυσά Τούρκικα, και είπε, στους εκεί κατοίκους “αλίμονο σε όποιον τολμήσει, να πάρει τα χρυσά από τις κοπέλες θα ‘χει να κάνει με μένα”.
Ήμασταν πολλά παιδιά μας λέγει, ο κ Πασχάλης Κοντός, τότες εμείς μαθητές Γυμνασίου, που κοντά μας υπήρχε, το σπίτι του συνεργάτη του Στάικου όπου, η παράδοση μας λέγει, άφησε πολλά κλοπιμαία, ένα τροβά σε χρυσά. Πολλά τέτοια κατορθώματα μας έλεγε, ο μακαρίτης, παππούς τότε.
Μια ανοιξιάτικη ημέρα του Απρίλη του έτους 1927 Στάικοφ και η παρέα του, με νταλίκα αλόγου, περνούν από το κέντρου του Σουφλίου.
Τότες πληροφορείται αργά ο Εβραίος Ιακώβ Τζίβρε ο μεγαλοβιομήχανος της Μεταξουργείας στο Σουφλί, πως εμφανίστηκε ο μεγάλος ληστής.
Ειδοποιεί αμέσως τον αρχιφύλακα – αγρονόμο στο Σουφλί, Νικολόπουλο, εκείνος με την σειρά του τρέχει και ανεβαίνει στο τραίνο με κατεύθυνση την Αλεξανδρούπολη.
Φθάνοντας όμως στην ανατολική άκρη του χωριού Φυλακτού, είδε να κάθονται στην άκρη του δρόμου και να τρώνε ψωμί η ομάδα του Στάικοφ που ήταν γνωστός στην περιοχή, σε απόσταση 75 μέτρων από την σιδηροδρομική γραμμή.
Κατεβαίνει στο τότε χωριό Τύχιο, ζητά βοήθεια από δύο χωροφύλακες της αστυνομίας Τυχερού και τροχάδην σε απόσταση 2,500 μέτρων φθάνουν στον πρώτο λόφο όπου υπήρχαν τα μουσουλμανικά νεκροταφεία.
Σε απόσταση 150 μέτρων από τον δρόμο που βρισκόταν ο Σταϊκοφ, πυροβολούν στον αέρα, για να μην κτυπήσουν τις δύο γυναίκες Αγγελική Μιχαηλίδου και η Ευαγγελία Κοντσαλάκη που έτυχε να βρίσκονται εκεί.
Χρησιμοποιώντας τις γυναίκες σαν φράγμα από τα πυρά οι ληστές, μπαίνουν 20 μέτρα εντός του χωριού.
Κατεβαίνουν από την νταλίκα οι τρεις ληστές φορτωμένοι με τον οπλισμό τους, αλλά και πολλά χρυσά νομίσματα και αρμάθες χρυσαφικών κτερισμάτων, και μπαίνουν σε οικόπεδο του αλευρόμυλου των αδελφών Σέντερη εκ Σουφλίου.
Εκεί τους βλέπει η μάρτυρας Βιργινία Μιχαηλίδου 8 ετών. Ο αρχηγός Στάικος στο δεξί χέρι κρατούσε ένα λευκό τσουβαλάκι ενώ μια ειδική δερμάτινη θήκη, ήταν περασμένη στην μέση του. Έπαθαν πανικό οι τρεις ληστές, γύρισαν και δεν ήξεραν πια κατεύθυνση να πάρουν.
Είδαν όμως ανηφόρα, περνούν από μέσα από τα οικόπεδα βγαίνουν τα πρώτα 150 μέτρα, κατηφόρα άλλο ύψωμα στα 300 μέτρα, από εκεί πήραν την κατηφόρα, βόρεια του χωριού και δυτικά της Λύρας και πριν ακόμα μπούνε σε θάμνους με ρεματιές ο αρχιφύλακας Νικολόπουλος καλός σκοπευτής ρίχνει και χτυπά τον κουρασμένο Στάικωφ και τον σκοτώνει.
Επίσης τραυματίζουν και τον δεύτερο συνεργάτη του, πιθανώς τον Νεοκλή Δεληγιώργη στο πόδι και τον άλλον τον πιάσανε αφού παραδόθηκε.
Πήραν την νταλίκα, τους φορτώσανε επάνω και τους μεταφέρανε στην πλατεία του Φυλακτού. Εκεί, πλήθος κόσμου έτρεξε να μάθει και να δει τι συμβαίνει. Άλλοι πάλι έτρεξαν όταν τους κυνηγούσαν.
Στην πλατεία μάρτυρες μας είπαν ότι ο τραυματισμένος ζήτησε βοήθεια να του δέσουν την πληγή που είχε στο πόδι του όπου αιμορραγούσε. Τότε ο καφετζής του χωριού Ζήσης Κουκουζίνας του Συμεών πήγε να πάρει ότι είχε για να του κλείσει την πληγή.
Ενώ άλλοι γύρω τον λέγανε καλά σας έκαναν. “Εμείς δεν κάναμε στους Έλληνες ληστείες και φόνους” απαντούσε. Έφερε ο Ζήσης οινόπνευμα (σπίρτο) και άσπρο πανί σε λωρίδα και έδεσε την πληγή.
Μετά τον Στάικωφ τον άφησαν στο κάρο, τα πόδια του κρεμόταν πίσω και το αίμα έτρεχε. Οι άλλοι αστυνομικοί μπήκανε στο καφενείο του Βαρσάμη Γ. Καρακατσάνη, κλείσανε την πόρτα και τα παράθυρα και κυνήγησαν όλα τα παιδιά.
Μαρτυρία της Δέσποινας Προϊκάκη – Ασταλάκη λέει ότι κρυφά κοιτάζανε από τις άκρες των παραθυριών και βλέπανε θολά μια κουμούλα στοίβα με σιδερένια νομίσματα, το χρώμα δεν διακρινόταν λόγω του σκοτεινού χώρου. Είδαμε με στρατιωτικές φορεσιές να μετρούν τα χρήματα.
Μαριέτα Μοσχίδη κι εγώ είδα το αμάξι με τον σκοτωμένο Στάικωφ να πηγαίνει από την πλατεία προς το Τύχιο – Τυχερό. Η Μαριώτα εγεννήθη το 1920. Τότε οι φήμες οργίαζαν στο Φυλακτό ότι ο Στάικωφ πέταξε την ζώνη με τις λίρες σε μια κοπριά όπου ήταν μια γριά γυναίκα.
Άλλοι, αυτοί που τρέξανε πίσω από τους χωροφύλακες πήραν κι εκείνοι λίρες. Ο θρύλος μέχρι και σήμερα ακούγεται πως ο τότε κουρέας Γιουβανάκης Συμεών ήταν στο καφενείο και πήρε κι εκείνος.
Η φαντασία των κατοίκων ήταν και συνεχίζει έως και σήμερα. Επίσης θέλουν να πιστεύουνε πως και σε φίλους,, που είχε συνεργάτες στο Διδυμότειχο, άφησε πολλά χρυσά. Οι κινήσεις των ληστών γινόταν με τα γρήγορα άλογα, για όπλα είχαν περίστροφα – πολεμικά μακρόκανα, μαχαίρια, αλλά και πυροστιές.
Ήταν τότε στην επικαιρότητα, να ζεσταίνουν την πυροστιά και να τις περνούν σε γυναίκες μεγάλες και μικρές για να μαρτυρήσουν και να παραδώσουν τα οικογενειακά των πολύτιμα μέταλλα (κτερίσματα) με φρικτά απάνθρωπα μαρτύρια.
Ο μεν Νεοκλής Δεληγιώργης το πρωτοπαλίκαρο, αργότερα αφέθηκε ελεύθερος και το έτος 1941 πέρασε στην τουρκική όχθη με πολλούς φευγάτους στρατιώτες και πολίτες που στην πόλη της Μικρός Ασίας και αρχαία ελληνική πόλη της Περγάμου γνωρίστηκε με τον Φυλακτιώτη Ευάγγελο Ντ. Διακάκη και του εξιστόρησε την όλη περιπέτεια του Φυλακτού το έτος· 1927.
Στον εμφύλιο πόλεμο, βλέπουμε πάλι τον Νεοκλή. Τούτη την φορά ήταν δολιοφθορέας των Βουλγάρων υπέρ του ελληνικού έθνους.
Τότε οι Έλληνες κομμουνιστές τον συλλαμβάνουν και τον εκτελούν αφήνοντας την χήρα μάνα του, να καταριέται τους φονιάδες του γιου της, που με την σειρά τους οι ίδιοι αντάρτες Έλληνες της έβγαλαν τα μάτια.
Αλλά και οι κατάρες της μάνας όπως μας λένε μάρτυρες έπιασαν και πολύ στους εγκληματίες. Η γυναίκα του Σταθάκη – Στάικο-Στάικωφ μετά παντρεύτηκε στην περιοχή της Ξάνθης και απέκτησε τρία κορίτσια κι ένα αγόρι που πιστεύουμε να ζούνε σήμερα με την μάνα τους που τότε ήταν γύρω στα 50 της και ως φυσικό να μην βρίσκεται εν ζωή σήμερα. Η Δέσπω στην Ξάνθη.
Η παράδοση θέλει να πιστεύει πως βοηθούσε τις φτωχές ελληνικές οικογένειες και δεν ήταν επικηρυγμένος από το επίσημο ελληνικό κράτος.
Τις πληροφορίες έδωσαν οι:
Κοντός Πασχάλης – Διδυμότειχο
Κάραλης Χρήστος- Λύρα
Βιργινία Μιχαηλίδου – Διακάκη – Φυλακτό (Αυτόπτης μάρτυρας)
Δέσποινα Προϊκάκη – Τυρπανάκη – Ασταλάκη – Φυλακτό (Αυτόπτης μάρτυρας)
Μαριώτα – Μοσχίδου Καρακατσάνη – Φυλακτό (Αυτόπτης μάρτυρας)
Κουντουράκης Χρήστος – Φυλακτό (Αυτόπτης μάρτυρας)
Μπογαδάκης Χρήστος – Φυλακτό (Αυτόπτης μάρτυρας)
Αντώνης Προϊκάκης – Φυλακτό (Αυτόπτης μάρτυρας)
Υ.Σ. Από το 1927 έως σήμερα η τοποθεσία του άτυχου Στάικωφ λέγεται (στην περιοχή) «ΣΤΑΪΚΩΦ» όπου και εξέπνευσε από τους κατοίκους του Φυλακτού και Λύρας.
(Υ.Σ. Υπάρχει και τραγούδι).
Ιδιωτική Συλλογή Ερευνητή – Λαογράφου Βασίλη Μιχαηλίδη.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΤΑΪΚΟΦ
(Νεότερα στοιχεία)
Το όνομα που είχε ο Έλληνας ληστής Στάικοφ Γεώργιος το πήρε από Βούλγαρο τρομοκράτη. (Την πληροφορία έδωσε ο Σουφλιώτης Δημήτριος Μαλλίτος (8-3-2001))
Το όνομα “Γιώργος Στάικοφ”, ήταν -ψευδώνυμο. Έφερε πάντα πάνω του όπλο αραβίδα (Ιταλίας), κοντόκανο, και ένα περίστροφο.
Είχε» άμαξα, με δύο ρόδες και ε’να άλογο (σούστα).
Τις ληστείες του έκανε στην περιοχή Αμορίου, στην απόκρυμνη περιοχή τη λεγάμενη (ΒΙΓΛΑ).
Ήταν η παλιά αμαξωτή οδός Σουφλίου – Διδυμοτείχου με πυκνό δάσος. Εκεί με την παρέα του κάναν τις ληστείες, σε εκείνους που είχαν πληροφορίες, πως μετέφεραν χρυσές λίρες, (π.χ. εκείνοι που πωλούσαν τα κουκούλια τους, έπαιρναν την αμοιβή τους και επιστρέφανε στον τόπο τους).
Στο εκεί σφαγείο, λοιπόν τους ακινητοποιούσαν και τους λήστευαν χωρίς λόγο. Ένας μεγάλος κόπος, από την παραγωγή των κουκουλιών του μεγαλοβιομήχανου εβραίου Ευτέρπη Τζίβρε από το Σουφλί, κατέληξε στον “Στάικοφ”
“Στο Σουφλί είχε αρκετούς φίλους. Ήταν γερό παλικάρι. Θυμάμαι ακόμα, πως πάλευαν κάποτε με τον πατέρα μου”.
Είχε “στενές σχέσεις” με τον Σουφλιώτη έμπορο τροφίμων Σέντερη. Από εκεί έκανε τα ψώνια του.
Την πληροφορία για τις κινήσεις του Στάικοφ έδωσε ο φύλακας του εργοστασίου Τζιβρέ, στον Αρχιφύλακα της Αγρονομίας Σουφλίου Νικολόπουλο, ο Σταύρος Κουτσοδήμός, ο λεγόμενος και Γκαϊντατζής (οργανοπαίχτης γκάιντας).
Πολλούς φίλους είχε στο χωριό Αμόριο καθώς και στο Διδυμότειχο.
Την δράση του ανέπτυξε την εποχή του μεσοπολέμου 1927.
(Από το Αρχείο του Β. Μιχαηλίδη)